Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΑΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

 

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ,

 ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ




Φωτιά! Καίγεται το δάσος! Τρέξτε να σωθείτε!!!!! Ακούστηκαν φωνές ξαφνικά, σπάζοντας την ηρεμία και την γαλήνη του δάσους.

΄Ολοι , ζώα, πουλιά και έντομα έτρεχαν να σωθούν από την μανία της φωτιάς. Μαζί με όλους, τρομαγμένος, πετούσε δεξιά κι αριστερά , προσπαθώντας να σωθεί κι ο κότσυφας.

Ίου, Ίου…., ακούστηκε κι εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα της πυροσβεστικής και πολλοί άνθρωποι ( άλλοι ήταν πυροσβέστες, άλλοι ήταν απλοί άνθρωποι σαν και μας) ξεχύθηκαν στο δάσος και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά..

Αφού πάλευαν πολλές ώρες, κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά, όμως το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Τα δέντρα ήταν καμένα ,χορταράκι δεν υπήρχε πουθενά, λουλουδάκι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.

 Εκεί που κάποτε ήταν ένα πανέμορφο δάσος που ζούσαν τόσα ζώα, που κελαηδούσαν τόσα πουλιά, που το στόλιζαν τόσα πολύχρωμα λουλούδια  τώρα έβλεπες παντού μαυρίλα και εικόνες καταστροφής.

Ο Κότσυφας δεν άντεχε να το βλέπει κι έφυγε μακριά. Πήγε στην πόλη, έφτιαξε πρόχειρα μια φωλιά σ΄ένα παλιό εγκατελειμένο σπίτι κι εκεί η κοτσυφίνα του γέννησε τα αυγά, απ΄όπου βγήκαν τα μικρά κοτσυφόπουλα τους.

Όμως ο κότσυφας δεν άντεχε τη ζωή στην πόλη και συχνά σκεπτόταν  τον καθαρό αέρα και το πόσο όμορφα περνούσε στο όμορφο δάσος του.

 Και μια μέρα που τον είχε πιάσει ένας δυνατός βήχας από τα καυσαέρια στην πόλη, αποφάσισε να επιστρέψει με την οικογένειά του πίσω στο δάσος.

Στο δρόμο , καθώς πετούσαν προς τα κει, είδε τον Χάρη τον βάτραχο να κλαίει στην όχθη του ποταμού.

-Πετάχτηκα να κάνω παρέα στην καημένη τη χελώνα που δεν είναι καθόλου καλά, γιατί όπως είπε ο γιατρός τα λαχανόφυλλα που έφαγε είχαν πάνω τους φυτοφάρμακα. Κι έμεινα εκεί λίγο καιρό μέχρι να νοιώσει καλύτερα. Καθώς επέστρεφα κόντεψε να με πατήσει ένα αυτοκίνητο. Και τώρα ψάχνω το ποταμάκι μου με το γάργαρο νεράκι και δεν το βρίσκω. Μόνο σκουπίδια έχει εδώ πέρα.

-Ακολούθησέ μας στο καμένο δάσος να δούμε τι μπορεί να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε, του είπε ο κότσυφας.

Πετώντας  είδε  πιο κάτω τον Μίμη τον λαγό να έχει πιαστεί σ΄ένα δόκανο  και να κλαίει γιατί πονούσε πολύ

-΄Ετρεχα πολύ βιαστικός να ειδοποιήσω κάποιον να έρθει να βοηθήσει τον καημένο τον αετό, που τον χτύπησε κάποιος κυνηγός κι έχει σπάσει τη φτερούγα του, δεν πρόσεξα και πιάστηκα στο δόκανο. Κάνε κάτι σε παρακαλώ να με βοηθήσεις.

-Θα πάω στο δάσος να συζητήσω με τους φίλους μου και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε.

-Κάνε γρήγορα όμως γιατί πονάω.

Ο Κότσυφας συνέχισε να πετάει κι είδε πολλά μικρά και μεγαλύτερα ζωάκια κι έντομα, να ακολουθούν το μονοπάτι που οδηγούσε στο καμένο δάσος .

Φαίνεται πως κι άλλοι επιστρέφουν, σκέφτηκε.

Όμως, όταν πήγε πιο κοντά και κοίταξε πιο προσεκτικά είδε ότι δεν ήταν κανείς από τους φίλους του.

-Ει… που πάτε όλοι εσείς;

-Πάμε να βρούμε ένα δάσος για να μείνουμε γιατί στο δικό μας ήρθαν αρχικά οι ξυλοκόποι κι άρχισαν να κόβουν τα δέντρα μας για να φτιάξουν λέει χαρτί , έπιπλα κι άλλα ξύλινα είδη και μετά μπήκαν μπουλντόζες που μούγκριζαν  κι εμείς δεν είχαμε πια φωλιές για να μείνουμε κι έτσι φύγαμε, είπε μια αλεπουδίτσα.

-Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε το φίλο μας τον Μίμη τον λαγό να ελευθερωθεί από το δόκανο;

-Πάω εγώ λέει μια αρκουδίτσα, που ξέρω από αυτά. Κι επιστρέφω να ζήσουμε όλοι μαζί στο δάσος.

-Εδώ όμως το δάσος είναι καμένο. Δεν έχει καθόλου δέντρα και λουλούδια..

-Έχει εμένα ,είπε μια άσπρη παπαρούνα.

-Και τι λουλούδι είσαι εσύ;

-Παπαρούνα.

-Μα οι παπαρούνες είναι κόκκινες….

-Όταν είναι χαρούμενες. Όταν είναι λυπημένες είναι άσπρες.

- Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ξαναζωντανέψει το δάσος.

-Ναι αλλά ποιο τρόπο. Εμείς είμαστε ζωάκια τι μπορούμε να κάνουμε;

-Το βρήκα! Λέει ο κότσυφας . Θα μας βοηθήσουν τα παιδιά

Που ακούν την ιστορία μας. Τα παιδιά έχουν καθαρή καρδιά και σκέπτονται όμορφα πράγματα γιατί είναι πολύ έξυπνα.

Κι επίσης θα μας βρουν τρόπους να προστατέψουμε το δάσος, που  με τα δέντρα του χαρίζει σε όλους μας οξυγόνο και τρόπους για να γίνει όλων μας η ζωή καλύτερη πάνω στον όμορφο πλανήτη μας .

Τι λέτε λοιπόν , πώς μπορείτε να βοηθήσετε για να γίνει η γη μας ένας μικρός παράδεισος;  

1. ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΕ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ

2. ΝΑ ΛΥΣΟΥΜΕ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΖΛ.

3.. ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΑΔΕΣ ( ΔΕΝΤΡΑ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΕΝΤΟΜΑ, ΖΩΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ Ν ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025


 Ο ΠΕΡΔΙΚΟΣ ΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ




 Ήταν μια ανοιξιάτικη  μέρα όταν επισκεφτήκαμε  το κέντρο εκτροφής θηραμάτων. Εκεί είδαμε  πολλά  κλουβιά  με μικρές και μεγάλες πέρδικές . Οι μικρέ ς περίμεναν να μεγαλώσουν ,οι μεγάλες  να ζευγαρώσουν  και να γεννήσουν αυγά  από όπου  θα βγουν τα νέα  περδικόπουλα. Όλα τα πουλιά θα περίμεναν  στα ασφαλή κλουβιά τους με την φροντίδα κάποιων υπεύθυνων  μέχρι την ημέρα  που θα τα άφηναν να ζήσουν  ελεύθερα στη φύση.

  Ο υπεύθυνος που ήταν εκεί  και φρόντιζε τα πουλιά ,για να μας  ευχαριστήσει έφερε έναν πέρδικο ( αν μπορούμε να πούμε έτσι  το αγόρι της πέρδικας) και μας εξήγησε  πως η διαφορά  του από το κορίτσι πέρδικά  ήταν κάτι  μικρά καρουμπαλάκια  στα πόδια του. Με πολύ χαρά  και ενθουσιασμό το χαϊδέψαμε  όλοι μας  και ζητήσαμε από κάποιον υπεύθυνο  να τον αφήσει  ελεύθερο. Εκείνος δεν μας χάλασε το χατίρι  και σε λίγο αυτό το όμορφο πουλί  πετούσε ψηλά.

 Ο φίλος μας ο  πέρδικος (γιατί έτσι τον θεωρούσαμε πια) δεν ήταν μαθημένος να πετάει πολύ και  έτσι αφού έκανε μερικούς γύρους  προσγειώθηκε κουρασμένος  στα κλαδιά του δέντρου  στο διπλανό δάσος. Εκεί ήταν η φωλιά μιας κουκουβάγιας που ξύπνησε ξαφνιασμένη από τον απρόσμενο επισκέπτη της.

- «Τι συμβαίνει ;Τι θέλεις εδώ  ;»  ,τον ρώτησε.

-« Συγγνώμη που ενοχλώ αλλά εσύ τι είσαι;» .

-«Είμαι  κουκουβάγια . Ακόμα και τα πολύ μικρά παιδιά με ξέρουν, κι ακόμα  ξέρουν πως τη μέρα κοιμάμαι  και δεν μου αρέσει να με ενοχλούν .»

-«Λυπάμαι , δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, αλλά μια  και σε ξύπνησα ,μπορώ  να σε ρωτήσω  μερικά πράγματα;»

-« Αν ξέρω  θα σου  απαντήσω . Και να ξέρεις  είσαι πολύ τυχερός γιατί ξέρω πολλά πράγματα»

-« Σ’ ευχαριστώ . Ε … Χμ , λοιπόν μάθε πως ξαφνιάστηκα  που σε είδα γιατί δεν μοιάζεις σαν και  εμένα»

-« Φυσικά αφού είμαι κουκουβάγια και εσύ πέρδικα.»

-« Πέρδικος  καλύτερα γιατί είμαι  αγόρι.»

-« Λοιπόν τι θες να μάθεις;»

-«Να εγώ  μέχρι σήμερα ζούσα μαζί  με πολλά άλλα πουλιά ίδια σαν εμένα σε μεγάλα κλουβιά κι ένας άνθρωπος  μας έφερνε  φαγητό και νερό. Αυτή ήταν η ζωή μου . τώρα  βρίσκομαι σε άλλο τόπο που δεν γνωρίζω  τίποτα γι’ αυτόν.»

-« Αυτός ο τόπος λέγεται δάσος.»

-« Μάλιστα . Και ζουν  εδώ  κι άλλα  πουλιά σαν εμένα».

-« Και σαν και εμένα και σαν και σένα ,αλλά και πολλά άλλα  διαφορετικά από  μας».

-« Υπάρχει και  κάποιος  άνθρωπος εδώ  να   σας φροντίζει ».

-« Όχι βέβαια. Ο καθένας εδώ φροντίζει μόνος του να βρει  φαγητό ,νερό  και να φτιάξει  τη φωλιά του. Και προσοχή οι άνθρωποι που έρχονται στο δάσος  δεν είναι πάντα φιλικοί . Ιδιαίτερα  δε αν δεις  ανθρώπους να  κρατούν  ένα μακρύ σιδερένιο μπαστούνι , πέτα μακριά ,πέτα γρήγορα. Αυτοί είναι κυνηγοί  κι έρχονται εδώ  για να μας κυνηγήσουν και να μας σκοτώσουν».

-« Γιατί τι τους κάνουμε;»

-« Δεν νομίζω να τους κάνουμε κάτι , αλλά αυτό το γιατί ούτε εγώ δεν μπορώ να σου το απαντήσω. Το μόνο που μπορώ να σου  πω είναι ‘ φυλάξου’»

-« Σαν  να μη μ’ αρέσει αυτό . Για πες μου  όμως υπάρχει  κάτι άλλο που πρέπει να προσέχω;»

-« Τα κυνηγόσκυλα».

-« Είναι πάλι αυτό;»

« Είναι κάτι ζώα , σκύλους τα λένε , που τα έχουν μαζί τους οι κυνηγοί  και μπορούν  και να σε μυρίσουν  και να σε καταλάβουν από πολύ μακριά».

-« Πω, πω! Αυτό είναι φοβερό!»

-«Και να ήταν μόνο αυτό .Πρέπει να προσέχεις  τους  λύκους  και τις αλεπούδες  που είναι πολύ πονηρές και ύπουλες. Αυτές  ειδικά  σ’ αρπάνε  χωρίς να το πάρεις χαμπάρι».

-«Μ’ έχεις  φοβίσει στ’ αλήθεια  πολύ. Και πως είναι  αυτά τα ζώα;»

-«Μοιάζουν  λίγο με το σκύλο , αλλά και ο λύκος  είναι πιο μεγάλος και πιο άγριος , ενώ η αλεπού  είναι πιο μακριά  κι έχει πονηρό μουσούδι , με έξυπνα μάτια και μια φουντωτή  ουρά . Να παρακαλάς να μη τους συναντήσεις γιατί δε θα προλάβεις να τους  αναγνωρίσεις».

-«Νομίζω πως θέλω να γυρίσω πίσω στη φυλακή μου .Εκεί  τουλάχιστον  ήμουν ασφαλής . Δεν  είχα το νου μου σε κυνηγούς ,κυνηγόσκυλα .λύκους αλεπούδες…»

-«Και φίδια»

-«Άντε πάλι. Τι θα πει φίδια;»

-«Το φίδι λοιπόν είναι σαν ένα χοντρό σκοινί  που σέρνεται  στο χώμα και αγαπημένος του μεζές είναι κάθε  είδους πουλάκι».

-«Καλά όλοι αυτοί θέλουν να μας φάνε, εμείς τι  τρώμε;»

-«Σποράκια σκουληκάκια ,κάποιοι  που ζουν κοντά σε λίμνες  , θάλασσες , ποτάμια  τρώνε  ψάρια  και κάποιοι άλλοι όπως  ο βασιλιάς μας  τρώει  μικρά ζωάκια».

-«Έχουμε και βασιλιά; Τι είναι αυτό;»

-«Ας  πούμε  ότι ο βασιλιάς  είναι ο αρχηγός μας  και οι άνθρωποι  θεωρούν σαν βασιλιά των πουλιών  τον αετό  επειδή είναι μεγάλος και δυνατός.»

-«Και τι κάνει για  μας αυτός ο  μεγάλος και δυνατός; Μας φροντίζει ; Μας προστατεύει;»

-«Τίποτα δεν κάνει  όπως όλοι οι βασιλιάδες άλλωστε. Σου είπα και πριν  εδώ ο καθένας φροντίζει τον εαυτό του».

-«Εσύ όμως  φροντίζεις για μένα».

-«Πώς το κάνω δηλαδή αυτό;»

-«Να , σαν να είσαι δάσκαλος σε σχολείο , μου  έμαθες  ένα σωρό πράγματα».

-«Ναι …μάλλον  έχεις δίκιο . Μα  μου φαίνεται  πως κάτι μυρίζω  και βλέπω μια γκρι σκιά  ν’ ανεβαίνει  προς τον ουρανό. Τι να  συμβαίνει;»

-«Φωτιά ! Φωτιά! Κίνδυνος! Πάμε γρήγορα  να δούμε.

 

   Τα δυο πουλιά πέταξαν  γοργά εκεί δίπλα  οπού παρέα  έκανε πικ νικ και έψηνε λουκάνικα και μπιφτέκια. Όταν τελείωσαν έσβησαν  πολύ προσεκτικά την φωτιά.

-«Αυτοί είναι κυνηγοί» Ρώτησε τρέμοντας  ο πέρδικος.

-«Όχι , αυτοί  είναι άνθρωποι που αγαπάνε και σέβονται το δάσος  κι όλους  όσοι ζούμε  εδώ , γι’ αυτό  έρχονται εδώ περνούν  όμορφα , προσέχουν που και πως  θα ψήσουν  τα φαγητά τους  και μετά φροντίζουν να σβήσουν  καλά τη φωτιά  να μην αφήσουν σκουπίδιά  και ασχημαίνει ο τόπος , αλλά  ψιχουλάκια  και μπουκίτσες και  ψωμάκια  σε διάφορα σημεία  για να τα βρούμε και να τα φάμε εμείς. Αυτοί είναι φίλοι μας και φίλοι του  δάσους».

-«Τώρα με μπέρδεψες. Κι εσύ γιατί τσιρίζεις  φωτιά! Κίνδυνος! Με κατατρόμαξες πριν».

-«Κοίτα  η φωτιά  είναι καλό πράγμα  και χρήσιμο , όταν οι άνθρωποι την χρησιμοποιούν σωστά  , αλλά και κακό και καταστροφικό εν π.χ. πάρει φωτιά το δάσος . Γιατί απλώνεται πολύ γρήγορα  , καίει δέντρα  που χρειάστηκαν  χρόνια  για να γίνουν . Καίει ζώα  και πουλιά και παγιδεύονται  και δεν προλαβαίνουν  να φύγουν και να σωθούν».

-«Μεγάλη καταστροφή  λοιπόν».

-«Ας τ’ αφήσουμε  τώρα  αυτά . Κουράστηκα .Πάω να κοιμηθώ  .Αλήθειά  που θα κοιμηθείς  το βράδυ;»

-«Δεν ξέρω . Και δεν ξέρω ούτε που , ούτε πως   να φτιάξω  μια φωλιά».

-«Αυτό είναι πρόβλημα . Η φωλιά  μου είναι  μικρή για σένα  και δεν μπορώ να σε φιλοξενήσω . Κι  εγώ δεν  ξέρω πως  , που φτιάχνετε εσείς  οι πέρδικες  τις φωλιές σας. Τι να κάνω ; Τι να κάνω;»

  Η κουκουβάγια  άρχισε πάλι  να  περπατά  πέρα δώθε  στο κλαδί για να βρει  την λύση όταν ξαφνικά βγάζει μια δυνατή φωνή .

- « Το βρήκα. Απόψε  θα κάνουμε πάρτι».

-«Α. πολύ ωραία ! Ποιος γιορτάζει;»

-«Κανείς».

-«Ε , τότε;»

-«Θα στείλω το φίλο μου το κοτσύφι να ειδοποιήσει  όλα τα πουλιά αυτού του δάσους  να μαζευτούμε κάτω από  το μεγάλο πλάτανο .΄Ετσι  θα τους γνωρίσεις και θα σε γνωρίσουν και θα  έχεις  την ευκαιρία  να μάθεις  ότι χρειάζεσαι  από  τις άλλες  πέρδικες που ζουν  ελεύθερα εδώ».

-«Μπράβο !Πολύ καλή ιδέα ! Καλά λένε  πως είσαι ένα  σοφό πουλί».

-«Σ’ ευχαριστώ , πάμε  όμως  γρήγορα να βρούμε το κοτσύφι. Να ,εδώ πιο κάτω μένει».

 Και έτσι τα πράγματα  το ίδιο βράδυ  κάτω  απ’ το μεγαλείο  πλάτανο μαζεύτηκαν χιλιάδες πουλιά , μικρά και μεγάλα που ήρθαν χαρούμενα να γνωρίσουν το νέο τους φίλο. Η  βραδιά ξεκίνησε με διαγωνισμό ομορφιάς  όπου κέρδισε το αρσενικό παγώνι. Συνέχισε με διαγωνισμό  τραγουδιού  , όπου κέρδισε το  πρώτο βραβείο το αηδόνι .Έκαναν πολλούς αγώνες  όπως  ποιος θα πετάξει  πιο γρήγορα , ποιος  θα μαζέψει πιο πολλά  σκουληκάκια , ποιος θα  φτιάξει  την καλύτερη φωλιά κ.α. Όμως  σε μια  γωνιά  κάθονταν  στεναχωρημένη μια όμορφη  πέρδικα και ο φίλος μας ο πέρδικος τη είδε και την πλησίασε δειλά.

-«Τι  έχεις  κι είσαι στεναχωρημένη;» τη ρώτησε.

-«Είχα  έναν όμορφο  πέρδικα για  σύντροφο  αλλά τώρα δεν υπάρχει  πια και νιώθω μόνη  και δυστυχισμένη. Τι θα πω  τώρα εγώ  για τον πατέρα τους  στα περδικόπουλα μου  που σε λίγο  καιρό θα βγουν  από τα αυγά τους;»

-«Τι έγινε  ο σύντροφός σου ;Έφυγε σε άλλο δάσος ; Τον σκότωσαν κυνηγοί; Τον έφαγε κάποιο ζώο;»

-«Τίποτα από  αυτά . Έφαγε κάτι σποράκια  όπου οι άνθρωποι  είχαν βάλει  κάποιο φάρμακο , φυτοφάρμακο το λένε  και αρρώστησε και πάει».

-«Δεν ήξερα  τίποτα για φυτοφάρμακο και νομίζω ότι πολλά ακόμα  που δεν ξέρω και πρέπει  οπωσδήποτε να μάθω . Ξέρεις σκέφτηκα κάτι. Θέλεις να έρθω στη φωλιά σου  και να μεγαλώσουμε μαζί  τα περδικόπουλά σου σαν να ήμουν εγώ ο πατέρας τους».

-«Και βεβαία θέλω ¨,απάντησε ανακουφισμένη η πέρδικα.

 Εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάει  δίπλα τους η κουκουβάγια που τα’ άκουσε όλα. Κι είπε δυνατά:

-«Φίλοι μου αγαπημένοι από σήμερα ο πέρδικος κι η πέρδικα  θα ζήσουν μαζί!»

«Μπράβο!» φώναξαν όλα τα πουλιά  μαζί κι έκαναν ένα γλέντι  που όμοιό του δεν είχε ξαναγίνει στο δάσος.

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...