Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

                         Μ΄ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΩ

ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΕΤΑΩ

ΚΑΙ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ Ο ΝΟΥΣ!





Ήταν κάποτε που λέτε, ένα παιδί ο Μαθίας , που του άρεσε πολύ να διαβάζει βιβλία και να βλέπει τις εικόνες τους.

Μια μέρα καθώς περπατούσε και πήγαινε στην βιβλιοθήκη είδε από πάνω του να πετάει μια κυρία που την τραβούσαν πάνω ιπτάμενα βιβλία, σαν νάτανε μπαλόνια.

Εκείνη μόλις τον είδε, του έστειλε το αγαπημένο της βιβλίο, που εκείνη τη στιγμή κρατούσε στα χέρια της.

Ο Μαθίας άνοιξε το βιβλίο , κοίταξε προσεκτικά τις εικόνες και μετά ,αφού πλέον ήξερε να διαβάζει , κάθισε και το διάβασε προσεκτικά.

Τότε του ήρθε η ιδέα να δημιουργήσει κι εκείνος το δικό του βιβλίο!

Έτσι ξεκίνησε να πηγαίνει καθημερινά σ΄αυτόν τον χώρο που είναι γεμάτος βιβλία ( πώς τον λένε αυτόν τον χώρο;) και να διαλέγει βιβλία και να τα διαβάζει. Κι όσο διάβαζε μάθαινε ένα σωρό νέα πράγματα  κι αυτό τον έκανε πολύ χαρούμενο.

Σιγά – σιγά σ΄αυτό τον χώρο ξεκίνησε να γράφει και το δικό του βιβλίο. Κι έγραφε κι έγραφε…. Και πέρασε έτσι πολύς καιρός.

‘Ωσπου κάποτε τέλειωσε το βιβλίο του.

Τότε εμφανίστηκαν μπροστά του τα ιπτάμενα βιβλία για να τον πάρουν και να τον ταξιδέψουν  σ΄ένα ταξίδι μακρινό. Να δει κι άλλους τόπους, να γνωρίσει κι άλλους ανθρώπους!

Χαρούμενος πιάστηκε από τις κορδέλες τους και καθώς άρχισε ν΄ανεβαίνει ψηλά ξεκινώντας το ταξίδι που πάντα ονειρευόταν, είδε κάτω του ένα κοριτσάκι να τον κοιτά ξαφνιασμένο κι εκείνος της έστειλε το βιβλίο του, όπως ακριβώς είχε κάνει και σε κείνον  παλαιότερα  ( τότε που ήταν ακόμα παιδί) η ιπτάμενη βιβλιοκυρά.

Το κορίτσι πήρε  με μεγάλη χαρά το βιβλίο και κάθισε σ΄ένα ένα παγκάκι να το μελετήσει, γιατί κι εκείνη αγαπούσε πολύ τα βιβλία και το διάβασμα.

Έτσι κάνουν τα μαγικά βιβλία πάνε πάντα σ΄αυτούς που τους αρέσει το διάβασμα.

Μήπως μπορείτε να μαντέψετε τον τίτλο του βιβλίου που έγραψε ο Μαθίας;

Ήταν δύσκολο το ξέρω , γι αυτό θα σας το αποκαλύψει αφού περάσουμε με επιτυχία  μερικές  δοκιμασίες. Είστε έτοιμοι για παιχνίδι;

1η .να συγκρίνουμε και να βρούμε έχρωμα βιβλία με την ασπρόμαυρη εικόνα τους.

2η, Να βρούμε τα κλασικά παραμύθια που υπάρχουν στο χώρο ανάλογα με την αστεία περιγραφή , κάθε φορά.

3η Να βρούμε τον σωστό τίτλο του παραμυθιού Πχ το παραμύθι είναι η Κοκκινοσκουφίτσα ή η Κοκκινοφουντίτσα;

4η Να ενώσουμε τα κομμάτια του παζλ που ολοκληρωμένο είναι το εξώφυλλο κάποιου βιβλίου

5η Να βρούμε λέξεις που αρχίζουν από Β

6η Να βάλουμε σε σειρά τις εικόνες από ένα παραμύθι σύμφωνα με τον αριθμό που έχουν πίσω τους ( μέχρι 5 εικόνες)

κλπ

 

 

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

 

ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ Η ΜΙΚΡΗ ΝΕΡΑΙΔΑ




 

Από την αγάπη της Ανθής και του Αστέριου γεννήθηκε, ένα ηλιόλουστο πρωινό, ένα πανέμορφο πλάσμα. ΄Εμοιαζε σαν να βγήκε από παραμύθι γι αυτό η νεραϊδονονά

 της , της έδωσε το όνομα « Παραμυθένια».

Ας  πάρουμε  όμως  τα πράγματα από την αρχή . Η  Ανθή λοιπόν είναι μια νεράϊδα που από μικρή , εκτός από το να χορεύει με τις φίλες της γύρω από τη λιμνούλα του δάσους, έχει και μια πολύ σημαντική αποστολή. Κάθε πρωί   πετάει πάνω από τα αγαπημένα της λουλούδια, τα χαϊδεύει τρυφερά κι εκείνα ανοίγουν  χαρούμενα τα πέταλά τους λέγοντάς της γλυκά «καλημέρα». Το βράδυ πάλι πετάει  πάνω από κάθε λουλουδάκι του δάσους , όπου ζει, το φιλά απαλά κι αυτό κλείνει τα πέταλά του λέγοντάς της  «καληνύχτα κι όνειρα γλυκά».

Ο Αστέριος είναι  ένας νεραιδοπρίγκιπας που κι αυτός ζει χαρούμενος  στο ίδιο δάσος και μοιράζεται την ομορφιά του με όλους τους υπόλοιπους κατοίκους του. Εκείνος λοιπόν έχει τη σημαντική αποστολή ν΄ανάβει κάθε βράδυ ένα-ένα τ΄αστέρια στον ουρανό για να φωτίζουν την νύχτα για να μην φοβούνται τα παιδιά και το πρωί, λίγο πριν βγει ο ήλιος, να τα σβήνει.

Κάποια στιγμή συναντήθηκαν κι αγαπήθηκαν .Κι απ΄την αγάπη τους γεννήθηκε η Παραμυθένια. Το πρώτο βράδυ πέρασαν από  την  λουλουδένια  κούνια της όλες οι νεράϊδες και τα ξωτικά του δάσους δίνοντας της για δώρο από μια ευχή, νάναι όμορφη, έξυπνη, καλότυχη, καλόκαρδη κλπ. Την ευχή όμως που της έδωσε η νεραϊδονονά της , οι γονείς της δεν την άκουσαν γιατί η μαμά της είχε πάει να φιλήσει τα λουλούδια της για καληνύχτα κι ο μπαμπάς της έφυγε πιο νωρίς ν΄ανάψει τα αστέρια για να επιτρέψει όσο πιο γρήγορα μπορούσε στην αγαπημένη του κορούλα.

Κι η Παραμυθένια μεγάλωνε με πολλή φροντίδα και αγάπη, μέσα σ΄ένα λουλουδιασμένο δάσος, παρέα με χιλιάδες  λουλούδια  που σκορπούσαν στον αέρα σπάνια αρώματα, με πολύχρωμες πεταλούδες κι  έντομα, ακούγοντας τα χαρούμενα τιτιβίσματα των πουλιών και τον γλυκό θόρυβο του νερού που κυλούσε ήρεμα στο ποταμάκι. Μεγάλωνε ακούοντας κάθε βράδυ  όμορφες  ιστορίες    πότε από την μαμά, πότε από τν μπαμπά, και συχνά από την νεραϊδονονά της.

 Ένα βράδυ όμως συνέβη κάτι υπέροχο κι απίστευτο. Είδε ένα  πολύ όμορφο όνειρο και το πρωί που ξύπνησε βρήκε στο πλάι της ένα βιβλίο, που με  γράμματα και εικόνες ζωντάνευε το όνειρο που είχε δει το προηγούμενο βράδυ και χάρηκε πολύ. Το πήρε λοιπόν μαζί της και το μοιράστηκε με τους φίλους της. Κι εκείνοι άκουσαν την ιστορία σαν μαγεμένοι και θαύμασαν τις πολύχρωμες εικόνες .

-Είναι πραγματικά η πιο ωραία ιστορία που άκουσα ποτέ είπε μια χρυσαλίδα που μόλις είχε βγει από το κουκούλι της, κι όλοι συμφώνησαν μαζί της.

Το επόμενο βράδυ συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα κι έτσι τώρα είχε δύο πολύ αγαπημένα βιβλία. Και πάλι κάλεσε τους φίλους της, που με χαρά μαζεύτηκαν για ν΄ακούσουν την νέα της ιστορία.

Αυτό όμως συνέχισε να γίνεται κάθε βράδυ κι ό,τι έβλεπε στο όνειρό της,  το επόμενο πρωί, γινόταν ένα πολύ όμορφο βιβλίο.


Σιγά- σιγά κατάλαβαν ότι αυτό το χάρισμα της ευχήθηκε η νεραϊδονονά της  και δεν διάλεξε τυχαία το όνομα που της χάρισε. Παραμυθένια λοιπόν, όχι μόνο επειδή γεννήθηκε από μια παραμυθένια αγάπη, όχι μόνο επειδή ήταν πάρα πολύ όμορφη, αλλά κι επειδή θα είχε το χάρισμα να δημιουργεί όμορφα παραμύθια.

΄Ετσι άρχισαν να μαζεύονται πολλά βιβλία μέσα στο μικρό του σπίτι  κι οι γονείς της αποφάσισαν να φτιάξουν μια όμορφη ξύλινη βιβλιοθήκη για να τα τοποθετούν ώστε και η Παραμυθένια να βρίσκει εύκολα ό,τι ήθελε , αλλά και να είναι περιποιημένα, συμμαζεμένα και προστατευμένα.

Πολύ γρήγορα όμως γέμισαν τα πρώτα ράφια κι όταν γέμισαν και τα δεύτερα,  που αποφάσισαν κι έφτιαξαν μετά , η Παραμυθένια σκέφτηκε ότι  ήταν άδικο να έχει εκείνη τόσα πολλά κι όμορφα βιβλία  να μην μπορεί να τα μοιραστεί με άλλα παιδιά. Εκτός αυτού, σκέφτηκε πως σίγουρα θα υπήρχαν κι άλλοι που θα έγραφαν βιβλία, όχι απαραίτητα με ιστορίες και παραμύθια, αλλά και βιβλία που θα έδιναν πληροφορίες για πράγματα  που εκείνη και πολλοί άλλοι δεν είχαν ποτέ φανταστεί.

Οι γονείς της κατάλαβαν ότι πραγματικά  το παιδί τους είναι πολύ έξυπνο. Πώς δεν το είχαν σκεφτεί νωρίτερα. Η Ανθή θα μπορούσε να γράψει ένα βιβλίο με πληροφορίες για τ΄αγαπημένα της λουλούδια και τις πεταλούδες κι ο Αστέριος ένα άλλο με πληροφορίες για όλα τ ΄αστέρια και τους πλανήτες στο διάστημα. Θα μπορούσαν επίσης να στείλουν μηνύματα σ΄όλη τη γη με το ταχυδρομικό περιστέρι και να ειδοποιούσαν όποιον γράφει βιβλία και θέλει να τα μοιραστεί με άλλους, να επικοινωνήσει μαζί τους για να δουν τι  μπορούν να κάνουν.

 Και πραγματικά η προσπάθειά τους  έφερε αποτέλεσμα. Χιλιάδες ήταν τα μηνύματα από ανθρώπους που ήθελαν, αλλά δεν ήξεραν πώς να μοιραστούν όλα αυτά που είχαν  γράψει σ΄ένα ή περισσότερα βιβλία.

Όλα αυτά ήταν πολύ καλά, αλλά που θα έβαζαν τόσα πολλά βιβλία; Το δικό τους σπίτι ήταν πολύ μικρό και ήταν  στο δάσος, που σημαίνει ότι δεν θα μάθαιναν πολλοί  για τον χώρο που ονειρευόταν να δημιουργήσουν, ούτε θα ήταν εύκολο να πάει κάποιος εκεί και να διαβάσει ή να δανειστεί ένα βιβλίο για να το διαβάσει στο σπίτι του πολύ προσεκτικά και να το επιστρέψει.

Εκείνη την ημέρα ο Δήμαρχος της διπλανής πόλης αποφάσισε να έρθει στο δάσος  μια εκδρομή συνοδεύοντας μαζί με την δασκάλα , τα παιδιά του νηπιαγωγείου . Τα παιδιά τριγυρνούσαν ενθουσιασμένα από την ομορφιά του τοπίου κι έπαιζαν ξένοιαστα κάτω από το φως του λαμπερού ανοιξιάτικου ήλιου. Ο δήμαρχος που αγαπούσε πολύ τα παιδιά τα ρώτησε:

-Τι θα θέλατε να κάνουμε μαζί;

-Να μας πείτε μια όμορφη  ιστορία, είπε ένα κοκκινομάλλικο κοριτσάκι.

-Δεν ξέρω να λέω ιστορίες, απολογήθηκε λυπημένος  ο δήμαρχος.

Τότε εκεί δίπλα του είδε ένα από τα βιβλία της Παραμυθένιας που πολύ προσεκτικά το είχαν ακουμπήσει εκεί οι γονείς της, όταν άκουσαν την πρόταση του παιδιού.

-Μπορώ όμως να σας διαβάσω αυτό εδώ που  βλέπω πως έχει και υπέροχες εικόνες είπε, ρίχνοντας μια πρώτη ματιά .

-Ναι, ναι, φώναξαν  όλα  τα παιδιά,  ο δήμαρχος άρχισε να το διαβάζει.

Τα παιδιά άκουγαν  μαγεμένα με πολλή προσοχή την ιστορία.

-Τι ωραία ιστορία, είπε ένα αγόρι με μαλλιά… καρφάκια, μακάρι να ακούγαμε κι άλλες τέτοιες συχνά.

Ξαφνικά μέσα από το βιβλίο, πέφτει στο χώμα ένα άσπρο χαρτάκι.

Το ανοίγει η δασκάλα και διαβάζει δυνατά:

-Εγώ , η συγγραφέας αυτού του βιβλίου, αλλά και πολλοί άλλοι που έχουν γράψει βιβλία, θέλουμε να σας παρακαλέσουμε να δημιουργήσετε στην πόλη σας, ένα χώρο κατάλληλο να φιλοξενήσει τα βιβλία μας, ώστε να μπορούν όλοι οι άνθρωποι  να διαβάσουν ό,τι τους αρέσει κι ό,τι τους ενδιαφέρει είτε για να μάθουν νέα πράγματα , είτε απλά να περάσουν χαρούμενες ώρες διαβάζοντάς τα.

-Αυτό θα ήταν πραγματικά ένα υπέροχο δώρο, όχι μόνο για τα παιδιά μας, αλλά και για όλους τους κατοίκους της πόλης μας, είπε η δασκάλα κι ο δήμαρχος συμφώνησε.

΄Ετσι από την άλλη μέρα κιόλας, έψαξαν και βρήκαν τον κατάλληλο χώρο στο κέντρο της πόλης, ώστε να μπορούν όλοι , όσοι ήθελαν , να πηγαίνουν, έβαλαν μέσα πολλά ράφια για τα βιβλία και τραπέζια με καρέκλες  για όσους ήθελαν να διαβάσουν εκεί.

Το νέο μαθεύτηκε πολύ γρήγορα και άρχισαν να καταφθάνουν βιβλία, απ΄όλους όσους ήθελαν να τα μοιραστούν με πρώτη και καλύτερη την Παραμυθένια, που με μεγάλη χαρά έστειλε όλα τα βιβλία που είχε ήδη  και από τότε, κάθε μέρα στέλνει  κι ένα καινούργιο.

Τα παιδιά λατρεύουν  τις ιστορίες της και  πηγαίνουν  συχνά με τους γονείς τους για να δανειστούν  ένα νέο βιβλίο. Αλλά και οι μεγάλοι βρίσκουν  πολύ ενδιαφέροντα βιβλία να διαβάσουν και   ν΄αποκτήσουν νέες  γνώσεις, να γίνουν σοφότεροι. ΄Ετσι η βιβλιοθήκη έγινε ένας  αγαπημένος τόπος για όλους.

Σιγά- σιγά γέμισαν τα ράφια με λογής-λογής βιβλία κι οι άνθρωποι που  τα φροντίζουν , έβαλαν στα ράφια ταμπελίτσες πχ. Παιδικά, λογοτεχνικά, ιστορικά, εγκυκλοπαιδικά  κλπ  για να τα ξεχωρίσουν και να μπορεί κανείς εύκολα να βρίσκει ό,τι ήθελε.

Επίσης δημιουργήθηκε ένας  χώρος κάτι σαν ιατρείο βιβλίων , όπου η μαγισσούλα Βιβλιοφροντίδα ( καταλαβαίνετε γιατί την λένε  έτσι) περιποιείται  τα βιβλία που τυχόν παθαίνουν  ζημιές, γιατί καμιά φορά χωρίς να το θέλουμε, συμβαίνουν  κι ατυχήματα  . Εκείνη λοιπόν γνωρίζει τον τρόπο και με πολλή αγάπη  τα φτιάχνει  πάλι σαν καινούρια.

Η Παραμυθένια επισκέπτεται  τακτικά τη βιβλιοθήκη , γιατί της αρέσει  πολύ να διαβάζει πολλά και διαφορετικά βιβλία κι ένοιωσε μεγάλη  ικανοποίηση , όταν ο δήμαρχος έβαλε στην είσοδο του κτιρίου την ταμπέλα « ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ».

 

 

ΤΕΛΟΣ

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

 

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΟΡΑΗ

(μια ιστορία, γραμμένη με πολλή αγάπη από την εκπαιδευτικό κα ΓΕΜΕΛΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ , που  οδηγεί μικρά και μεγαλύτερα παιδιά να ανακαλύψουν και να μαγευτούν με  τους θησαυρούς του συγκεκριμένου μουσειακού χώρου)




Κάποτε στα παλιά τα χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό της Χίου μια πανέμορφη κοπέλα που την έλεγαν Μαρκέλλα.

Η Μαρκέλλα ήταν ξακουστή νοικοκυρά γιατί έφτιαχνε πολύ όμορφα γλυκά του κουταλιού και γιατί έφτιαχνε πολύ όμορφα κεντήματα με πολλά χρώματα και σχέδια  κι ύφαινε στον αργαλειό της τα πιο όμορφα υφαντά στο νησί.

Μια μέρα που πήγε στο πηγάδι του χωριού με την στάμνα της να πάρει νερό, την είδε ένα όμορφο παλικάρι, ο Σιδερής, την αγάπησε και πήγε στον πατέρα της και την ζήτησε να την πάρει γυναίκα του. Κι έτσι αρραβωνιάστηκαν.

Η Μαρκέλλα κι ο Σιδερής ήταν πολύ ευτυχισμένοι.

Την ευτυχία τους ζήλεψε μια κακιά γειτόνισσα , που όλοι είχαν ξεχάσει τ΄όνομά της και την έλεγαν «Κακίστρω». Αυτή λοιπόν είχε μια πολύ άσχημη κόρη, χοντρή με πλακουτσωτή μύτη και σκεφτόταν πώς να χαλάσει τον αρραβώνα της Μαρκέλλας και να πάρει ο Σιδερής για γυναίκα του, την άσχημη κόρη της.

΄Ετσι ένα πρωινό πήγε και χτύπησε την πόρτα της Μαρκέλλας. Η Μαρκέλλα άνοιξε κι όπως ήταν πολύ ευγενικό κορίτσι της είπε να περάσει μέσα.

Όταν εκείνη μπήκε μέσα, της είπε ότι την καλεί στο σπίτι της το απόγευμα για να πιούνε καφεδάκι, να συζητήσουν και να της δείξει η Μαρκέλλα όμορφα σχέδια για να κεντήσει κι η κόρη της τα προικιά της.

Κι η Μαρκέλλα δέχτηκε και το ίδιο απόγευμα πήγε στο σπίτι της «Κακίστρως».

Εκεί λοιπόν η σπιτονοικοκυρά την κέρασε γλυκό νεράντζι και καφέ. Μέσα στον καφέ όμως είχε ρίξει ένα βοτάνι που φέρνει ύπνο. Κι έτσι ανυποψίαστη η Μαρκέλλα, ήπιε τον καφέ κι έπεσε σ΄ένα βαθύ ύπνο….Το επόμενο βράδυ κρυφά για να μην τη δει κανείς η κακίστρω, φόρτωσε την όμορφη κοιμισμένη Μαρκέλλα πάνω σε μια άμαξα( γιατί τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα) και την μετέφερε μακριά, σ΄ένα κάστρο , ψηλά σ΄ένα βουνό. Εκεί αφού κλείδωσε καλά την πόρτα, πήρε το κλειδί και το πέταξε αργότερα στη θάλασσα.

Το ίδιο βράδυ ο Σιδερής πήγε στο σπίτι της για να την συναντήσει και να πάνε μια βόλτα. Χτύπησε την πόρτα κι άνοιξε ο πατέρας της. Όταν ο πατέρας της έμαθε ότι η Μαρκέλλα δεν ήταν μαζί με τον αρραβωνιαστικό της ανησύχησε πολύ, γιατί η κόρη του δεν το συνήθισε να εξαφανίζεται. Ειδοποίησε λοιπόν τους συγγενείς του και κρατώντας αναμμένους δαυλούς χτύπησαν όλες τις πόρτες του χωριού ( μαζί και της Κακίστρως που φυσικά είπε πως ήταν στο σπίτι της, αλλά έφυγε νωρίς), αλλά κανείς δεν ήξερε να τους πει πού ήταν η Μαρκέλλα.

 Την άλλη μέρα ο Σιδερής έφυγε και πήγε σε άλλα χωριά να την ψάξει, αν και όλοι ήταν πια σίγουροι ότι κάτι κακό της είχε συμβεί.

Ο Σιδερής λοιπόν αφού έψαξε και ρώτησε στα κοντινά χωριά, όλους τους ανθρώπους, έφτασε το βράδυ στο σπίτι ενός βοσκού. Ο βοσκός που κρατούσε τη γκλίτσα του κι επειδή είχε κρύο ήταν τυλιγμένος στην κάπα του, αφού του είπε πως δεν ήξερε τίποτα για την Μαρκέλλα, τον προσκάλεσε να τον φιλοξενήσει για να περάσει το βράδυ στο σπίτι του. Του έδωσε να πιει γάλα από τα γίδια του και να φάει τυρί που είχε φτιάξει και ζεστό ψωμί που είχε ζυμώσει η γυναίκα του σε μια πινακωτή . επίσης του πρόσφερε σύκα, καρύδια και κάστανα που είχε φυλαγμένα μέσα σε μεγάλες κουφάλες δέντρων. Ο Σιδερής κάθισε σ’ ένα σκαμνί κι είδε ένα σωρό πράγματα στο σπίτι του βοσκού που ήταν φτιαγμένα από ξύλο ( πιάτα, φλιτζάνια, ένα γουδί, κουτάλες και διάφορα άλλα εργαλεία, επίσης είδε κι ένα αδράχτι που η γυναίκα του βοσκού μετέτρεπε σε νήμα το μαλλί των προβάτων για να φτιάξει τα βαριά μάλλινα ρούχα για τις κρύες μέρες του χειμώνα).

Την άλλη μέρα , αφού τους ευχαρίστησε για την φιλοξενία, ξεκίνησε ξεκούραστος να πάει και στα υπόλοιπα χωριά.

Δρόμο παίρνει , λοιπόν, δρόμο αφήνει κι αφού πέρασε από πολλά χωριά χωρίς να μάθει κάτι για την Μαρκέλλα, έφτασε στη θάλασσα και μπήκε σ΄ένα ελληνικό ξύλινο καράβι που είχε ακρόπλωρο μια όμορφη κοπέλα, για να ταξιδέψει και να ψάξει και σ΄άλλους τόπους για την αγαπημένη του.

Στο ταξίδι του συνάντησε ένα τούρκικο πλοίο κι όλοι μαζί , πολέμησαν και τους νίκησαν και με τα κανόνια τους χτύπησαν και βύθισαν το τούρκικο πλοίο.  Μετά συνάντησαν ένα πειρατικό πλοίο και αφού πολέμησαν γενναία κατάφεραν να νικήσουν και τους πειρατές. Ο Σιδερής ταξίδεψε σχεδόν σ΄όλη τη γη και γνώρισε πολλούς νέους τόπους, αλλά πουθενά κανείς δεν ήξερε να του πει κάτι για την Μαρκέλλα.

Εν τω μεταξύ, η Μαρκέλλα μετά από μερικές μέρες ξύπνησε κι είδε πως ήταν κλειδωμένη κι άρχισε να κλαίει. Κάποια στιγμή, όμως άκουσε μια γυναικεία να της μιλά και να την παρηγορεί.  ΄Ετσι έμαθε πως ήταν κλεισμένη σ΄ένα κάστρο, ψηλά σ΄ένα βουνό, αλλά δεν ήταν μόνη της. Εκεί ήταν κλεισμένες κι άλλες κοπέλες και μερικά παλικάρια, που τα είχαν κλείσει εκεί οι τούρκοι για να ζητήσουν λύτρα από τους γονείς τους και κανείς, άλλος δεν ήξερε ότι βρισκόταν εκεί.

Τότε η Μαρκέλλα της είπε να ειδοποιήσει κι όλους τους άλλους κι όλοι μαζί ν΄αρχίσουν να φωνάζουν όσο πιο δυνατά μπορούσαν « βοήθεια!!!» μήπως τους άκουγε κάποιος και τους ελευθέρωνε. Κι έτσι έγινε….

΄Ενας βοσκός που έβοσκε τα πρόβατά του κάπου μακριά, σαν να άκουσε κάτι και πλησίασε να δει τι συμβαίνει . Κατάλαβε πως κάποιοι άνθρωποι ήταν φυλακισμένοι και ειδοποίησε τους συγχωριανούς του, που όλοι μαζί έσπασαν την μεγάλη ξύλινη πόρτα του κάστρου, μπήκαν μέσα και μετά έσπασαν μια-μια τις πόρτες κι απελευθέρωσαν τις κοπέλες και τα παλικάρια από τα κελιά τους, που χαρούμενα έτρεξαν στο σπίτι τους κι αγκάλιασαν τους δικούς τους.

΄Ετσι έγινε και με την Μαρκέλλα, που επέστρεψε στο σπίτι της και στην αγάπη των δικών της . Αλλά δεν έκαναν γλέντι όπως σ΄όλα τα άλλα σπίτια που επέστρεψαν τα φυλακισμένα τους παιδιά, γιατί η Μαρκέλλα ειδοποίησε τον Σιδερή και περίμενε να γυρίσει κι εκείνος για να γιορτάσουν μαζί  την ελευθερία της, την επιστροφή του και τον γάμο τους.

Και πραγματικά ο Σιδερής μόλις πήρε το μήνυμα της Μαρκέλλας, επέστρεψε αμέσως στο νησί κι έκαναν ένα γλέντι που ακόμα το θυμούνται στο χωριό.

Όσο για την Κακίστρω, μόλις έμαθε για την απελευθέρωση της Μαρκέλλας, πήρε τη άσχημη κόρης και κρυφά έφυγε από το χωριό, μάλλον κι από το νησί. Και κανείς δεν άκουσε ποτέ κάτι γι αυτές, αλλά ούτε και κανείς τις αναζήτησε.

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...