Ο ΔΡΑΚΟΣ ΧΟΥΖΟΥΡΛΗΣ
Κάποτε, τα πολύ παλιά τα χρόνια, σ΄ενα μακρινό σημείο της
γης ζούσαν δράκοι… ναι, ναι καλά το
ακούσατε μικροί μεγάλοι, πράσινοι, πιο πράσινοι, γκρι χορτοφάγοι, σαρκοφάγοι,
καλοί – κακοί …μα όλοι δράκοι. Δράκοι και δρακόπουλα. Οι πιο μεγάλοι είχαν δει
κι είχαν μάθει πολλά , κι είχαν γίνει σοφοί. Τα δρακόπουλα πάλι έπαιζαν και
χαιρόταν σαν τα μικρά παιδιά και δεν σκοτιζόταν για πολλά. Μόνο το παιχνίδι τα
ένοιαζε.
Υπήρχε όμως ένα μικρό δρακόπουλο που ήταν διαφορετικό. Γιατί;
Γιατί προτιμούσε να χουζουρεύει όλη μέρα παρά να βγει να παίξει με τα άλλα
δρακόπουλο. Γι αυτό κι οι φίλοι του τον έλεγαν χαϊδευτικά ΧΟΥΖΟΥΡΛΗ. Κανείς δεν
θυμόταν τα΄όνομά του. Ούτε κι εγώ το έμαθα ποτέ. Χουζουρλή λοιπόν έλεγαν τον
μικρό δράκο. Δεν ήταν κακός, ίσα-ίσα μάλιστα ήταν από τους χορτοφάγους. Είχε
όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των δράκων. Ήταν πράσινος, είχε φτερά για να
πετάει και μπορούσε να βγάζει φωτιά από το στόμα του.
–Έλα βρε Χουζουρλή, να
παίξουμε μπάλα , του φώναζαν τα άλλα δρακόπουλα.
-Σε λίγο τους απαντούσε, τώρα προσπαθώ να χουζουρέψω λίγο. Η
αλήθεια βέβαια είναι πως δεν μπορούσε να ξεκουραστεί πουθενά. Το στρώμα του
ήταν άβολο, αχυρένιο, πάνω στα χόρτα, ήταν άβολα, πάνω στο κύμα, φοβόταν μη
πνιγεί… Εκείνος ήθελε κάτι μαλακό , πουπουλένιο για να χουζουρέψει. Αλλά εκεί
στο δρακοχώρι που να βρεθεί πουπουλένιο στρώμα.
-Χουζουρλή, έλα έξω, σήμερα έχουμε αγώνες φωτιάς. ‘Οποιος
βγάλει την πιο μεγάλη φωτιά , θα χορέψει το βράδυ με την μικρή Νεραιδούλα του
δάσους.
Τίποτα αυτός…
-Χουζουρλή έλα γρήγορα έξω σήμερα έχουμε αγώνες ταχύτητας.
Όποιος πάει ως την άκρη του δάσους και γυρίσει πρώτος θα πάρει ένα σπουδαίο
έπαθλο. Μια μεγάλη τούρτα από φρούτα του δάσους.
-Μπα… εγώ λέω να χουζουρέψω λίγο…..
-Χουζουρλή βγες κι έλα μαζί μας, του είπαν μια μέρα οι φίλοι
του που τον αγαπούσαν. Σήμερα θα κάνουμε αγώνες ποιος θα πετάξει πιο ψηλά να
φτάσει στα σύννεφα. Ο Νικητής θα πάρει δώρο ‘έκπληξη.
-Κάποια άλλη φορά , τους είπε.
-Κοίτα αν δεν βγεις, δεν θα σ έχουμε φίλο, του είπαν.
Τι να κάνει λοιπόν, βγήκε απρόθυμα από το σπίτι του.
Κι οι αγώνες άρχισαν. Η πρώτη ομάδα ξεκίνησε για τα σύννεφα,
αλλά δεν τα κατάφεραν να τα φτάσουν. Το ίδιο κι η δεύτερη.. στην τρίτη ομάδα
συμμετείχε κι ο Χουζουρλής . Άρχισαν να πετάνε λοιπόν προς τα πάνω. Κάποιοι
κουράστηκαν κι επέστρεψαν γρήγορα στη
γη. Εκείνος όμως ένοιωθε ανάλαφρα και πολύ όμορφα. Κι έφτασε στα σύννεφα και
χώθηκε μέσα σ αυτά. Και πολύ του άρεσε. Συνέχισε να παίζει με τα σύννεφα , πότε
τα χάιδευε, πότε ξάπλωνε πάνω τους, πότε χωνόταν μέσα τους. Ήταν κάτι που δεν
το είχε ξαναζήσει. Ήταν αυτό που ονειρευόταν. Στην αγκαλιά των απαλών σύννεφων
θα μπορούσε επιτέλους να χουζουρέψει.
Οι φίλοι του κάτω στη γη ανησύχησαν όσο δεν τον έβλεπαν να
επιστρέφει. Και πήραν μεγάλη χαρά όταν επιτέλους κάποια στιγμή κατέβηκε
πετώντας κοντά τους.
Ήταν πολύ χαρούμενος!!
-
Και τώρα το έπαθλο για τον νικητή Χουζουρλή, είπε
κάποιος από την παρέα…. Θα σου πραγματοποιήσουμε μια ευχή! Διάλεξε ό,τι θέλεις.
-
Ο Χουζουρλής χωρίς να πολυσκεφτεί, είπε: Θέλω
σύννεφα!!! Πολλά παχιά σύννεφα!!! Θέλω
να ζήσω στα σύννεφα!!!
Όλοι πάγωσαν . Τι ήταν πάλι αυτή
η ευχή και πώς μπορούσαν να την πραγματοποιήσουν.
Πήγαν λοιπόν να συμβουλευτούν τον
μαγοδράκο.
Όταν του εξήγησαν την επιθυμία
του Χουζουρλή, προβληματίστηκε, Γιατί για να γίνουν αυτά τα πολλά σύννεφα έπρεπε ν αδειάσει σχεδόν όλο το νερό
της γης, να εξατμιστεί και να γίνει άσπρα,, απαλά, παχιά σύννεφα στον ουρανό.
Τότε ο μαγοδράκος κάλεσε τον
Χουζουρλή και του είπε πως αυτό που ζητούσε θα έκανε μεγάλη ζημιά στη γη.
-Εγώ κέρδισα στον αγώνα και αυτή
είναι η ευχή μου που θέλω να πραγματοποιηθεί.
Τι να κάνει τότε ο μαγοδράκος
πήρε το βιβλίο με τα μαγικά του ξόρκια, έψαξε και βρήκε αυτό που ήθελε. Και το
βράδυ που βγήκε το φεγγάρι ανέβηκε στο πιο ψηλό βουνό που το σκέπαζαν τα
σύννεφα κι είπε τα μαγικά λόγια.
Τότε ένα αόρατο πέπλο σκέπασε τη
γη που επέτρεπε τις σταγόνες ν΄ανεβαίνουν προς τα πάνω και να γίνονται σύννεφα,
αλλά τις έκλεινε στα σύννεφα και δεν τις
άφηνε να πέφτουν στη γη σαν βροχή.
Κι ο Χουζουρλής χαρούμενος,
πέταξε και χάθηκε μέσα στα σύννεφα, όπου περνούσε υπέροχα χουζουρεύοντας μέσα
στην απαλή αγκαλιά τους..
Εν τω μεταξύ κάτω στη γη άρχισαν
να γίνονται άσχημα πράγματα. Τα ποτάμια στέρεψαν, οι πηγές άδειασαν, οι λίμνες
στέγνωσαν κι η γη έδειχνε ν αρρωσταίνει. Τα ζώα, τα πουλιά, δεν εύρισκαν νερό
να πιούνε. Τα δέντρα και τα λουλούδια άρχισαν να ξεραίνονται χωρίς νερό. Το νερό στη θάλασσα λιγόστεψε πολύ και τα
ψάρια δυσκολεύονταν. Τα καράβια δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν. Κι οι άνθρωποι
κινδύνευαν σοβαρά από την έλλειψη του νερού. Δεν είχαν νερό ούτε να πιούνε, όχι
να καλύψουν κι άλλες ανάγκες τους όπως πχ το πλύσιμο, η καθαριότητα κλπ.
Κοιτούσαν προς τον ουρανό κι έβλεπαν τα
σύννεφα να στέκουν εκεί σαν μαρμαρωμένα . Περίμεναν άδικα να πέσει η ευλογημένη βροχούλα και να
τα φτιάξει όλα. Χωρίς βροχή, δεν υπάρχει ζωή στη ζωή.
Ο μαγοδράκος που τα έβλεπε όλα αυτά κάλεσε τον Χουζουρλή
και του εξήγησε το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί.
-Πραγματοποιήθηκε η ευχή σου,
τώρα όμως είναι καιρός να ελευθερώσουμε τα σύννεφα για να μπορέσουν να ρίξουν
νερό στη γη. Γιατί οι γη πεθαίνει χωρίς νερό, τα ζώα, τα πουλιά, τα δέντρα, τα
φυτά, τα ψάρια, οι άνθρωποι, οι φίλοι
σου τα δρακόπουλα, όλοι χρειάζονται νερό για να ζήσουν. Και το νερό μας τα
δίνουν τα πουπουλένια σύννεφα που τόσο αγαπάς.
-Μα τόσο μεγάλο κακό γίνεται αν
δεν βρέξουν τα συννεφάκια μου.
- Πολύ μεγάλο κακό για όλους!.
Ο Χουζουρλής το σκέφτηκε , το
ξανασκέφτηκε, αλλά στο τέλος είπε:
-Κάνε ο, τι χρειάζεται Μαγοδράκε
για να σώσουμε τη γη κι όλα τα πλάσματά της. Συγγνώμη που ήμουν εγωιστής και
σκεφτόμουν μόνο του δικό μου το χουζούρι.
Και πραγματικά ο μαγοδράκος έλυσε
τα μάγια και τα σύννεφα αμέσως έγιναν γκρι και μια γλυκιά βροχούλα άρχισε να
πέφτει σε όλη τη γη. Ποτίστηκαν τα χωράφια, φούντωσαν τα δέντρα, τα φυτά και τα
λουλούδια, έτρεξαν τα ποτάμια, γέμισαν οι λίμνες κι οι πηγές, ξεδίψασαν τα ζώα
και τα πουλιά, φούσκωσαν ξανά τα ποτάμια
οι θάλασσες , τα ψάρια άρχισαν πάλι να κολυμπούν ελεύθερα και τα καράβια
ξανάρχισαν τα ταξίδια τους. Κι οι άνθρωποι ήταν πάλι χαρούμενοι που θα είχαν
νεράκι να πιουν.
Όσο για το Χουζουρλή, πήρε ένα
όμορφο δώρο από τους φίλους του για να τον ευχαριστήσουν που ξανάφερε το νερό
στη γη. Ένα παχύ κι αφράτο πουπουλένιο στρώμα για να χουζουρεύει!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου