Παρακαλώ πολύ
ειδοποιείστε τα παιδιά ότι φέτος δεν θα έρθω!!!
Πλησίαζαν Χριστούγεννα και στο πουπουλένιο
σύννεφο των ευχών, όπου είναι το σπίτι του αι Βασίλη,
οι βοηθοί του δούλευαν ασταμάτητα για
να προλάβουν…
-Γρήγορα, γρήγορα παιδιά, δεν θα
προλάβουμε, έλεγε και ξανάλεγε ο Πολυτεχνίτης, ο πιο παλιός και πιο προκομμένος
βοηθός, που ήταν κι αρχηγός της ομάδας.
Παντού γύρω τους υπήρχαν τελειωμένα ή μισοτελειωμένα παιχνίδια, τυλιγμένα δώρα, διάφορα ζαχαρωτά, πολύχρωμα χαρτιά και χρωματιστές κορδέλες, κόλες κι άλλα υλικά ( κουμπιά , υφάσματα, ρόδες, καρφιά κλπ) και διάφορα εργαλεία.
-Βράδιασε κι απόψε, πάμε γρήγορα για
ύπνο γιατί αύριο μας περιμένει πάλι πολλή δουλειά. Κι εσύ Ζαχαρούλη σταμάτα να
τρως τα ζαχαρωτά. Στο τέλος δεν θα μείνει τίποτα για τα παιδιά και σένα θα σε
πονέσει η κοιλιά σου, είπε ο Πολυτεχνίτης.
Έσβησε τα φώτα κι όλοι πήγαν για ύπνο εκτός από τον βοηθό που ήταν
υπεύθυνος για τους ταράνδους. Εκείνος πήγε στο στάβλο κι αφού είδε ότι οι
τάρανδοι ήταν μια χαρά, (είχαν κάνει μάλιστα και τη γυμναστική τους, όπως κάθε
μέρα για να ΄ναι γεροί και δυνατοί στο μεγάλο ταξίδι ), πήγε κι εκείνος να
κοιμηθεί.
Μόλις όμως έκλεισαν τα φώτα κι όλα γύρω ησύχασαν, μπήκαν πατώντας στις
μύτες των ποδιών τους , εκείνοι οι πονηροί, οι καλικάντζαροι.
-Λοιπόν, όπως είπαμε, θα τους
σκαρώσουμε τρελή πλάκα, είπε ο Μουτζουρούλης, ο μεγάλος αρχηγός των
καλικατζάρων, να μάθουν άλλη φορά να φτιάχνουν δώρα για να κάνουν χαρούμενα τα
παιδιά. Κανείς δεν θα είναι χαρούμενος πια.
Και πραγματικά πήγαν οι αφιλότιμοι κι έβαλαν ένα
μαγικό φίλτρο στο γάλα των βοηθών, που
όποιος το έπινε θα κοιμόταν για πολύ καιρό.
Μετά πήγαν κι έβαλαν ένα άλλο μαγικό βότανο στο φαγητό των ταράνδων, που
όποιος το έτρωγε δεν θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και θα έπεφτε κάτω σαν
μεθυσμένος.
-Ωραία τα ταχτοποιήσαμε χα,χα,χα, είπε
ο Μουτζουρούλης κι όλη η παρέα των καλικατζάρων άρχισε να χαχανίζει ( σιγά το
αστείο που είπε…)
Μόλις ξημέρωσε η επόμενη μέρα, ξύπνησαν οι βοηθοί, ντύθηκαν, ήπιαν το
γάλα τους να δυναμώσουν και ξεκίνησαν τη δουλειά τους. Μόνο ο Ζαχαρούλης δεν
ήπιε γάλα γιατί έφαγε δυο σοκολατίτσες που είχε κρύψει στην τσέπη του.
Σιγά-σιγά ο ένας μετά τον άλλο , άρχισαν οι βοηθοί να χασμουριούνται και να κοιμούνται πάνω στον πάγκο που δούλευαν.
Ο Ζαχαρούλης τρόμαξε κι άρχισε να τους σκουντάει, να τους φωνάζει, αλλά
κανείς δεν ξυπνούσε.
Ο Ζαχαρούλης που δεν ήξερε τι να κάνει, πήγε και ξύπνησε τον Αι Βασίλη.
-Ξύπνα Αι Βασίλη, κάτι έπαθαν οι άλλοι
βοηθοί και δεν ξυπνάνε…
Ο Αι Βασίλης όμως κοιμόταν βαθειά και ροχάλιζε του καλού καιρού.
-Ξύπνα , σου λέω, Αι Βασίλη και πάθαμε
μεγάλη ζημιά, φώναξε πιο δυνατά και τον σκούντησε.
Ο Αι Βασίλης πετάχτηκε πάνω και όπως ήταν με τις πυτζάμες του, κατέβηκε
στο εργαστήριο να δει τι είχε συμβεί.
-Ει ξυπνήστε!!!, άρχισε να φωνάζει και
να ταρακουνάει τους βοηθούς του. Ξυπνήστε!!! Μα τι έχετε πάθει; Κανείς τους
όμως δεν ξυπνούσε.
-Τι θα κάνουμε τώρα Αι Βασίλη; Ρώτησε
ο Ζαχαρούλης.
-΄Ασε με λίγο να σκεφτώ, είπε εκείνος
κι έδεσε πίσω τα χέρια του κι άρχισε να περπατάει πέρα-δώθε σκεφτικός.
-Το βρήκα, είπε σε λίγο. Θα πάρεις του
τάρανδους και θα κατέβεις στο μεγάλο δάσος, όπου ζούνε οι φίλοι μου οι νάνοι.
Θα σου γράψω ένα σημείωμα να τους πας κι είμαι σίγουρος πως θα τρέξουν να μας
βοηθήσουν.
-Εντάξει, ώσπου να γράψεις εσύ το
σημείωμα, εγώ πάω να ετοιμάσω τους τάρανδους, είπε ο Ζαχαρούλης κι άρχισε να
γλύφει ένα γλειφιτζουράκι, έτσι για να πάρει λίγη δύναμη…
Εν τω μεταξύ στο στάβλο ξύπνησαν οι τάρανδοι και μετά την πρωινή τους
γυμναστική, έφαγαν με μεγάλη όρεξη , το φαγητό τους.
Μόλις μπαίνει ο Ζαχαρούλης στο στάβλο, βλέπει όλους τους τάρανδους να
κάθονται κάτω στο πάτωμα.
-Εϊ σηκωθείτε τεμπέληδες κι έχουμε να
κάνουμε μια σημαντική δουλειά σήμερα,
τους είπε.
Οι τάρανδοι, ο ένας μετά τον άλλο, προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια
τους, αλλά έπεφταν πάλι κάτω.
«Συμφορά μου, τι είναι πάλι τούτο;»
σκέφτηκε ο Ζαχαρούλης κι έτρεξε στον Άγιο Βασίλη.
-΄Αγιε Βασίλη, τρέξε, πάμε στο στάβλο
γιατί έχουμε κι εκεί πρόβλημα.
Τρέχει ο Αι Βασίλης και τι να δει; Δεν πίστευε στα μάτια του. Δεν του
είχε ξανασυμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. « Πώς έγινε τώρα αυτό, κι από τι αρρώστησαν
όλοι μαζί οι τάρανδοι;»
-Και τώρα τι κάνουμε; Ρώτησε ο
Ζαχαρούλης.
-΄Ασε με λίγο να σκεφτώ, είπε εκείνος
κι έδεσε πίσω τα χέρια του κι άρχισε να περπατάει πέρα-δώθε σκεφτικός, φυσώντας
και ξεφυσώντας ( κι έτσι βρήκε ευκαιρία ο Ζαχαρούλης να φάει μερικές
καραμελίτσες, έτσι για να γλυκαθεί λιγάκι).
Θα πας μόνος σου στο δάσος. Ξέρω ότι είναι δύσκολο, αλλά εσύ είσαι άξιο
παλικάρι και θα τα καταφέρεις`. Μόνο ντύσου καλά γιατί κάνει πολύ κρύο και δεν
πρέπει ν΄ αρρωστήσεις, είπε ο Αι Βασίλης. Εγώ πάω να φέρω το γράμμα.
Ο Ζαχαρούλης γέμισε τις τσέπες του με ό,τι ζαχαρωτό βρήκε μπροστά του (
για να έχει εφόδια στο δρόμο), ετοιμάστηκε, πήρε το γράμμα του Αι Βασίλη και
ξεκίνησε.
-Να προσέχεις!!! Σε σένα στηρίζω όλες
μου τις ελπίδες για να καταφέρω να μοιράσω και φέτος τα δώρα μου στα παιδιά.
Ο Ζαχαρούλης έβαλε φτερά στα πόδια και σοκολατάκια στο στόμα και σε
λίγες ώρες έφτασε στο σπίτι των νάνων.
Χτύπησε και ξαναχτύπησε την πόρτα, αλλά κανείς δεν του απάντησε γιατί
κανείς δεν ήταν μέσα. Απογοητευμένος, άφησε το γράμμα στην πόρτα του σπιτιού
τους, ώστε να το βρουν όταν επιστρέψουν και γύρισε πίσω.
Σαν έμαθε τα νέα ο Αι Βασίλης, στεναχωρήθηκε πολύ. Κι όσο κυλούσαν οι
ώρες κι ούτε οι βοηθοί του ξυπνούσαν, ούτε οι τάρανδοι γινόταν καλά, τόσο
περισσότερο απογοητευόταν.
Την άλλη μέρα ήρθε ο ταχυδρόμος κι έφερε τα γράμματα με τις επιθυμίες
των παιδιών , που φέτος ήταν περισσότερα από κάθε άλλη χρονιά. Ο ταχυδρόμος
πρόσεξε ότι ο Αι Βασίλης ήταν σκεφτικός.
-Τι σου συμβαίνει Αι Βασίλη και δεν
είσαι χαρούμενος
σαν τις άλλες φορές που έχω έρθει; Τον
ρώτησε.
-Μόνο μ’ ένα θαύμα θα καταφέρω φέτος
να μοιράσω όλα αυτά που ζητάνε τα παιδιά, του είπε και του εξήγησε τι είχε
συμβεί.
-Εσύ το ξέρεις καλύτερα απ’ όλους ότι
τα Χριστούγεννα γίνονται θαύματα, είπε ο
ταχυδρόμος.
-Σε παρακαλώ πολύ να στείλεις μήνυμα
σ΄όλα τα παιδιά ότι φέτος δεν θα έρθω, για να μην με περιμένουν άδικα κι
απογοητευτούν, είπε ο Αι Βασίλης.
- Όπως νομίζεις, πάντως έτσι κι αλλιώς
τα παιδιά θα απογοητευτούν…Εγώ πάντως πιστεύω πως στο τέλος θα τα καταφέρεις
όπως πάντα, είπε ο ταχυδρόμος κι έφυγε για να στείλει το μήνυμα.
΄Οταν έλαβαν το μήνυμα τα παιδιά του 11ου Νηπιαγωγείου Χίου,
στεναχωρήθηκαν πάρα πολύ κι άρχισαν να συζητούν τι μπορεί να έχει συμβεί.
-Μήπως είναι άρρωστος ο Αι Βασίλης;
-Μήπως τεμπέλιασαν οι βοηθοί του;
-Μήπως χάλασε το έλκηθρο;
-Μήπως πλημμύρισε το εργαστήριό του
και χάλασαν τα δώρα;
-Μήπως κάποιοι δεν ήταν καλά παιδιά;
-Μήπως ο καιρός δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει;
Τα παιδιά τότε σκέφτηκαν πως έπρεπε να στείλουν εκείνα δώρα στον Αι
Βασίλη για να του δείξουν πως ό,τι και να συμβαίνει πάντα θα τον αγαπάνε.
Σκέφτηκαν λοιπόν να του γράψουν ένα γράμμα με τρυφερά λόγια αγάπης, να
του φτιάξουν μια όμορφη κορνίζα και να βάλουν τη φωτογραφία τους για να τους
γνωρίσει καλύτερα, να του φτιάξουν ένα ωραίο παραμύθι και να του χαρίσουν τις
πιο όμορφες πολύχρωμες ζωγραφιές τους. ΄Ετσι έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά
,για να ετοιμάσουν γρήγορα , όλα όσα είχαν αποφασίσει.
Στο μεταξύ ένα νέο πρόβλημα παρουσιάστηκε στο σπίτι του Αι Βασίλη. Ο
Ζαχαρούλης άρχισε να πονάει αφόρητα τα δόντια του από τα πολλά γλυκά κι ο Αι
Βασίλης δεν ήξερε τι να κάνει.
Πάνω στην ώρα ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα κι εμφανίστηκε η καλή
νεράιδα του δάσους.
-Καλησπέρα σας! Πήγα επίσκεψη στο
σπίτι των φίλων μου των νάνων και βρήκα αυτό το σημείωμα που γράφει ότι έχετε
μεγάλη ανάγκη την βοήθειά τους για να φτιάξετε τα δώρα των παιδιών. Επειδή όπως
μου είπε το ποντικάκι , οι νάνοι ταξίδεψαν σε μακρινή πολιτεία για να
γιορτάσουν τα Χριστούγεννα με τα ξαδέλφια τους, σκέφτηκα να σας φέρω τις φίλες
μου τις αρκούδες που τα καταφέρνουν να φτιάχνουν όμορφα πράγματα για να σας
βοηθήσουν. Ελάτε μέσα φίλες μου.
Και πραγματικά γέμισε το εργαστήρι προκομμένες αρκουδίτσες που άρχισαν
αμέσως να δουλεύουν. Και τότε γέμισε με χαρούμενο φως πάλι το πρόσωπο του Αι
Βασίλη.
-Χο, Χο,Χο, …Σ΄ευχαριστώ καλή μου
νεράιδα, όλες σας ευχαριστώ πολύ…Δεν ξέρω τι να πω. Είχε δίκιο ο ταχυδρόμος πως
τα Χριστούγεννα γίνονται θαύματα, είπε. Μόνο που έχω ένα ακόμα πρόβλημα, ο
βοηθός μου ο Ζαχαρούλης πονάει πολύ τα δόντια του και κλαίει και εγώ δεν αντέχω
να τον βλέπω να υποφέρει…
-Μη στεναχωριέσαι Αι Βασίλη, είπε η
νεράιδα κι άγγιξε με το μαγικό της ραβδί τον Ζαχαρούλη.
Αμέσως ο πόνος πέρασε κι ο Ζαχαρούλης χαμογέλασε.
-Αυτό θα σε κρατήσει για λίγο. Πρέπει
όμως σύντομα να επισκεφθείς οδοντίατρο. Ξέρω ένα πολύ καλό στη Χίο, θέλεις να
σε πάρω μαζί μου και να σε πάω γρήγορα εκεί με το φτερωτό μου άλογο; Είπε η
νεράιδα.
-Κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς, είπε ο Αι
Βασίλης
Κι έτσι ο Ζαχαρούλης, βρέθηκε στη Χίο κι αφού πήγε στον οδοντίατρο κ.
Τερηδονίδη έγινε καλά κι έμαθε να πλένει τα δόντια του σωστά.
Μετά πηγαίνοντας μια βόλτα άκουσε τις χαρούμενες φωνούλες των παιδιών
του 11ου Νηπιαγωγείου, που έπαιζαν και τραγουδούσαν στο σχολείο
τους. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε μέσα για να τα γνωρίσει. Εκεί τα παιδιά του
είπαν τι είχαν ετοιμάσει και του ζήτησαν να πάει εκείνος τα δώρα τους στον
΄Αγιο Βασίλη, επιστρέφοντας.
-Χμ, τους είπε. Δεν μπορώ να επιστρέψω
γιατί δεν έχω χρήματα ούτε για πλοίο, ούτε για τρένο, ούτε για αεροπλάνο.
-Τότε θα πας με αερόστατο, είπε , ένα
παιδί. Ο μπαμπάς μου έχει ένα φίλο τον κ. Πολυταξιδευτή, που έχει βαρεθεί να
ταξιδεύει γιατί έχει γυρίσει όλο τον κόσμο μ΄αυτό. Πιστεύω πως θα μας το δώσει
για να γυρίσεις στον Άγιο Βασίλη , που σε χρειάζεται.
Κι έτσι έγινε. Αφού τον βοήθησαν με τις ετοιμασίες και του εξήγησαν τις
οδηγίες του αερόστατου, του έδωσαν μια πυξίδα για να μην χαθεί , τα δώρα τους
και τον αποχαιρέτησαν.
Πίσω στο εργαστήρι του Αι Βασίλη οι αρκούδες δούλεψαν σκληρά κι όταν όλα
ήταν έτοιμα τον αποχαιρέτησαν, ενώ οι βοηθοί κοιμόταν βαριά κι οι τάρανδοι δεν
είχαν καταφέρει να σηκωθούν στα πόδια τους.
-Στο καλό ,τους είπε ο Αι Βασίλης, σας
ευχαριστώ πολύ! Να ξέρετε πως ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό που κάνατε!
Στο μεταξύ γύρισε κι ο Ζαχαρούλης, γερός και χαμογελαστός κι έφερε τα
δώρα των παιδιών. Ο Αι Βασίλης πήρε μεγάλη χαρά που τα παιδιά τον αγαπούν,
αλλά…
-Αν δεν γίνουν καλά μέχρι αύριο οι
τάρανδοι, θα χρειαστούμε κι άλλο θαύμα για να προλάβουμε να μοιράσουμε έγκαιρα
τα δώρα, είπε.
-Είπαμε πως τα Χριστούγεννα γίνονται
θαύματα, είπε ο Ζαχαρούλης. Πάμε τώρα για ύπνο κι αύριο βλέπουμε.
Κι έτσι πήγαν κι οι δυο να ξεκουραστούν.
Κι όταν όλα πια ήταν ήσυχα, εμφανίστηκε η γνωστή παλιοπαρέα που
δημιουργεί φασαρίες όπου πάει.
-Δεν το βάζει κάτω ο παππούλης, αλλά
δεν το βάζουμε κι εμείς. ΕΙΠΑΜΕ: Κανείς φέτος δεν θα πάρει δώρο. Κανείς να μη
χαρεί, είπε ο Μουτζουρούλης. Λοιπόν με το τρία θα καταστρέψουμε όλα τα δώρα
(που θέλουνε και δώρα τα παιδιά ,
τρομάρα τους).
Κι όπως τα έλεγε αυτά, χτύπησε το
πόδι του κάτω με λύσσα και πάτησε μια
κόρνα από αυτοκινητάκι.
Ο Ζαχαρούλης , που κοιμόταν σε διπλανό δωμάτιο, πετάχτηκε πάνω από τον
δυνατό θόρυβο. Πήγε σιγά-σιγά πατώντας στις μύτες των ποδιών του και μόλις είδε
τι συνέβαινε, άρπαξε ένα δίχτυ που δένουν τα δώρα για να μη φεύγουν από το
έλκηθρο κι όπως ο Μουτζουρούλης άρχισε να μετρά 1,2 ωπ, το πέταξε πάνω τους και
τους παγίδευσε μέσα στο δίχτυ , που το έδεσε σφιχτά.
-Σας τσάκωσα, τους είπε.
Τότε οι καλικάτζαροι άρχισαν να τσιρίζουν κι από τις τσιρίδες τους
ξύπνησε ο Αι Βασίλης, που έτρεξε να δει τι συμβαίνει.
-Αχά, τι βλέπω; Τι γυρεύετε εδώ
πουλάκια μου; Είπε ο Αι Βασίλης.
-Δεν είμαστε πουλάκια, είπε ένας
μαυριδερός με πλακουτσωτή μύτη, καλικάτζαροι είμαστε.
-Και τι γυρεύετε στο σπίτι μου;
Ξαναρώτησε ο Αι Βασίλης.
-Περαστικοί είμαστε….
-Να, σταματήσαμε να σας πούμε μια
καλησπέρα….
-Είπαμε να μπούμε, μήπως χρειάζεστε
κάτι….
-Κάτι μου λέει ότι εσείς είστε
υπεύθυνοι γι αυτό που έπαθαν οι βοηθοί κι οι τάρανδοί μου, είπε ο Αι Βασίλης.
-Εμείς; Όχι καλέ, ποτέ….
-Εμείς σ΄αγαπάμε… όλους τους αγαπάμε….
-Ψέματα λένε, είπε ο Ζαχαρούλης .
-Εσένα καλέ ποιος σου μίλησε;, είπε
ένας απ΄αυτούς.
-Δικηγόρο σε βάλαμε;, είπε ο πιο
κοντούλης.
Αν δεν τους προλάβαινα θα τα έκαναν
όλα μαντάρα. ΄Ετσι κάνουν αυτοί όπου πάνε, είπε ο Ζαχαρούλης.
-Το ξέρω παιδί μου, το ξέρω… είπε ο Αι
Βασίλης. Και τώρα τι να σας κάνω εγώ;
-Να μας κεράσεις γλυκάκι; Είπε ένα
κουτσοδόντης.
-Εμείς να πηγαίνουμε σιγά-σιγά, να μην
σας ενοχλούμε…. Είναι περασμένη κι η ώρα… είπε ο Μουτζουρούλης.
-΄Εχω μια ιδέα, είπε ο Ζαχαρούλης και
ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί του Αι Βασίλη.
-Θαυμάσια ιδέα! Λοιπόν λεβέντες,
ετοιμαστείτε γιατί σε λίγο θα πάμε ένα
μεγάλο ταξίδι, είπε ο Αι Βασίλης.
-Που θα μας πας καλέ μες στο κρύο;
Είπε ένας κακομούτσουνος.
-Μήπωθ θα μαθ παθ θτη φυλακή; Είπε
ένας χαζούλης.
-Μήπως θα μας κλείσεις σε κανένα
μπαούλο; Ρώτησε ο κουτσοδόντης.
-Κάνετε λίγο υπομονή και θα δείτε,
είπε ο Αι Βασίλης και πήγε κι έγραψε ένα μήνυμα, το έδωσε στο πόδι του μπλε
πουλιού του και του είπε: « Φρόντισε να πάει στα παιδιά του 11ου
Νηπιαγωγείου Χίου. Εκείνα είναι έξυπνα και θα καταλάβουν. Μόνο πρόσεξε να μην
χαθείς».
- Μη νοιάζεσαι, θα το φροντίσω εγώ,
άκουσε την φωνή της νεράιδας, κάπου από
το δάσος.
Στο νηπιαγωγείο εν τω μεταξύ, τα παιδιά περίμεναν με αγωνία την απάντηση
του Αι Βασίλη όταν ένα μπλε πουλάκι τους χτύπησε το τζάμι. Τα παιδιά βγήκαν με
ψιχουλάκια στα χέρια για να το ταΐσουν και βρήκαν το μήνυμα δεμένο στο πόδι
του. Όταν το άνοιξαν και το διάβασαν αγκαλιάζονταν και φιλιόνταν από τη χαρά
τους.
Κι έτσι ο Αι Βασίλης θα έρθει και φέτος
και θα φέρει τα δώρα του στα παιδιά, όπως κάθε χρόνο. Με μια μικρή διαφορά: το
έλκηθρό του δεν θα το σέρνουν τάρανδοι, αλλά κάτι μικρά, μαύρα, πονηρά,
ζαβολιάρικα τερατάκια, που ακόμα δεν μπορούν να χωνέψουν την κασκαρίκα που
έπαθαν.

.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου