Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΛΑΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΛΑΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

                      Η ΨΑΡΟΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ




Μια φορά κι έναν καιρό  ήταν  μια πολύ όμορφη  πριγκίπισσα  που μόλις  την  είδε  να  περνά   μια άσχημη  και κακιά μάγισσα  έστειλε αμέσως  προξενητάδες  στον πατέρα  της  να τη ζητήσουν  σε γάμο  άσχημο  γιο της.

 Όπως ήταν φυσικό ,  όταν  είδε  η πριγκίπισσα τον άσχημο  άντρα  που τη   ζητούσε  σε γάμο  αρνήθηκε  ευγενικά  λέγοντας  ότι  είναι  πολύ μικρή  ακόμα για να παντρευτεί. Η μάγισσα   όμως λύσσαξε  από το κακό της  κι  αμέσως έκανε μάγια    στην όμορφη  πριγκίπισσα και   την μεταμόρφωσε σε ένα  όμορφο  χρυσό ψαράκι  που   το πέταξε   μακριά στον ωκεανό  . Η  πριγκίπισσα  δυσκολεύτηκε  πολύ να καταλάβει  τι  είχε συμβεί  και να προσπαθήσει   να δεχτεί  τη νέα της  ζωή   σαν ψάρι . Κολυμπούσε   λοιπόν   πολύ λυπημένη  όταν συνάντησε  ένα δελφινάκι  .

-Τι έχεις  μικρό ψαράκι  κι  είσαι λυπημένο; Ρώτησε  το δελφινάκι.

- Δεν είμαι ψαράκι  αλλά μια πριγκίπισσα  , είπε το μικρό ψαράκι  και κλαίγοντας  είπε στο δελφινάκι  την ιστορία του .

- Τι μπορώ  να κάνω  εγώ  για να σε κάνω  να χαρείς ; Θέλει  να΄ρθεις  μαζί μου  να γυρίσουμε παρέα  σ’όλο το βυθό του ωκεανού  κι  ίσως σκεφτούμε  κάποια  λύση  στο πρόβλημά σου.

-Θέλω, είπε το ψαράκι.

 Κι έτσι ξεκίνησαν  μαζί για  τη μεγάλη βόλτα . Στη διαδρομή  γνώρισαν  πάρα πολλούς  από τους κατοίκους  του βυθού  ,ψάρια,  μικρά και μεγάλα, αστακούς , γαρίδες  , αχινιούς  , πεταλίδες,  καλαμάρια  και χταπόδια   κι όλη θαύμαζαν  την ομορφιά  που  είχε  το ψαράκι  -πριγκίπισσα  κι ήθελαν να το κάνουν φίλο τους.

  Ψάχνοντας  να βρει λύση  στο πρόβλημα της  φίλης του  το δελφινάκι  έλεγε σε όποιον συναντούσε  την ιστορία του διαφορετικού ψαριού . Κι έτσι σιγά σιγά  πες ο ένας πες ο άλλος  όλοι στο βυθό γνώρισαν την ιστορία της  ψαροπριγκίπισσας . Το  μικρό  ψάρι- πριγκίπισσα   όμως  παρόλο  που  ήταν τόσο όμορφο  , ου  είχε τόσους φίλους  και  γνώρισε  θαυμαστούς τόπους στο βυθό  ήταν πολύ δυστυχισμένο, για τι δεν μπορούσε να συνηθίσει αυτή τη ζωή  και να ξεχάσει πως ήταν  στην πραγματικότητα μια όμορφη πριγκίπισσα.

  Κάποια μέρα  εκεί που ταξίδευαν  ήρθε και  τους συνάντησε η ξανθομαλλούσα  γοργόνα , κόρη  του μεγάλου βασιλιά της θάλασσας  . Κάποιο ψαράκι τη μίλησε  για την ιστορία  της όμορφης πριγκίπισσας   που η κακιά μάγισσα   την έκανε ψάρι  κι ήταν  τώρα μαζί του  στο βυθό.

-Θέλεις να  γνωρίσεις  τον πατέρα μου   μικρό ψαράκι. Εκείνος  είναι σοφός  και ξέρει  ένα σωρό πράγματα . Ίσως μπορεί  να σε βοηθήσει  κι  εσένα .

- Και βέβαια  θέλω . Σ’ ευχαριστώ  καλή μου γοργόνα .

- Βρε , πώς δεν το είχα σκεφτεί  εγώ  αυτό ; Δίκιο  έχεις καλή μου φίλη . Ελάτε  γρήγορα  , μη χάνουμε χρόνο  , είπε το δελφινάκι.

 Κι οι τρεις  τους παρέα  κολύμπησαν  κι έφτασαν σε μια θαλασσοπολιτεία  που το μικρό  ψάρι  τα ‘χασε  από την  λάμψη της  και την ομορφιά της . Όμως ακόμα πιο θαυμαστό  ήταν το παλάτι  του πατέρα της  γοργόνας  , στολισμένο με κοχύλια,  κοραλλιά,  μαργαριτάρια  , ρουμπίνια  κι άλλες πολύτιμες  πέτρες . Το  ψάρι – πριγκίπισσα ούτε στα όνειρά του δεν  είχε  δει έναν τέτοιο  τόπο . Δεξιά και αριστερά  στην  είσοδό του ήταν  ακοίμητοι  φρουροί  δυο ιππόκαμποι  που σαν είδαν την Χρυσομαλλούσα  γοργόνα  έκαναν στην άκρη   για να περάσει  με την παρέα της .

Σε λίγο  οι 3 φίλοι  ήταν μπροστά  στον πατέρα της  γοργόνας  που  χάιδευε  τα μαλλιά  της μικρής του  κόρης  που την αγαπούσε πολύ . Του   είπαν για αυτό  το πρόβλημα που  είχε  το ψαράκι πριγκίπισσα  κι  εκείνος   έπεσε σε  βαθειά  συλλογή . Αφού σκέφτηκε πολύ  τους  είπε σοβαρά:

-Στην άλλη άκρη του ωκεανού  είναι ένα παλιό  βυθισμένο πλοίο  , από εκείνα  τα πολύ  παλιά  που δεν είχαν μηχανές  αλλά πανιά  και κουπιά.  Εκεί λοιπόν  είναι ένα  αγγείο  κλειστό  , που  όπως  μου είπε κάποιος  άνθρωπος  που τον  έσωσα  απ’ αυτό  το ναυάγιο  ,έχει ένα  φάρμακο  που γιατρεύει  όλες τις αρρώστιες  και λύνει τα μάγια. Μέχρι σήμερα  δεν το  χρειαστήκαμε  . Μα αν   είναι αλήθεια  τότε εσύ  αυτό χρειάζεσαι . Προσοχή  όμως , το βυθισμένο  πλοίο  μένει   ένα τεράστιο χταπόδι που δεν αφήνει  κανένα  να το πλησιάσει . Πρέπει  να βρείτε  τρόπο να το ξεχάσετε .

-Καλά  ,θα πάμε  πρώτα εκεί και μετά  θα δούμε  τι θα κάνουμε  , είπε το δελφινάκι.

-Σ’ ευχαριστώ πολύ  καλέ μου βασιλιά  ,  είπε το ψάρι  πριγκίπισσα  και ξεκίνησα οι δυο τους  να βρουν  το ναυαγισμένο  πλοίο.

 Κολυμπούσαν  και κολυμπούσαν   μέρες και νύχτες  ώσπου  ένα πρωινό  το είδαν  μπροστά τους  ακριβώς  όπως το  είχε  περιγράψει  ο βασιλιάς  της θάλασσας .

-Τώρα τι κάνουμε ; Ρώτησε   το δελφινάκι βλέποντας   το μεγάλο χταπόδι  να κοιτάζει  απειλητικά  γύρω του.

- Το  βρήκα  ,  είπε το ψαράκι  . Τόσο καιρό  μαζί σου  στο βυθό   δυνάμωσα  κι έμαθα  να κολυμπάω  πολύ γρήγορα  . Θα πάω λοιπόν  μπροστά  στο χταπόδι  να με κυνηγήσει  κι εγώ θα του ξεφύγω  ενώ εσύ θα το πάρεις  , το αγγείο  με το φίλτρο , που χρειάζομαι.

-Να  αυτό  είναι  πού  επικίνδυνο.

-Ναι  αλλά  δεν θα ήταν  δίκαιο  να κινδυνέψεις  εσύ  για κάτι  που χρειάζομαι εγώ  τόσο πολύ; Θα συναντηθούμε  σε αυτό το βράχο   εδώ. Έτσι κι  έγινε  . Το χταπόδι  μόλις  είδε  το ψάρι  πριγκίπισσα  όρμισε  να το πιάσει  αλλά εκείνο με έναν ελιγμό  , τον ξέφυγε   συνέχεια  μέχρι που το τεράστιο   χταπόδι  απομακρύνθηκε  πολύ από το βυθισμένο  πλοίο  κι έτσι  το δελφινάκι  κατάφερε  να πάρει  μακριά το αγγείο με το   φίλτρο.

Μετά οι δυο φίλοι  συναντηθήκαν  στο σημείο  που  είχαν πει  και το  ψάρι πριγκίπισσα  ήπιε το φίλτρο  κι αμέσως  ξαναέγινε  η όμορφη πριγκίπισσα  κι  ανέβηκε στον αφρό της θάλασσας παρέα με το δελφινάκι. Ανέβηκε  στην πλάτη   του μικρού δελφινιού  και εκείνο την πήγε στην ακτή .

-Θα έρχομαι να σε βλέπω συχνά να σε βλέπω  δελφινάκι μου.

- Φώναξέ με και εγώ θα  έρχομαι   με χαρά  να σε βλέπω  . Γεια σου πριγκίπισσά μου και αν  είσαι ευτυχισμένη .

-Γεια σου καλέ μου φίλε  και σε ευχαριστώ  πολύ για όλα . Θα σε θυμάμαι  πάντα με αγάπη.

 Κι έτσι η όμορφη πριγκίπισσα  γύρισε στο σπίτι της  κι όλοι ήταν  πολύ χαρούμενοι . Όλοι εκτός  από την άσχημη  κακιά μάγισσα  που έσκασε από το κακό της .Η πριγκίπισσα  ποτέ δεν ξέχασε  τους φίλους της  και κυρίως το μικρό δελφινάκι που  πήγαινε στη θάλασσα και το συναντούσε συχνά. Μια μέρα το δελφίνι που αγάπησε την πριγκίπισσα ,  της ζήτησε να το  παντρευτεί , αφού πρώτα  μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο με τη  βοήθεια του βασιλιά της θάλασσας . Η πριγκίπισσα  δέχτηκε αμέσως και  έζησαν για πάντα μαζί.

                                 Ο ΜΠΑΝΤΑΜΠΟΥΜΠΑ


 Μια φορά και έναν καιρό  , την εποχή  που οι πειρατές ήταν φόβος και τρόμος  στη θάλασσα  , ζούσε  ένας πειρατής   που τον έλεγαν Μπανταμπούμπα.

 Ήταν όμορφος  και κομψός  με περιποιημένα γένια  και μουστάκια  , είχε ένα σκουλαρίκι  στο αυτί  και ένα μαύρο πετσί   στο ένα του μάτι  , γιατί είχε  χτυπήσει  σε μια μάχη  . Ένας   κακός πειρατής  είχε παλέψει μαζί του  και τον σημάδεψε με μια σπαθιά  στο πρόσωπο . Φορούσε  ένα μαύρο καπέλο  με το  πειρατικό σήμα   κει ένα  κόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

 Είχε  ένα όμορφο ξύλινο  πλοίο με πανιά  και πολλά  κανόνια  . Ψηλά ανέμιζαν  δυο σημαίες  , μια μαύρη πειρατική  και μια άσπρη  με έναν κόκκινο δράκο  γιατί το πλοίο του λέγονταν « Κόκκινος  δράκος» κι είχε μπροστά του  στην πλώρη  ένα κόκκινο κεφάλι δράκου  και πίσω  στην πρύμνη μια κόκκινη  ουρά δράκου.

 Είχε  για πλήρωμα   αρκετούς άντρες  που όλοι άκουγαν  και σέβονταν  τον καπετάνιο τους αλλά και  τον φοβόταν  γιατί νευρίαζε  και γίνονταν  θεριό ανήμερο . Ο  πειρατής,ο καπετάν Μπανταμπούμπα  λήστευε  μόνο  τους  άλλους κακούς πειρατές  γι’ αυτό  ήθελε  πάντα το πλήρωμα του  να’ ναι   έτοιμο  για   περιπέτειες  και για  σκληρές μάχες   γιατί οι κακοί πειρατές  δεν ήταν  εύκολοι  αντίπαλοι .

 Αυτό  μάλιστα απέδειξαν  με την επίθεση   που έκαναν  στο καράβι  του,  όπου εκείνος  τραυματίστηκε σοβαρά  κι οι πειρατές  έκλεψαν  τους θησαυρούς του .. Κι όταν έγινε αυτό,  έβγαλε αφρούς από το κακό του  . Αποφάσισε  λοιπόν να ψάξει  σε όλες  τις  θάλασσες  για να τους βρει  και  να πάρει πίσω τους θησαυρούς του.

΄Εμαθε ότι οι πειρατές που τον λήστεψαν ήταν οι άντρες του ξακουστού για την σκληράδα του , πειρατή Καρατζούλη.

 Περίμενε να φυσήξει  άνεμος για να φουσκώσει  τα πανιά  του πλοίου  και ν α ταξιδέψει κι όταν έγινε αυτό  σήκωσε  την  άγκυρα  και σάλπαρε.. Ταξίδευε 20  ημέρες  και 20  νύχτες  μα δε συνάντησε  κανένα πειρατικό  καράβι , όταν ξαφνικά τους έπιασε  μεγάλη φουρτούνα  κι αναγκάστηκε  να δέσει  το πλοίο του  σ’ ένα παράξενο νησί  , μέχρι να περάσει η μπόρα. Είδε  λοιπόν με τα κιάλια του   στην παραλία του νησιού να περπατούν  2 δράκοι  , ένας μαύρος και ένας πράσινος . ΄Ολοι  οι πειρατές ήξεραν  πως τους θησαυρούς του  ο κακός  βασιλιάς  των πειρατών  ο Καρατζούλης  , τους έκρυβε  σ’ ένα παράξενο  νησί  όπου τα δέντρα  είχαν κόκκινα φύλλα  και τους φύλαγαν  2 δράκοι.

 Ο Μπανταμπούμπα  σκέφτηκε να βρει ένα τρόπο  για ν’ αρπάξει  τους κρυμμένους   θησαυρούς  κι έβαλε υπνωτικό  βοτάνι  μέσα  σε φαγητό  και το πήγε στην βάρκα  και το άφησε στην παραλία . Όταν οι δράκοι   έφαγαν το  φαγητό  έπεσαν σε βαθύ  ύπνο  κι  έτσι  αυτός με τους άντρες του  βγήκαν στο νησί  , έψαξαν  και έσκαψαν   και βρήκαν  τους θησαυρούς  που ήταν στ’ αλήθεια  πολλοί . Τους πήραν στο καράβι  κι έφυγαν γρήγορα , γρήγορα  από το νησί.

 Όταν ξύπνησαν οι δράκοι  κι  είδαν τι  είχε συμβεί  άρχισαν να  βγάζουν  φωτιές  από τα ρουθούνια τους  και πήρε το νησί φωτιά. Δεν ήξεραν  τι να κάνουν . Πήραν  λοιπόν ο καθένας  από ένα μεγάλο βράχο  στα νύχια τους  και προσπάθησαν να  χτυπήσουν  το καράβι  , πετώντας από πάνω του  , αλλά ο Μπανταμπούμπας  που ήταν έμπειρος καπετάνιος  κατάφερε  κι απέφυγε τους βράχους  και συνέχισε το ταξίδι του.

 Την άλλη μέρα  που έριξαν  τα δίχτυα  για να  ψαρέψουν  κανένα ψάρι  για να φάνε  οι πειρατές  του «κόκκινου  δράκου « , έπλεξε μέσα στα δίχτυα του  η γοργόνα η  Νερένια .  Ο καπετάνιος της  είπε  πως  θα της χάριζε  τη ζωή  και θα την έριχνε  πίσω  στη θάλασσα  μόνο αν  του  έλεγε  που  ήταν οι πειρατές που του έκλεψαν τους θησαυρούς του, γιατί έπρεπε να τιμωρηθούν.

 Η γοργόνα  φώναξε το  φίλο της τον Φλάπυ  , το δελφίνι  και τον  ρώτησε  αν  ήξερε τίποτα  γι’ αυτό . Ο Φλάπυ  συγκέντρωσε  όλα τα δελφίνια  της περιοχής  μήπως κάτι ήξεραν   και πραγματικά  ένα δελφίνι είπε  πως  σ’ ένα νησί εκεί κοντά  , που δεν το ΄χε  ο χάρτης ,  είναι αραγμένο  ένα πειρατικό  και δεν φεύγει  γιατί όλοι οι πειρατές  εκεί είναι μαλωμένοι  . ΄Εχουν μια όμορφη γυναίκα  στο καράβι  , που όλοι  θέλουν να παντρευτούν  και γι αυτό  μαλώνουν. Εκείνη πάλι δεν θέλει κανένα και φωνάζει συνέχεια  βοήθεια .

 Ο Φλάπυ  πήγε γρήγορα  τα νέα στον καπετάν  Μπανταμπούμπα , κι αυτός  τους ευχαρίστησε  και τους είπε  πως πάντα , όταν τον χρειάζονται  θα  είναι  κοντά τους  κι’ έφυγε  για να  βρει τους κακούς πειρατές και να τους τιμωρήσει . Οδηγός μπροστά  ήταν το δελφίνι που γνώριζε που ήταν το νησί.

 Το πλήρωμα  του «κόκκινου δράκου» ετοιμάζονταν  για πολύ  μεγάλη μάχη  μα όταν  έφτασαν κι  είδαν  με τα κιάλια , ανακάλυψαν  ότι το πλοίο  του αρχηγού  των πειρατών  , ήταν πολύ μεγάλο  ( το πιο  μεγάλο καράβι που είχαν  δει ) και το πλήρωμα ήταν  πάρα πολλοί και  μεγαλόσωμοι  άντρες και  σκέφτηκαν    ότι δεν θα ήταν  εύκολο  να  τα βάλουν  μαζί τους . Τότε  ο καπετάν Μπανταμπούμπα    σκέφτηκε  να στείλει  μια ομάδα  με  αρχηγό  τον αξιωματικό  του και να προσφέρει ένα ακριβό  δώρο  από  τους θησαυρούς   που  είχε μαζέψει  μαζί μ’ ένα μπουκάλι  ρούμι  (  που θα’ χε  μέσα  υπνωτικό  βότανο ) και να ζητήσει  να τον δεχτεί  ο αρχηγός των πειρατών( λέγοντας πως του  είναι  ένας  μεγάλος  και τρανός  άρχοντας που ήθελε  να τον γνωρίσει ).

Πραγματικά  μια βάρκα  με την ομάδα από τον «κόκκινο δράκο»  πλησίασε  το πλοίο   του  Καρατζούλη  και δέχτηκε να πάρει  τα δώρα  και την άλλη μέρα    να γνωρίσει  αυτό  τον τρανό  άρχοντα  που του  έκανε τέτοια τιμή . Μετά  κέρασε  όλο το πλήρωμα ένα ποτήρι από το εκλεκτό   ρούμι του άρχοντα  και βέβαια όλοι σε λίγο  κοιμόταν πάνω στο πλοίο.

  Τότε όρμισε  ο καπετάν Μπανταμπούμπα    κι ελευθέρωσε  τη γυναίκα που ήταν μια πανέμορφη πριγκίπισσα ( και μόλις την είδε την ερωτεύτηκε τρελά) , έβγαλε τους κομισμένους  πειρατές στο νησί και έκλεψε  το πλοίο τους .

Μετά έκαναν μια μεγάλη γιορτή  πάνω  στο πλοίο  και  είπε στο πλήρωμά του  ότι μετά  απ’ αυτήν  την περιπέτεια  , αποφάσισε  να εγκαταλείψει   τη  θάλασσα, να παντρευτεί την πριγκίπισσα , αν τον ήθελε βέβαια κι αυτή και να ζήσει  με την οικογένεια του  στη στεριά  γιατί δεν ήθελε να κινδυνέψουν  άλλο  από κακούς  πειρατές .

 Μοίρασαν  τους θησαυρούς  που ήταν  πάρα πολλοί και  έζησε ευτυχισμένος  στη στεριά  με τη γυναίκα του ( γιατί η όμορφη πριγκίπισσα τον αγάπησε κι εκείνη από την πρώτη στιγμή που την έσωσε) και τα παιδιά που απέκτησε, χωρίς τον φόβο των πειρατών.

 

 

 ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΛΑΣ ΚΑΡΕΤΟΥΛΑΣ




΄Ηταν ένα ζεστό πρωινό του Μάη, όταν η μικρή χελωνίτσα καρέτα-καρέτα, ένοιωσε πως δεν χωρούσε πια στο στρογγυλό άσπρο σπιτάκι που την φιλοξενούσε  εδώ και δυο μήνες , άσε πια που η ζέστη είχε γίνει αφόρητη.

΄Ετσι πήρε κουράγιο και με όλη της τη δύναμη έπεσε πάνω στα τοιχώματα του που μ΄ένα κρακκκκ έσπασαν κι εκείνη βγήκε κι ανάσανε καθαρό αέρα        και θαμπώθηκε από το φως του ήλιου. Όταν συνήθισε αυτό το λαμπερό φως είδε πως ήταν σ΄ένα πολύ όμορφο , ζεστό μέρος και περπατούσε πάνω σε μια χρυσαφένια σκόνη, ενώ γύρω της ήταν κα΄τι μικρά καφέ πλασματάκια που της χαμογελούσαν.

-Καλώς ήρθε αδελφούλα ! της είπε ένα απ΄αυτά.

-΄Αργησες λίγο, αλλά τα κατάφερες, της είπε ένα άλλο.

- Εγώ… τι… δηλαδή; Είπε δειλά το χελωνάκι.

-Τι δεν ξέρεις; Είσαι ένα μικρό χελωνάκι σαν εμάς,! κι είμαστε όλα μαζί αδελφάκια!

-Δηλαδή είμαι…χελωνάκι;

-Ναι, ναι, είσαι ένα αδελφάκι μας!

-Και τώρα τι πρέπει να κάνω;

-Ακολούθησέ μας. Θα πάμε να συναντήσουμε τη θάλασσα. Εκεί θα είναι κι η μαμά μας . Αλλά πρώτα πρέπει να σου δώσουμε ένα όνομα. Μμμμ… πως σου φαίνεται να σε λέμε Αρετούλα η καρετούλα μιας κι είσαι η πιο μικρούλα;

-Μ΄αρέσει πολύ, σας ευχαριστώ.

Κι έτσι τα χελωνάκια ξεκίνησαν για την θάλασσα. Περπατούσαν, περπατούσαν πάνω στη ζεστή άμμο της παραλίας κι η Αρετούλα άρχισε να κουράζεται και σταμάτησε να ξεκουραστεί λίγο.

-Ει Αρετούλα, μην σταματάς! Θα χαθούμε. ΄Αλλωστε να κοίτα κοντεύουμε, άκου το κύμα της θάλασσας που μας προσκαλεί να παίξουμε μαζί του.

-Αυτό το απέραντο γαλάζιο που κάνει πλαφ πλαφ είναι η θάλασσα;

-Ναι  και προχώρα γρήγορα να την χαρούμε…

Τα χελωνάκια άρχισαν να μπαίνουν στο νερό, να πλατσουρίζουν και γρήγορα έμαθαν να κολυμπούν σαν τον καλύτερο κολυμβητή.

Η Αρετούλα φοβόταν να μπει μόνο καθόταν και θαύμαζε την ομορφιά της  καθαρής παραλίας που απλωνόταν γύρω της.

-΄Ελα Αρετούλα, χάνεις, είναι υπέροχα, της φώναξε μια από τις αδελφούλες της.

-Σε λίγο….

-΄Ελα γρήγορα να συνηθίσεις, γιατί πρέπει να ετοιμαστούμε για το μεγάλο ταξίδι.

-Πεινάω….

-Τότε πέσε στη θάλασσα και θα βρει μπόλικα φύκια και μικρά ψαράκια για να χορτάσεις!

΄Ετσι η Αρετούλα πήρε θάρρος ,κι έπεσε στο νερό. Στην αρχή της φάνηκε κρύο, αλλά μετά το συνήθισε και της άρεσε. Γρήγορα έμαθε κι εκείνη να επιπλέει και να κολυμπά και να κάνει βουτιές για να βρει φύκια και μικρά ψαράκια για να φάει.

Αφού δυνάμωσαν αρκετά τα χελωνάκια, ήρθε κι η μαμά τους από μακριά για να τα συμβουλεύει και να τα οδηγήσει στο πρώτο τους μεγάλο ταξίδι σε άλλα μέρη , όπου θα εύρισκαν πλούσια τροφή. Βέβαια σε λίγα χρόνια θα επιστρέψουν σ΄αυτή τη μαγευτική , καθαρή, αμμουδένια παραλία για να γεννήσουν μέσα στη φωλιά τους πολλά μικρά αυγουλάκια,  απ΄όπου θα βγουν  πάλι τα νέα μικρά χελωνάκια.

΄Ετσι ξεκίνησαν ,μπροστά η μαμά και πίσω της τα μικρά χελωνάκια της. Όταν κουραζόταν, έβγαιναν σε κάποια παραλία να ξεκουραστούν και μετά να συνεχίσουν πάλι το ταξίδι τους.

Η μαμά χελώνα, τους μάθαινε ένα σωρό πράγματα:

-Προσέχετε, τους έλεγε, μην πηγαίνετε πολύ κοντά σε πλοία γιατί μπορεί να πληγωθείτε από την προπέλα τους.

-Μην πηγαίνετε πολύ κοντά σε ψαροκάικα γιατί μπορεί να μπλεχτείτε στα δίχτυα τους.

- Προσέχετε να είστε μακριά από τους ανθρώπους γιατί κάποιοι ανόητοι, ρίχνουν δυναμίτη στο βυθό και μας σκοτώνουν

-Αν συναντήσετε ένα πολύ μεγάλο ψάρι με κοφτερά δόντια , αυτό είναι καρχαρίας. Μπείτε ολόκληρα μέσα στο καβούκι σας και μείνετε ακίνητα, αυτός θα σας περάσει για βράχο και θα φύγει.

-Προσέχετε πού κολυμπάτε, πρέπει το νερό γύρω σας να είναι καθαρό, γιατί διαφορετικά αρρωστήσετε. Κι αλλοίμονό σας αν πέσετε σε καμιά πετρελαιοκηλίδα, κανείς δεν θα μπορέσει να σας σώσει.

-Να είστε πολύ προσεκτικά με ό,τι τρώτε γιατί συχνά στην θάλασσα επιπλέουν και σκουπίδια, που άμα τα φάτε, θα σας καθίσουν στο λαιμό και θα πνιγείτε.

-΄Εχουμε  βέβαια και φίλους όπως ο γλάρος που συχνά μας λέει ιστορίες από τα ταξίδια του.

-Στο βυθό ζουν πολλά πλάσματα που είναι φίλοι μας, να όπως αυτό το όστρακο, είπε κι έδειξε ένα υπέροχο όστρακο που ήταν ανοιχτό κι είχε  στο κέντρο του ένα υπέροχο μωβ μαργαριτάρι  με χρυσές ανταύγειες .

Η μαμά χελώνα συνέχιζε να λέει και να κολυμπάει και τα μικρά χελωνάκια την ακολουθούσαν ,ακούγοντάς τη πολύ προσεκτικά.

 Η Αρετούλα όμως θαμπώθηκες από το μαργαριτάρι. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Γύρω του είχαν μαζευτεί καβουράκια, ιππόκαμποι, αχινιοί καλαμάρια, χταπόδια, αστερίες και πολλά πολύχρωμα ψαράκια. Κι όλοι το κοιτούσαν με θαυμασμό.

-Είναι μαγικό μαργαριτάρι, άκουσε δίπλα της μια γλυκιά φωνή και ξαφνιάστηκε. Όταν γύρισε είδε ένα πανέμορφο πλάσμα να την κοιτά.

-Γεια σου, είμαι η μικρή γοργόνα πριγκίπισσα του βυθού κι έρχομαι συχνά εδώ για να βλέπω το μωβ μαργαριτάρι και πολλούς από τους φίλους μου που έρχονται για τον ίδιο λόγο. Λένε πως αν του ζητήσεις μια ευχή, θα την πραγματοποιήσει αμέσως.

-Είμαι η Αρετούλα Καρετούλα και περνούσα από πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας με την μαμά και τις αδελφές μου.

Η Αρετούλα κοίταξε πάνω και με τρόμο ανακάλυψε ότι οι δικοί της είχαν εξαφανιστεί κι έβαλε τα κλάματα.

-΄Ελα μη στεναχωριέσαι, όλοι εμείς εδώ θα σε βοηθήσουμε να βρεις τους δικούς σου, της είπε η γοργονίτσα.

Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τα λόγια της κι ένα δυνατό μπααααμ! Ακούστηκε κι από την έκρηξη που έγινε μέσα στο νερό κι όλα θόλωσαν, το χελωνάκι ένοιωσε να πετάει στον αέρα και να προσγειώνεται σε μια βρώμικη παραλία. Το χελωνάκι φοβισμένο και ζαλισμένο όπως ήταν και καθώς πονούσε παντού ,έμεινε ακίνητο πάνω στην άμμο.

Σ΄αυτή την παραλία είχε έρθει μια ομάδα παιδιών που μάζευαν τα  σκουπίδια και τα ξεχώριζαν ανά είδος για να δώσουν στην ανακύκλωση. Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από το χελωνάκι κι ένα παιδί έτρεξε να βρει κάποιο γιατρό ειδικό για χελώνες, ενώ τα άλλα , λυπημένα, συνέχιζαν να καθαρίζουν.

Στο μεταξύ, όταν καθάρισε το νερό η γοργονίτσα έψαξε παντού για την καινούργια της φίλη  κι επειδή δεν τη βρήκε πουθενά, πλησίασε ,  χάιδεψε το μωβ μαργαριτάρι κι ευχήθηκε, νάναι καλά η Αρετούλα και να συναντήσει τη μανούλα της.

Ξαφνικά ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος πήρε την Αρετούλα από την βρώμικη παραλία και την έριξε πίσω στη θάλασσα και μάλιστα κοντά στη μαμά της και τις αδελφές της, που εν τω μεταξύ κατάλαβαν ότι την έχασαν και επέστρεψαν για να την ψάξουν και να την βρουν.

Αγκαλιάστηκαν τότε όλες μαζί χαρούμενες, αλλά πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους, η Αρετούλα είδε την γοργονίτσα που την κοίταζε χαρούμενη και πήγε κοντά της.

- Πόσο χαίρομαι που βρήκες τους δικούς σου! Είπε η γοργονίτσα.

- Κι εγώ χαίρομαι  γατί πρέπει να έγινε ένα θαύμα. Αλλά χαίρομαι και που σε γνώρισα και θάρχομαι συχνά να τα λέμε, είπε η Αρετούλα. Φεύγω τώρα γιατί με περιμένουν.

Από τότε , όταν η Αρετούλα Καρετούλα περνάει απ΄αυτό το σημείο της θάλασσας πηγαίνοντας η επιστρέφοντας από  τον τόπο που γεννήθηκε, , βρίσκει πάντα την γοργονίτσα ( που της ειδοποιεί πάντα ένα μικρό ψαράκι-φύλακας) να την περιμένει  με χαρά και να λένε τα νέα τους.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

            
                Ο ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΗΘΡΑΣ 

 

 



 

   Μια φορά και έναν καιρό  ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν  Ρουμπίνο  κι είχε  φοβερή  αδυναμία  σ’ ό,τι είχε σχέση  με τη θάλασσα.

 Λάτρευε τα παραμύθια  με τους πειρατές  , τις γοργόνες  ,  τους ξιφίες, του ιππόκαμπους ,  τους αστερίες και τα ταξίδια .

Στα  γενέθλιά του  ο νονός του ,  του χάρισε   ένα σπουδαίο δώρο…… Ένα ενυδρείο  γεμάτο κοχύλια  και πολύχρωμα  ψαράκια.

  Το αγάπησε πολύ το δώρο  ο Ρουμπίνο . Καθόταν  με τις ώρες και χάζευε  τα ψαράκια  του . Μάλιστα  είχε δώσει  κι από ένα όνομα στο καθένα.  Το πιο αγαπημένο του  όμως ήταν ο Μπουρμπουλήθρας  , ένα ψαράκι  όχι πολύ μικρό   ούτε και πολύ μεγάλο , που είχε χρωματιστά  λέπια  με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου ( κόκκινα , κίτρινα ,πορτοκαλιά ,  μπλε, θαλασσιά , άσπρα μαύρα και καφέ) και είχαν το σχήμα του διαμαντιού.

  Ο Ρομπίνο  δεν πήγαινε  πουθενά  χωρίς τον  μπουρμπουλήθρα  του. Αγόρασε  μάλιστα  ένα  ειδικό γυάλινο κουτί  τον έβαζε μέσα και τον έπαιρνε  παντού .

 Έτσι έγινε και εκείνη την ημέρα  που πήγε με τον μπαμπά του για ψάρεμα στο ποτάμι. Με μεγάλη προσοχή  κράταγε στα χέρια του   το γυάλινο κουτί , σαν να ήταν πολύτιμος θησαυρός και ο Μπουρμπουλήθρας   τον κοίταζε όπως πάντα με γουρλωμένα τα μάτια.

  Εκεί  λοιπόν που καθόταν  ο Ρουμπίνο   , ήσυχα ήσυχα  , δίπλα στον μπαμπά του και τον παρακολουθούσε  καθώς ψάρευε  , ακούστηκε ένα δυνατό μπαμ  από κάποιον κυνηγό . Το παιδί τινάχτηκε  και του έφυγε από τα χέρια  το γυάλινο κουτί  έπεσε κάτω έγινε θρύψαλα και  χάθηκε ο Μπουμπουλήθρας.

 Σοκ  έπαθε ο μικρός  Ρουμπίνο που έκλαιγε απαρηγόρητα.

 Το μεγαλύτερο  όμως σοκ το έπαθε  το ψαράκι μας που έπεσε στο ποτάμι . Τι παγωμένο που ήταν το νερό  και πολύ σκούρο ! Δεν  μπορούσε να διακρίνει  τίποτα γύρω του   . Σιγά , σιγά  άρχισε να  συνηθίζει  και τότε  είδε δίπλα του  ένα αλλόκοτο πλάσμα να το κοιτάει με  απορία.

Ήταν  ένα περίεργο  πολύ χοντρουλό   ψάρι με αγκάθια και λέπια  στις αποχρώσεις  του μωβ και του φούξια. Του είπε πως τον έλεγαν Φούσκα  κι  είχε  χάσει το δρόμο του ,αντί να  είναι στη θάλασσα  βρέθηκε στο ποτάμι. Δεν ανησυχούσε  ,όμως  γιατί  κάποια στιγμή  αν ακολουθούσε το ποτάμι θα έβγαινε στη θάλασσα.

  Πολύ δύσκολα φάνηκαν όλα αυτά στον Μπουρμπουλήθρα . Στο κάτω κατώ  αυτός ήταν ένα  μικρό ψαράκι  που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει  στο ενυδρείο . Κι εξήγησε  στο νέο του  φίλο  πώς ήταν η ζωή του   εκεί. Του είπε πως το νερό ήταν πιο ζεστό ,    του έριχναν  έτοιμο φαγητό  αλλά  είχε βαρεθεί πολύ εκεί μέσα γιατί τα  άλλα ψάρια που ζούσαν  μαζί του όλο μάλωναν και είχε βαρεθεί πια τους καβγάδες για ασήμαντα  πράγματα.

-Έτσι που τα περιγράφεις μοιάζει με  φυλακή εκεί που ζούσες , είπε ο Φούσκας  κι άρχισε να του λέει ιστορίες με ναύτες  και ναύτες με καράβια μεγάλα  και μικρά ψάρια  ,με  γοργόνες , ξιφίες , δελφίνια , τεράτιες χελώνες και ένα σωρό  άλλα που είχε  γνωρίσει  εκείνο στη θάλασσα.

 Κουβέντα στη κουβέντα  δεν κατάλαβαν πως έγινε  και ξαφνικά  βρεθήκαν στον αέρα  κι  έπεσαν με ένα δυνατό πλαφ  στη μεγάλη γαλάζια θάλασσα . Τρομάρα που την πήραν!

  Τι  είχε συμβεί  όμως; Το ποτάμι τελείωσε  κι έπεφτε σαν καταρράχτης  στη θάλασσα. Αφού συνήλθαν τα δύο  ψαράκια , άρχισαν να κολυμπούν  για να βρουν  τους φίλους  και τους συγγενείς του Φούσκα. Κολυμπούσαν  , κολυμπούσαν  κι ο Μπουρμπουλήθρας  , που άρχισε να προσαρμόζεται στο θαλασσινό περιβάλλον, δεν  χόρταινε  να  βλέπει ένα σωρό  καινούρια πράγματα  , αστερίες , αχινιούς  , κοχύλια , ιππόκαμπους κ.α.

  Ξαφνικά ο φούσκας φώναξε  :

-Κρύψου γρήγορα!

- Δηλαδή τι να κάνω ; ρώτησε τρομαγμένος ο Μπουρμπουλήθρας.

-Άσε τα λόγια και έλα μαζί μου . Κινδυνεύουμε σου λέω…

 Τα δύο ψαράκια  κρύφτηκαν σε ένα μικρό άνοιγμα  ανάμεσα σε δυο βράχια  κι αμέσως όλα σκοτείνιασαν. Η καρδούλα τους κόντευε να σπάσει  από το φόβο τους  και κυρίως του Μπουρμπυλήθρα που δεν καταλάβαινε  τίποτα. Μετά από λίγο  ο βυθός   ξαναέγινε φωτεινός και γαλάζιος .

_Μα  τι έγινε; Ρώτησε απορημένος    ο Μπορπμουλήθρας.

-Καρχαρίας!

-Δηλαδή;

-Δηλαδή ένα τεράστιο ψάρι  , σαν μικρό καράβι  που κάνει τις   βόλτες του και μας  κόβει τη χολή  γιατί όποιον συναντήσει  στο δρόμο του τον κατασπαράζει. Πρέπει να ξέρεις  πως ο βασικός νόμος  εδώ στο βυθό είναι  ότι « Το μεγάλο  ψάρι τρώει το μικρό» . Αυτός είναι πολύ μεγάλος  και  εμείς πάρα πολύ μικροί.

-Και θα μας τρομοκρατεί  έτσι , κάθε φορά  που θα τον συναντάμε;

-Αυτό θα συμβεί αν  είμαστε τυχεροί.

-Κι αν δεν είμαστε;

-Τότε θα προλάβει να μας φάει.

-Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου.

-Σε κανέναν μας δεν αρέσει .

-Νομίζω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε.

-Δεν  ξέρω αλλά μπορούμε   να σκεφτούμε κάτι .

-Ξέρεις τι λέω  , είπε  ο Φούσκας,  να μαζέψουμε όσο  περισσότερα   ψάρια  μπορούμε, μικρά και μεγάλα και όλοι μαζί να βρούμε μια λύση.

- Και πράγματι  άρχισαν να κολυμπούν  και να ειδοποιούν  κάθε ψάρι και ψαράκι  που έβρισκαν , να συναντηθούν το απόγευμα δίπλα στο βυθισμένο μεγάλο καράβι. Το απόγευμα  μαζεύτηκαν  χιλιάδες ψάρια  στο καθορισμένο μέρος. Εκεί μίλησε πρώτος ο Φούσκας  που σύστησε τον καινούριο του φίλο  και μετά τους είπε το λόγο που συγκεντρώθηκαν.

-Πρέπει να βρούμε τη λύση  , τους είπε, για να ζήσουμε ειρηνικά στο βυθό.

-Να πάει  κάποιος να μιλήσει  στον Καρχαρία , να αλλάξει  διατροφικές  συνήθειες  και να  τρώει  φύκια , είπε η μαρίδα.

-Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα ,ποιος τολμά να τον πλησιάσει   , όχι να του μιλήσει κι όλας , είπε το δελφίνι.

-Να ειδοποιήσουμε  κάποιον να τον  βάλει  φυλακή  γι’ αυτά  που κάνει  , είπε η σαρδέλα.

-Εμείς να κάνουμε κάτι  και να μην περιμένουμε   βοήθεια από άλλους , είπε   η τσιπούρα.

-Λόγια , λόγια ,λόγια … πρέπει να κάνουμε  κάτι όλοι μαζί  γιατί  έναν έναν  χωριστά  σίγουρα μας νικάει  , όλοι μαζί ενωμένοι   όμως θα είμαστε  δυνατή ομάδα ,είπε  ο Φούσκας .

  Τα ψάρια σώπαιναν και σκέφτονταν.

- Νομίζω πως το βρήκα φώναξε,  ξαφνικά ο Μπουρμπουλήθρας. Καθώς ερχόμασταν  εδώ είδα  κάτι δίχτυα . Με τη βοήθεια  των πριονόψαρων  και του ξιφία μπορούμε να κόψουμε  ένα μεγάλο κομμάτι και  να του στήσουμε παγίδα . Κάποιος από μας ο πιο γρήγορος  θα τον παρασύρει  και θα τον τσακώσουμε

 Η ιδέα  αυτή άρεσε  στα ψάρια  πολύ κι άρχισαν  να καταστρώνουν τα σχέδιά τους.  Για δόλωμα διάλεξαν ένα μικρό ψαράκι  που λόγω της ταχύτητάς του τον  έλεγαν Γρηγόρη. Τα πριονόψαρα  με τον ξιφία δούλεψαν σκληρά . Έκοψαν το κομμάτι του  δίχτυ  που χρειάζονταν  κι όλοι μαζί  έστησαν  την παγίδα . Πήρε  ο καθένας τη θέση του  και περίμεναν . Το δίχτυ  είχε στηθεί πίσω από κάτι  βράχια   και δεν φαινόταν  κι έτσι ξαφνικά ο καρχαρίας   θα έπεφτε επάνω του. Σε μικρή απόσταση γύρω , γύρω  μπήκαν φρουροί οι ιππόκαμποι.

 Ξαφνικά ένας  ιππόκαμπος  κούνησε το κόκκινο  μαντήλι ήταν το σύνθημα  ότι ερχόταν ο καρχαρίας. Ο Γρηγόρης  πήρε  δυο τρεις ανάσες  και ξεκίνησε να τον συναντήσει. Ο καρχαρίας βλέπει τον Γρηγόρη  και καθώς πείναγε   πολύ  , μιας και δεν είχε συναντήσει κανένα  ψάρι  εκείνη την ημέρα  , αρχίζει να τον κυνηγά  , αν και του φάνηκε πολύ μικρό για να χορτάσει. Ο Γρηγόρης άρχισε να  κολυμπά πολύ γρήγορα και να του ξεγλυστρά, ώσπου σε μια στροφή  ο καρχαρίας τον έχασε και  ξαφνικά τυλίχτηκε  στα δίχτυα. Όλα τα ψαράκια  έβαλαν τα  δυνατά τους  τον τύλιξαν καλά ,καλά  και τον έδεσαν σφικτά.

- Λοιπόν καρχαρία  επειδή  βέβαια  δεν μας  αρέσει να μας τρως  σου δίνουμε μια ευκαιρία  , είπε ο Φούσκας. Μπορείς να μας αφήσεις ήσυχους στο βυθό και εσύ να τρως φύκια;

- Όχι ,μούγκρισε ο καρχαρίας . Εγώ είμαι πολύ δυνατός  και θα λυθώ και θα σας κανονίσω . Όλους θα σας περιποιηθώ  κι έχω  μια πείνα.

   Πάλεψε πολύ ώρα  για να λυθεί  αλλά τα ψαράκια  είχαν  κάνει πολύ καλή δουλειά  . Δεν τα κατάφερε  …  Τον άφησαν έτσι δεμένο  να τον παρασύρει το  κύμα . Νομίζω πως κάποιο ψαροκάικο   τον ψάρεψε λίγο πιο κάτω  κι έγινε εκλεχτός μεζές  στο τραπέζι των ψαράδων.

Όσο για τα ψαράκια έκαναν ένα γλέντι  που  ακόμα θυμούνται στο βυθό.

  Α, ναι  ήμουν και εγώ εκεί και τα είδαν να χορεύουν  διάφορους χορούς « την τράτα μας την κουρελού» , «τα καβουράκια» ,» μες του Αιγαίου» ,  «θα πάρω μια ψαρόβαρκα,»  ,» ένα καράβι από τη Χιό» κ.α.  Το γλέντι έκλεισε με τον διαγωνισμό  μπουρμπουλήθρων   προς τιμή φυσικά  του Μπουρμπουλήθρα που  είχε  αυτήν την καταληπτική ιδέα .

 Όσο για το μικρό Ρουμπίνο,  που είχε στενοχωρηθεί  πολύ  που έχασε  τον Μπουρμπουλήθρα  του , ο μπαμπάς του  ,του αγόρασε ένα ψαράκι  ίδιο  με τον αγαπημένο του Μπουρμπουλήθρα   , αλλά του είπε ένα μικρό ψεματάκι ότι τον ψάρεψε από το ποτάμι.

Ομως η Χαρά του Ρουμπίνο ήταν μεγάλη που είχε ξανά τον φίλο του κι αυτή τη φορά τον πρόσεχε σαν τα μάτια του.

  Κι έζησαν όλοι καλά και  εμείς καλύτερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...