Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

 

 

    ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ




Το πρωινό μιας πολύ κρύας χειμωνιάτικης μέρας, ο ουρανός ήταν γεμάτος με βαριά γκρι σύννεφα και δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες χιονονιφάδες.

Η οικογένεια του Νίκου και της Ραφαέλλας, μόλις είχε πάρει το πρωινό της και καθόταν δίπλα στο τζάκι όταν ο μπαμπάς είχε μια σπουδαία ιδέα.

-Τι θα λέγατε να πηγαίναμε προς το δάσος να δούμε α έχει στρώσει το χιόνι;

-Τέλεια!!! Φώναξαν και τα δυο παιδιά μαζί.

Φόρεσαν λοιπόν χοντρά ρούχα, μπότες, κασκόλ , γάντια και  χοντρά  μπουφάν, μπήκαν στο αυτοκίνητο και σε λίγο έφτασαν στο δάσος.

Εκεί οι χιονονιφάδες είχαν στήσει τον τρελό χορό τους καθώς τις φύσαγε ο αέρας, αλλά σιγά- σιγά το χιόνι που πύκνωνε  έστρωσε τη γη με το άσπρο του υλικό.

Όλη η οικογένεια βγήκε από το αυτοκίνητο κι άρχισαν να φτιάχνουν χιονόμπαλες και να παίζουν χιονοπόλεμο.

-Θα ήταν υπέροχο να φτιάχναμε έναν όμορφο χιονάνθρωπο, είπε η μητέρα.

-Ναι, ναι! Φώναξαν τα παιδιά ενθουσιασμένα κι έτρεξαν  να μαζέψουν χιόνι για να φτιάξουν μεγάλες χιονόμπαλες και να δημιουργήσουν τον χιονάνθρωπό τους.

-Έχω στ΄αυτοκίνητο ένα ψάθινο καπέλο, πάω να το φέρω για τον χιονάνθρωπό μας, είπε ο πατέρας.

-Εγώ θα του φορέσω το παλιό πολύχρωμο κασκόλ μου, είπε η Ραφαέλα.

-Εγώ θα του βάλω για κουμπιά τις χρωματιστές μου καραμέλες, είπε ο Νίκος.

-Κι εγώ θα του βάλω  τα γάντια μου ,είπε η μαμά.

-Να  του  φέρω για μύτη ένα καροτάκι απ΄αυτά που έχουμε για κολατσιό, είπε ο Νίκος.

-Να,ι αλλά τι να του βάλουμε για μάτια; Ρώτησε η μαμά.

-Βρήκα εδώ δίπλα δύο βελανίδια, είπε η Ραφαέλα.

-Και για στόμα να του βάλουμε μερικά σποράκια, είπε ο μπαμπάς.

-‘ Εφερα και δύο κλαδάκια για χέρια, είπε ο Νίκος.

Και πραγματικά έφτιαξαν έναν μεγάλο , όμορφο χιονάνθρωπο με χρωματιστές λεπτομέρειες.

-Είναι ο πιο όμορφος χιονάνθρωπος του κόσμου! Φώναξε ο Νίκος ενθουσιασμένος.

-Είναι φτιαγμένος  με αγάπη, γι αυτό σου φαίνεται τόσο όμορφος, είπε η μητέρα . Κι όλη η οικογένεια έδωσε τα χέρια κι άρχισε να χοροπηδά γύρω του.

-Παιδιά, μήπως μπορούμε να του δώσουμε ένα ωραίο όνομα; Πρότεινε ο πατέρας

-Καροτούλης…

-Νιφάδας…..

-Χιονένιος…..

-Καραμέλας…

-Μελένιος….

-Καραμελένιος χιονάνθρωπος…

-Πολύ καλό ακούστηκε αυτό, είπε οπατέρας, πώς σας φαίνεται το «ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ»

-Τέλειο!!! Είπαν όλοι κι έτσι τώρα ο χιονάνθρωπος είχε και το όνομά του.

- Να μπορούσε , λέει, να ζωντανέψει, τι καλά που θα ήταν! Είπε η Ραφαέλα.

Εκείνη τη στιγμή, περνούσε χορεύοντας η μαγική χιονονιάδα, την άκουσε κι επειδή της άρεσε η ιδέα, έκανε τα μαγικά της.

Όμως η ώρα πέρασε και το κρύο δυνάμωσε κι η οικογένεια έπρεπε να φύγει.

Αποχαιρέτησαν λοιπόν τον νέο τους φίλο, του υποσχέθηκαν πως θα ξαναέρθουν σύντομα και έφυγαν.

Όταν ο χιονάνθρωπος έμεινε μόνος του,  έριξε μια ματιά γύρω του. Παντού χιόνι , λες κι ένα χρώμα υπήρχε μονάχα στον κόσμο, το λευκό. Δίπλα του στεκόταν κι άλλοι χιονάνθρωποι άτσαλα φτιαγμένοι, χωρίς κασκόλ, καπέλα,  γάντια κλπ, που είχε εκείνος.

Ένα πουλάκι, ένα μικρό σπουργιτάκι ήρθε και κάθισε να ξεκουραστεί πάνω στο ξερό κλαδάκι που είχε χια χεράκι ο χιονάνθρωπος.

-Αχ πως πεινάω! Τιτίβισε το πουλάκι.

-θα ήθελες να φας τα σποράκια που στολίζουν το στόμα μου για να χορτάσεις την πείνα σου; Είπε ο χιονάνθρωπος.

-Μα…εσύ είσαι χιονάνθρωπος… κι οι χιονάνθρωποι δεν είναι ζωντανοί και δεν μιλάνε.

-Φαίνεται πως εγώ είμαι ένας διαφορετικός χιονάνθρωπος.

-Και σαν τι διαφορετικό έχεις, είπε το πουλάκι με δυσπιστία.

-΄Ακουσα πως είμαι φτιαγμένος με αγάπη.

-Κουταμάρες, με χιόνι είσαι φτιαγμένος, είπε το σπουργιτάκι, αλλά εγώ σ΄ευχαριστώ  γιατί θα φάω τα σποράκια  που μου δίνεις…. Μμμ και είναι τόσο νόστιμα.

΄Ετσι το πουλάκι έφαγε τα σποράκια χόρτασε,, δυνάμωσε και πετώντας μακριά φώναξε.

-Θα σε θυμάμαι πάντα με  αγάπη, γιατί με  βοήθησες! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Σε λίγο ένα άσπρο κουνελάκι πέρασε πηδώντας μπροστά από το χιονάνθρωπο.

-Όλα είναι σκεπασμένα με το χιόνι… και τι δεν θα έδινα για να εύρισκα ένα ζουμερό καροτάκι, σαν ταμπούρλο κάνει η κοιλίτσα μου από την πείνα.

-Ει φιλαράκι, πάρε  να μασουλήσεις την καροτένια μου μυτούλα, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Μα …. Πως μπορείς εσύ και μου μιλάς; Είπε έκπληκτο το κουνελάκι.

-Φαίνεται πως μπορώ, το πώς δεν το ξέρω ούτε κι εγώ, είπε ο χιονάνθρωπος, όμως ορίστε πάρε τη μυτούλα μου για να μην αρρωστήσεις από την πείνα.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, είπε το κουνελάκι ροκανίζοντας το καροτάκι, για το καλό καλό που μου έκανες θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη, του είπε καθώς έφευγε για τη φωλιά του, ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και νάσου η αλεπουδίτσα, ήρθε δίπλα στο χιονάνθρωπο βήχοντας δυνατά.

-Γκουχ- γκουχ, αχ πόσο με πονάει ο λαιμός μου κι ο βήχας όσο περνάει η ώρα χειροτερεύει, αλλά εγώ έπρεπε να βγω μέσα στο κρύο και να ψάξω φαγητό για τα παιδιά μου.

-Θα ήθελες να σου χαρίσω αυτό το υπέροχο χρωματιστό μου κασκόλ, άλλωστε κι εμένα κάποιοι μου το χάρισαν και μάλλον εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, το είχα πραγματικά πολλή μεγάλη ανάγκη, είπε η αλεπουδίτσα τυλίγοντας το ζεστό κασκόλ γύρω από το λαιμό της. Είσαι πολύ ξεχωριστός, το ξέρεις; Κανείς δεν θα το έκανε αυτό για μένα.

-Το έκανα εγώ και με μεγάλη μου χαρά, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Κι εγώ,  να ξέρεις, δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλό που μου έκανες,. Σ΄ευχαριστώ και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη,είπε η αλεπουδίτσα. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά του έναμικρό ποντικάκι.

-Δεν μου λες φιλαράκο εσύ που κοιτάς από ψηλά, μήπως βλέπεις  κάτι που θα μπορούσα  να το χρησιμοποιήσω για φωλιά, γιατί τώρα με το χιόνι έκλεισε η ποντικότρυπά μου και δεν έχω που να μείνω.

Ο χιονάνθρωπος κοίταξε μπροστά, πίσω , δεξιά, αριστερά.

-Δεν βλέπω τίποτα, γιατί όλα είναι σκεπασμένα από χιόνι. Θέλεις όμως να σου δώσω το καπέλο μου , να το χρησιμοποιήσεις  για φωλίτσα .

-Καταπληκτική ιδέα, αλλά εσύ δεν θα κρυώνεις;

-Εγώ είμαι φτιαγμένος από χιόνι και αγάπη και δεν κρυώνω.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, είπε το ποντικάκι καθώς έπαιρνε το καπέλο για φωλιά του, θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη για το καλό που μόλις μου έκανες, ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.είπε κι έφυγε.

-Αρκουδάκι μου μικρό, που είσαι ; Άκουσε , ο χιονάνθρωπος, κοντά  του μια φωνή.

-Συγγνώμη, μήπως είδατε ένα μικρό αρκουδάκι να περνάει από δω; Είπε η καφέ αρκουδίτσα.  Νυχτώνει κι επειδή δεν γύρισε στη φωλιά μας ανησυχώ πολύ μην έπαθε κάτι και χρειάζεται βοήθεια.΄Εχουν παγώσει και πονάνε,  τα χέρια μου να ψάχνω μέσα στο χιόνι, μήπως βρω κάτι.

-Το αρκουδάκι δεν το είδα, όσο για τα χέρια σας μπορώ να σας προσφέρω αυτά τα υπέροχα ζεστά γάντια μου.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ καλέ μου χιονάνθρωπε, είπε η αρκουδίτσα καθώς φόραγε τα γάντια, είναι πραγματικά πολύ ζεστά. Εγώ όμως πρέπει να συνεχίσω να ψάχνω για το αρκουδάκι μου. Πάντως είσαι πολύ ευγενικός και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη για αυτό που μου χάρισες. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και νάσου ένα περίεργο μικρό σκιουράκι να περπατά γρήγορα και να αφήνει  τα μικρά το ίχνη πάνω στο χιόνι. Ξαφνικά σταματά , βλέποντας τον χιονάνθρωπο. «Τι είναι τούτο πάλι» σκέφτεται καθώς τον πλησιάζει διστακτικά.

-Τι έπαθες καλό μου σκιουράκι . Εσύ κανονικά θα έπρεπε αυτή την εποχή να κοιμάσαι στη φωλίτσα σου, γιατί βγήκες μέσα στο χιόνι;

-Στη φωλίτσα μου ήμουν και κοιμόμουν, αλλά ήρθαν κάποιοι άνθρωποι, ξυλοκόπους τους λένε, κι έκοψαν το δέντρο που είχα τη φωλίτσα μου για να  το κάψουν στο τζάκι και να ζεσταθούν  κι έτσι από τη φασαρία και ξύπνησα και έμεινα χωρίς φωλιά. Κι άντε να  βρω τώρα φαγητό και φωλιά.

-Για φαγητό αν θέλεις μπορώ να σου δώσω τα βελανιδένια μου ματάκια, όσο για σπίτι μπορείς να πας εδώ πιο κάτω, είναι ένα ποντικάκι πούχει για σπιτάκι το ψάθινό μου καπελάκι. Νομίζω πως χωράτε κι οι δυο μέσα του κι έτσι θάχετε  κι οι δυο σπιτάκι και συντροφιά ένα φιλαράκι.

-Μα αυτό είναι καταπληκτικό, είπε το σκιουράκι καθώς έπαιρνε τα βελανίδια που είχε για ματάκια ο χιονάνθρωπος. Σ΄ευχαριστώ και για τα δυό και πάω γρήγορα πιο κάτω το ποντικάκι για να βρω.  Είσαι πραγματικά υπέροχος και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Κι ήρθε η νύχτα και βρήκε το χιονάνθρωπο χαρούμενο, πολύ χαρούμενο που είχε βοηθήσει τόσους φίλους. Μόνο οι καραμέλες του έμειναν και τα χεράκια-κλαδιά, αλλά εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος.

Το άλλο πρωί μια παρέα παιδιών ήρθε στο δάσος να παίξει και να  χαρεί με το χιόνι.

-Ει παιδιά, κοιτάξτε! Ένας χιονάνθρωπος με καραμέλες! Πόσο θάθελα  να πάρω μία.

-Κι εγώ θέλω, κι εγώ, κι εγώ… είπαν και τ΄αλλα παιδιά.

Και πήραν όλες τις χρωματιστές καραμέλες που είχε ο χιονάνθρωπος για κουμπιά.

-Και τώρα παιδιά εμπρός για δουλειά, σκεφτείτε και ψάξτε να βρείτε τι θα βάλουμε πάνω σ΄αυτό τον τόσο ξεχωριστό χιονάνθρωπο ώστε να το στολίσουμε και  να γίνει πολύ όμορφος.

Και πραγματικά τα παιδιά έφεραν καινούριο  κασκόλ,με χρωματιστέ γραμμές, ένα κόκκινο σκουφί, γάντια, κουκουνάρια για κουμπιά, καρύδια για μάτια, ένα χρωματιστό μπουκαλάκι από πορτοκαλάδα για μύτη,ένα φύλλο για στόμα κι έγινε πάλι πολύ-πολύ όμορφος.

.........................................................................................................................................................

 Την ιστορία αυτή μας την είπε το πουλάκι- σπουργιτάκι, που αφού έφυγε από δάσος να γλυτώσει από το χιονιά, σταμάτησε σ΄ένα χωράφι  και τσίμπησε λίγο από ένα μανιτάρι που για κακή του τύχη ήταν δηλητηριώδες κι έτσι  πετώντας έπεσε εξαντλημένο στην αυλή του σχολείου μας. Εκεί το είδε ένα πεταλουδάκι κι έτρεξενα του φέρει λίγες σταγόνες φάρμακο για να δυναμώσει   και να γίνει καλά. Εμείς το βρήκαμε στην αυλή, το πήραμε μέσα στο ζεστό μας σχολείο, του βάλαμε ψιχουλάκια από τη βασιλόπιτά μας και νεράκι κι όταν εκείνο συνήλθε άρχισε να πετάει μέσα στην αίθουσα. Αφού μας διηγήθηκε την ιστορία του καραμελοχιονάνθρωπου, ανοίξαμε την πόρτα και πέταξε χαρούμενο και ελεύθερο.

Ίσως κάποια άλλη στιγμή να μάθουμε εάν τελικά ο χιονάνθρωπος χρειάστηκε τη βοήθεια των φίλων του και τι έκαναν εκείνοι γι αυτόν.

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου