Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΕΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΕΙΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

 


Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ  ΜΙΚΡΗΣ ΧΙΟΝΟΝΙΦΑΔΑΣ



΄Εφτασε λοιπόν και φέτος η  1η του Δεκέμβρη, η πρώτη-πρώτη μέρα του Χειμώνα!!!

Πάνω στον Βόρειο Πόλο οι χιονονιφάδες ετοιμάζονται για το μεγάλο τους ταξίδι. Η αρχηγός έχει χωρίσει σε ομάδες τις χιονονιφάδες και τους έχει δώσει οδηγίες ώστε κάποιες να πάνε στην Γερμανία, κάποιες στην Ρωσία, κάποιες στην Αμερική κλπ και κάποιες πρέπει να πάνε στην Ελλάδα, να χιονίσουν για να παίξουν και να χαρούν κι οι ΄Ελληνες με το χιόνι.

Οι χιονονιφάδες , αφού ετοιμάστηκαν, ξεκίνησαν παρέα-παρέα για το μεγάλο ταξίδι…Κι έφυγαν.

Μπροστά πήγαινε η αρχηγός που είχε ξανακάνει το ταξίδι  κι ήξερε καλά τη διαδρομή και μετά ακολουθούσαν όλες οι άλλες. Τελευταία απ΄ όλες πήγαινε η μικρή χιονονιφάδα.. Η πιο μικρή χιονονιφάδα απ΄όλες. Η δική τους ομάδα θα πήγαινε στην Ελλάδα να χιονίσει κι όλο τον κόσμο στ΄άσπρα να ντύσει.

Η Νίτσα ήταν ενθουσιασμένη. Κοιτούσε γύρω της μαγεμένη. Πόσο όμορφη ήταν η θέα της γης από κει πάνω. Πρώτα το ολόλευκο τοπίο του βόρειου πόλου κι έπειτα βουνά, ποτάμια, δάση, ζώα, πουλιά , πολιτείες, πλατείες, λίμνες , θάλασσες κι άνθρωποι… πολλοί άνθρωποι , μικροί και μεγάλοι.

Κι όπως χάζευε η μικρή χιονονιφάδα κάποια στιγμή έμεινε πίσω , μακριά από την ομάδα της και τότε βρήκε  ευκαιρία που ζητούσε η κακιά μάγισσα που λέγεται Κλιματική Αλλαγή και την άρπαξε.

Γιατί ξέχασα να σας πω πως σ΄όλη τη διαδρομή ακολουθούσε κι η μάγισσα και παραμόνευε να αρπάξει κάποια από τις χιονονιφάδες και ξέρετε γιατί; Χμ…. γιατί υπάρχει ένας  κανόνας. Οι χιονονιφάδες απαγορεύεται να χιονίσουν αν Αν λείπει έστω και μία από την ομάδα. Κι αυτό το μυστικό η κλιματική αλλαγή το ήξερε. Το είχε κρυφακούσει όταν η αρχηγός χιονονιφάδα έδινε οδηγίες στις χιονονιφάδες γι αυτή τη  σημαντική αποστολή που είχαν να κάνουν. Κι η Κλιματική Αλλαγή ήταν μια πολύ κακιά μάγισσα , έκανε πολύ άσχημα πράγματα, αλλά κυρίως μισούσε το χιόνι. Ό,τι ήταν λευκό  και καθαρό δηλαδή το μισούσε, αλλά πιο πολύ απ΄όλα τα χιόνι. Έτσι λοιπόν άρπαξε τη μικρή χιονονιφάδα και την έβαλε στην κατάψυξη του σχολείου των παιδιών μέχρι να σκεφτεί τι να την κάνει..

Εν τω μεταξύ Όταν έφτασαν  οι υπόλοιπες χιονονιφάδες στην Ελλάδα, μετρήθηκαν κι είδαν ότι έλειπε μία.

-Πω πω ζημιά που πάθαμε! Ο κανονισμός λέει ότι δεν μπορούμε να χιονίσουμε, αν δεν είμαστε όλες μαζί, είπε η αρχηγός της ομάδας.

Και τότε άρχισαν να τσακώνονται για το ποια φταίει γι αυτό που έγινε.

- Εσύ φταις, ήσουν η τελευταία κι έπρεπε να κοιτάξεις πίσω σου μήπως ξέμεινε κάποια από μας….

-Μα κοίταξα και δεν είδα καμία….

-Εσύ φταις, έπρεπε να μας μετρήσεις πριν ξεκινήσουμε…

-Είχα τόσα πολλά να νοιαστώ για το ταξίδι που ξεχάστηκα ….

-Και τώρα τι θα κάνουμε;

-Ναι αλλά και τι έγινε η φίλη μας;

-Πώς το πάθαμε αυτό; 

-΄Αραγε την ξεχάσαμε στον Βόρειο Πόλο ή έπαθε κάτι και χάθηκε στο δρόμο;

-Και τι θα γίνει με την Ελλάδα; Δεν θα χιονίσει φέτος ο Χειμώνας ;

-Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

-Πάει , χάλασε ο κόσμος!

- Κι αν δεν βρεθεί η φίλη μας ,οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν θα δουν χειμώνα με  χιόνια για φέτος!

-Καταστροφή!!!

-Πρώτη φορά μας συμβαίνει κάτι τέτοιο…

Αυτά κι άλλα τέτοια έλεγαν μεταξύ τους, απελπισμένες οι χιονονιφάδες το βράδυ που έφτασαν επιτέλους πάνω από την Ελλάδα.

Τα παιδιά στην Ελλάδα περίμεναν να χιονίσει για να βγουν και να παίξουν χιονοπόλεμο και να φτιάξουν χιονάνθρωπο  και περίμεναν …αλλά χιόνια δεν έβλεπαν.

Κι άρχισαν να γκρινιάζουν όλο ανυπομονησία στις μαμάδες τους.

Εν  τω μεταξύ στο σχολείο η κυρία δασκάλα των παιδιών, έστειλε μήνυμα στις χιονονιφάδες και τις παρακαλούσε να χιονίσουν γρήγορα για να χαρούν τα παιδιά.( δεν ήξερε βέβαια ούτε τον κανονισμό, ούτε τι είχε συμβεί)

Κι οι χιονονιφάδες που έλαβαν το μήνυμα, της απάντησαν  και της εξήγησαν το πρόβλημα που είχαν και δεν μπορούσαν να χιονίσουν.

 Έπειτα  η κυρία άνοιξε την κατάψυξη του σχολείου  για να πάρει ένα παγάκι για κάποιο πείραμα και είδε τη μικρή χιονονιφάδα. Αμέσως την απελευθέρωσε  κι εκείνη έφυγε βιαστικά για να συναντήσει τις άλλες χιονονιφάδες που στεναχωρημένες δεν ήξεραν τι να κάνουν. Μόλις την είδαν την αγκάλιασαν κι άρχισαν γρήγορα- γρήγορα να χιονίζουν καθώς στριφογυρνούσαν στον λευκό χορό τους.

 

 Όμως η πονηρή  Κλιματική Αλλαγή έστειλε ένα μήνυμα στη Νίτσα τη μικρή χιονονιφάδα. Την καλούσε να πάει στο πάρκο για να παίξουν μαζί. Εκείνη , αν και δεν γνώριζε ποιος της έστειλε το μήνυμα, πήγε στο πάρκο. Έτσι η Κλιματική Αλλαγή την ξανάπιασε και την πήγε στο σπίτι της.


Οι φίλες της όμως, που την έχασαν πάλι, ήταν πολύ λυπημένες και σταμάτησαν να χιονίζουν.

Τότε τα παιδιά έστειλαν μήνυμα στο χειμώνα και του έκαναν παράπονα γιατί σταμάτησε απότομα να χιονίζει και δεν πρόλαβαν να  παίξουν και να χαρούν.

Ο χειμώνας μόλις έλαβε το μήνυμα των παιδιών, αποφάσισε να μάθει τι συνέβη.

Κάλεσε λοιπόν αμέσως τον παγωμένο αέρα και του ζήτησε να πάει να μάθει τι συμβαίνει.

Και πραγματικά ο παγωμένος αέρας ήρθε πάνω από την Ελλάδα κι είδε τις χιονονιφάδες να στέκουν λυπημένες ψηλά στον ουρανό. Εκεί έμαθε τι πραγματικά είχε συμβεί και γύρισε γρήγορα να ενημερώσει το χειμώνα.

-χμ αυτό πρέπει να είναι δουλειά της Κλιματικής Αλλαγής. Αλλά θα την κανονίσω εγώ, είπε ο χειμώνας και έστειλε μήνυμα στο μαγικό υπολογιστή της φίλης τους της χαρούμενης μαγισσούλας Τραλαλό.

 -s. o.s  χρειάζομαι τη βοήθειά σου αγαπημένη μου φίλη, της έγραψε κι η μαγισούλα ξεκίνησε αμέσως να συναντήσει το χειμώνα.

Δυστυχώς όμως για κείνη η κακιά μάγισσα είχε βάλει ένα μηχάνημα και μπορούσε να παρακολουθεί τα μηνύματα του υπολογιστή της μαγισσούλας. Κι έτσι έμαθε πως ο χειμώνας ήθελε να τον βοηθήσει . Τότε άρχισε να παρακολουθεί και τον υπολογιστή του χειμώνα κι όχι μόνο αυτό αλλά όταν είδε το μήνυμα των παιδιών,  έστειλε  στο χειμώνα κι ένα μήνυμα μ΄ένα ιό για να τον χαλάσει.

Εν τω μεταξύ ο χειμώνας εξήγησε το πρόβλημά του στη μαγισούλα Τραλαλό κι εκείνη του είπε πως  για να μπει στο σπίτι της Κλιματικής αλλαγής  και να ψάξει για τη χαμένη χιονονιφάδα, έπρεπε να φτιάξει ένα μαγικό κλειδί και γι αυτό χρειαζόταν την βοήθεια κάποιων παιδιών.

 Η Κλιματική Αλλαγή που κατάφερε και παρακολουθούσε τον υπολογιστή του χειμώνα, αλλά δεν κατάφερε να τον καταστρέψει γιατί ο χειμώνας είχε βάλει ένα καλό αντιιικό σύστημα,

 δεν καταλάβαινε τι τα ήθελε όλα τούτα που ζητούσε από τα παιδιά.  Κι έτσι προσπάθησε να στείλει ιό και να καταστρέψει τους υπολογιστές των παιδιών για να μην επικοινωνούν με τον χειμώνα. Όμως πάλι δεν τα κατάφερε γιατί όταν οι μαμάδες είδαν μήνυμα από κάποιο άγνωστο δεν το άνοιξαν και το πέταξαν στον κάδο.

Έτσι φτιάχτηκε το μαγικό κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες των μαγισσών. 

Τώρα όμως έπρεπε να απομακρύνουν την κακιά μάγισσα από το σπίτι της. Κι έτσι ο χειμώνας δημιούργησε ένα ψεύτικο προφίλ και της έστειλε πρόσκληση σ΄ένα χορό όπου θα ήταν διάφοροι αγαπημένοι της όπως η ρύπανση της θάλασσας, ο μολυσμένος αέρας κλπ.

Και μ αυτό το μήνυμα χωρίς να το καταλάβει εκείνη της έστειλε κι έναν ιό που κατέστρεψε τελείως τον υπολογιστή της.

Πήρε μεγάλη χαρά η Κλιματική Αλλαγή, ντύθηκε , στολίστηκε και πήγε να συναντήσει τους φίλους που την κάλεσαν.

 Κι έτσι βρήκε ευκαιρία η μαγισούλα Τραλαλό , μπήκε στο σπίτι της κι έψαχνε κι έψαχνε, αλλά δεν εύρισκε τη χιονονιφάδα. Μόνο όταν πέρασε δίπλα απ΄το ψυγείο κι άκουσε μια φωνούλα να φωνάζει βοήθεια, κατάλαβε, άνοιξε την πόρτα κι έβγαλε τη μικρή χιονονιφάδα.

Κι είπε τα λόγια τα μαγικά:

  

Τραλαλό και τραλαλαλά

Τώρα όλα είναι πια καλά

Κι η μικρή χιιονονιφάδα

Για την Ελλάδα ξεκινά.

Ζουμ και γύρω γύρω όλοι

Γρήγορα χιονονιφάδες

Ρίξτε  το αφράτο χιόνι.!!!!!

 


 

Και πραγματικά μ αυτό το μαγικό τρόπο, η μικρή χιονονιφάδα συναντήθηκε πάλι με την ομάδα της κι αφού την καλοδέχτηκαν, αλλά και την μάλωσαν για την ανοησία της να πιστέψει ένα μήνυμα από κάποιον που δεν γνώριζε, ξεκίνησαν επιτέλους τον λευκό χορό τους  και πάνω από την Ελλάδα.

 

Όσο για την Κλιματική Αλλαγή, όταν  επέστρεψε και είδε ότι ο υπολογιστής της είχε καταστραφεί από τους ιούς κατάλαβε ότι την ξεγέλασαν έσκασε από το κακό της.

 


                

Τ Ε Λ Ο Σ

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

 

 ΜΟΣΤΡΑ ΘΥΜΙΑΝΩΝ




 

           Πριν πολλά πολλά  χρόνια, σ΄ένα καστροχώρι της Χίου, τα Θυμιανά ζούσαν οι άνθρωποι αγαπημένοι ,δουλεύοντας στα χωράφια τους  και φροντίζοντας τα ζωντανά τους. Και τα χωράφια έδιναν τους πολύτιμους καρπούς τους (λάδι, σιτάρι, λαχανικά, λεμόνια, πορτοκάλια, μανταρίνια κλπ) και τα ζώα έδιναν  κρέας, αυγά, γάλα για τυρί και γιαούρτι και μαλλί για τα ζεστά χειμωνιάτικα ρούχα.

         Το χωριό αυτό ήταν χτισμένο έτσι ώστε να προφυλάσονται οι κάτοικοί του  από τους φοβερούς και τρομερούς πειρατές, που κάθε λίγο και λιγάκι, ορμούσαν από τον κόλπο του Μέγα Λιμνιώνα και κούρσευαν ( δηλ. έκλεβαν ότ, εύρισκαν μπροστά τους, ακόμα και ανθρώπους για να ζητήσουν λύτρα ή για  να τους πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής, σκότωναν κι έκαιγαν τα σπίτια  και τα χωράφια), αλλά είχε και στενά σοκάκια με στοές που οδηγούσαν σε ασφαλείς κρυψώνες, για να προλαβαίνουν οι κάτοικοι  να κρύβονται.

         Οι Θυμιανούσοι είχαν χτίσει βίγλες ( δηλ  μικρούς, αλλά ψηλούς πύργους) κντά στην παραλία κι εκεί έμεναν  ( οι βιγλάτορες) που κοίταζαν συνεχώς στη θάλασσα με κιάλια , κι αν έβλεπαν  πειρατικό πλοίο να πλησιάζει ειδοποιούσαν αμέσως το χωριό μ΄έναν μαντατοφόρο που έτρεχε πάρα πολύ γρήγορα, κι έκλειναν τις πόρτες του κάστρου κι έτρεχαν οι άνθρωποι να κρυφτούν.

           Στο χωριό οι άνθρωποι έκαναν διάφορα επαγγέλματα, όπως ο Διαμαντής ο αγγειοπλάστης πούφτιαχνε  από πηλό όμορφα πιάτα,  φλιτζάνια , τσουκάλια  και γερά σταμνιά για φέρνουν το κορίτσια δροσερό το νερό από το πηγάδι στο σπίτι. Υπήρχε ραφτάδικο, τσαγκαράδικο, μπακάλικο, φούρνος, καφενείο και άλλα μικρά μαγαζάκια.

Το απόγευμα, έβγαιναν τα κορίτσια, με τους συγγενείς τους, βόλτα στο δρόμο του χωριού  κι έβγαιναν και τ΄αγόρια για να τις δουν και να διαλέξουν την πιο όμορφη και καλή για ταίρι τους.

         ΄Ενα τέτοιο απόγευμα, το πιο όμορφο κορίτσι του χωριού, η Δέσποινα, είχε βγει βόλτα με τις ξαδέρφες της κιθ εκεί στο δρόμο την συνάντησε ο Στρατής, ο πελεκάνος ( αυτή ήταν η δουλειά του, δηλ, πελεκούσε με τέχνη τις θυμιανούσικες πέτρες για να χτίζονται οι τοίχοι του κάστρου και οι τοίχοι των σπιτιών του χωριού),λεβέντης όμορφος και ξακουστός τεχνίτης. Από τότε δεν μπόρεσε να ησυχάσει και την σκεφτόταν συνέχεια.

         Ένα βράδυ πήρε κάποιους φίλους του που είχαν κιθάρες και τραγουδούσαν και πήγε κάτω από το παραθύρι της κι όλοι μαζί της έκαναν καντάδα. Εκείνη , άνοιξε λίγο το πατζούρι της και τον είδε και μάλλον της άρεσε πολύ.

         Την άλλη μέρα ο Στρατής, έστειλε  στο σπίτι της, την προξενήτρα του χωριού για να μιλήσει στον πατέρα της και να του ζητήσει να δώσει την κόρη του στον Στρατή που ήθελε να τη παντρευτεί.

        Κι ο πατέρας της που γνώριζε ότι ο Στρατής ήταν καλό, τίμιο, εργατικό και γενναίο παλικάρι, αφού την άκουσε με προσοχή, δέχτηκε να του δώσει την κόρη του για γυναίκα. Και σε λίγες μέρες όρισαν να γίνουν τα αρραβωνιάσματα μ΄ένα μεγάλο γλέντι , όπου ήταν καλεσμένο όλο το χωριό ΄Ηταν η περίοδος που οι άνθρωποι στο χωριό γιόρταζαν τις απόκριες. .Κι ήταν η μέρα Τυρινή Παρασκευή ( δηλ. η Παρασκευή πριν την καθαρή Δευτέρα).

         Δυστυχώς, πάνω που είχε ανάψει το γλέντι κι η Δέσποινα, έλαμπε, σέρνοντας το χορό, πιασμένη χέρι-χέρι με τον λεβέντη τον Στρατή, ήρθε το μαύρο μαντάτο.

-Πειρατές!!! Πειρατές!!! Κρυφτείτε χωριανοί, φώναζε ο μαντατοφόρος, που έστειλαν οι βιγλάτορες κι ήταν ένα νέο παιδί που έτρεχε πιο γρήγορα απ΄όλους.

               Οι άνθρωποι σηκώθηκαν πανικόβλητοι κι άρχισαν να τρέχουν δεξιά κι αριστερά για να προλάβουν να κρυφτούν και να σωθούν.

-Συγχωριανοί σταθείτε! Σταματήστε πια να τρέχετε σαν τρομαγμένα ποντίκια, είπε ο γαμπρός. Ελάτε να οργανωθούμε όλοι μαζί και να αντιμετωπίσουμε αντρίκια τους πειρατές.   Δεν κερδίζουμε τίποτα με το να φοβόμαστε και να κρυβόμαστε συνέχεια. Πάρτε  ο,τι μπορεί να χρησιμοποιήσει σαν όπλο ο καθένας σας κι ελάτε να μαζευτούμε στον αυλόγυρο της εκκλησίας του χωριού μας.

             Πραγματικά, πήρε ο καθένας ό,τι είχε, άλλος ένα σπαθί, άλλος ένα μαχαίρι, άλλος ένα ξύλο χοντρό, άλλος μια πιστόλα, άλλος μια τσάπα, άλλος ένα φτυάρι, άλλο ένα τσατάλι και συγκεντρώθηκαν όλοι στον αυλόγυρο της εκκλησίας.

          Με αρχηγό τον Στρατή, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και άνοιξαν την πόρτα του κάστρου, έτοιμοι  για ν΄αντιμετωπίσουν τους πειρατές. Η μια ομάδα πήρε τον βορεινό δρόμο, η άλλη τον κεντρικό κι η τρίτη τον νοτινό.

          Εν τω μεταξύ οι πειρατές βγήκαν σαν λυσσασμένα σκυλιά κι άρχισαν να προχωρούν προς το χωριό με  μεγάλη σιγουριά και  άνεση, γιατί πίστευαν  πως οι Θυμιανούσοι τους τρέμανε, άλλωστε είχαν ξανκουρσέψει το χωριό χωρίς κανείς να τους αντισταθεί.

          Ξαφνικά συναντούν οπλισμένη κι αγριεμένη την ομάδα  που πήρε τον κεντρικό δρόμο, με αρχηγό το παλικάρι κι αρχίζει μια σκληρή μάχη σώμα με σώμα.

         Στο μεταξύ έρχονται κι οι άλλες δύο ομάδες των θυμιανούσων και περικυκλώνουν τους πειρατές. Κάνα δυο απ΄αυτούς καταφέρνουν λαβωμένοι να ξεφύγουν και να κρυφτούν.                        

            Οι υπόλοιποι ή σκοτώθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Κι οι κάτοικοι του χωριού τους πήραν και τους έβαλαν στην πλατεία του χωριού για να τους δει όλος ο κόσμος. Αυτό σημαίνει ΜΟΣΤΡΑ ( δηλ τους μοστράρισαν για λίγες μέρες).Και πραγματικά πέρασαν και τους είδαν όλοι,. Ακόμα κρυφά τη νύχτα πλησίασαν και τους είδαν κι οι πειρατές, που λαβωμένοι είχαν ξεφύγει και  όταν, γρήγορα γύρισαν στο καράβι τους , είπαν τα  κακά γι αυτούς, νέα.

                   Αυτά τα νέα διαδόθηκαν γρήγορα από στόμα σε στόμα, σε όλους τους πειρατές κι από τότε κανένα πειρατικό καράβι δεν τόλμησε να πλησιάσει τον κόλπο του Μέγα Λιμνιώνα.

              Μετά απ ΄ αυτό και μιας και συνέβη την εποχή που οι Θυμιανούσοι γιόρταζαν τις απόκριες, κάθε χρόνο αυτές τις μέρες, σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος, αναπαριστούν την μάχη με τον γνωστό χορό «το ταλίμι»,( δραστηριότητα που ονομάζεται ΜΟΣΤΡΑ»)  κατά την διάρκεια διαφόρων καρναβαλικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται στο χωριό.

              ΄Οσο για την Δέσποινα και τον Στρατή, μετά και την νίκη των Θυμιανούσων κατά των πειρατών, έκαναν  τον γάμο τους και γιόρτασαν ασφαλείς πια και χωρίς φόβο με ένα μεγάλο γλέντι που κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες κι όπου τους ευχήθηκε, χάρηκε ,  χόρεψε και διασκέδασε όλο το χωριό.

  

 

 

ΝΑΥΤΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ  ΧΙΟΥ     

 


Πριν πολλά-πολλά χρόνια ζούσε στο όμορφο νησί μας στη Χίο μια πολύ φτωχή οικογένεια που είχε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι.

Ο πατέρας, ο κυρ Κωσταντής, που αγαπούσε πολύ την γυναίκα και τα παιδιά του, ήταν ψαράς . Ψάρευε με μια μεγάλη βάρκα που τούχε φτιάξει ο μαστρο- Μιχαλιός , ο πιο ξακουστός καραβομαραγκός του νησιού.(πάμε στο σημείο με το σκελετό της βάρκας)

Το σπίτι τους ήταν μια καλύβα χτισμένη στην παραλία, που γύρω της είχε γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια που τα πότιζαν από ένα μικρό πηγάδι, απ΄όπου έπαιρναν δροσερό νερό κι έπιναν.

Τα παιδιά, ο μικρός Αναστάσης κι η αδελφούλα του η Μαρκέλλα μεγάλωναν με ιστορίες για τους ήρωες προγόνους μας, για τον Κων/νο Κανάρης και την ανατίναξη της τουρκικής ναυαρχίδας με μπουρλότο , την Μπουμπουλίνα, τις ναυμαχίες  , και παραμύθια για γοργόνες και νεράιδες, που τους έλεγε τα κρύα βράδια του χειμώνα, γύρω από το μαγκάλι ο πατέρας.

Τα παιδιά μεγάλωναν κι ονειρεύονταν ξαπλωμένα στην άμμο, κάτω από τ΄αστέρια τα καλοκαίρια.

Η Μαρκέλλα ονειρευόταν να μεγαλώσει και να αγαπήσει ένα όμορφο παλικάρι για να φτιάξει τη δική της οικογένεια.

Ο Αναστάσης ονειρευόταν ταξίδια με καράβια στα πέρατα της γης κι ίσως κάποτε να τον πρόσεχε η Μαρουσώ, η μοναχοκόρη του άρχοντα που κρυφά ήταν ερωτευμένος μαζί της.

Μεγάλωναν στο φτωχικό σπιτικό τους με πολλή αγάπη, τραγούδια και χαρά και ξεχώριζαν κι οι δύο στο σχολείο , όπου επειδή διάβαζαν συνέχεια ήταν πολύ καλοί μαθητές.

Όμως κάποια στιγμή η χαρά έφυγε, καθώς μια μέρα ο πατέρας δεν γύρισε από το ψάρεμα.

Τότε ο Αναστάσης , μικρό παλικαράκι ακόμα, μπάρκαρε για να ζήσει η φαμελιά μ΄ένα ιστιοφόρο καράβι και γρήγορα έμαθε να το κουμαντάρει με το μεγάλο ξύλινο τιμόνι , και με την πυξίδα έμαθε να το οδηγεί με ασφάλεια.

Στα ταξίδια του έμαθε πολλά. ΄Εμαθε πώς να χρησιμοποιεί ένα σωρό χρήσιμα μηχανήματα και είδε πολλούς νέους τόπους.

Και σιγά-σιγά έγινε αξιωματικός  και φορούσε αυτή την όμορφη στολή, που φοράνε οι αξιωματικοί στα καράβια και το καπέλο που λέγεται πηλίκιο.

Σε κάποιο από τα ταξίδια του συνάντησε  άγριους πειρατές, αλλά κατάφερε με την βοήθεια του πληρώματος να τους αποφύγει.

Μετά μπάρκαρε με άλλο καράβι που ήταν εξοπλισμένο με κανόνια, ώστε να μπορεί ν΄αντιμετωπίσει τους πειρατές.

Σε κάποιο άλλο ταξίδι του συνάντησε μεγάλη φουρτούνα και το καράβι παρά λίγο να βυθιστεί μέσα στα τεράστια κύματα. Τότε βγήκε η γοργόνα που ρώτησε το γνωστό: « Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;». Ο Αναστάσης ήξερε από το σχολειό του, πως η γοργόνα ρώταγε τους ναυτικούς να μάθει νέα για τον αδελφό της , τον βασιλιά Αλέξανδρο κι όταν της απάντησε : «Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει», εκείνη έδωσε βουτιά και χάθηκε κι αμέσως η θάλασσα ηρέμισε.

Μια άλλη φορά, σε μια μεγάλη φουρτούνα, μαζεύτηκαν όλοι οι ναυτικοί και παρακάλεσαν τον Αϊ Νικόλα να τους βοηθήσει και σε  λίγο η θάλασσα « έγινε λάδι».

Ο Αναστάσης δούλευε πολλά χρόνια στα καράβια κι όταν ξεκουραζόταν, παρακολουθώντας το παιχνίδισμα των γλάρων που ακολουθούσαν το καράβι μήπως τους ρίξουν λίγο ψωμάκι ή τα παιχνίδια των δελφινιών που πολλές φορές συναντούσε στα μεγάλα ταξίδια του, σκεφτόταν πάντα την αγαπημένη μορφή της όμορφης Μαρουσώς.

Και μια μέρα έγινε πόλεμος και το παλικάρι γύρισε να πολεμήσει για την λευτεριά της πατρίδας μας πάνω σ΄ένα περήφανο πολεμικό πλοίο.

Κι όταν ο πόλεμος κάποτε  τέλειωσε, ο Αναστάσης μίλησε στην Μαρουσώ για την αγάπη του κι αφού κι εκείνη τον είχε ξεχωρίσει, την ζήτησε σε γάμο.

Κι έφτιαξαν αυτό εδώ το όμορφο σπίτι, όπου  δούλεψαν οι καλύτεροι μάστορες της εποχής και στο  ταβάνι του σαλονιού ζωγράφισαν την μορφή της Μαρουσώς που θα ήταν κι η νοικοκυρά του σπιτιού.

 Κι έξω στην αυλή δούλεψαν οι πιο ξακουστοί μάστορες κι έφτιαξαν αυτά τα υπέροχα βοτσαλωτά σχέδια στο πάτωμα.

Κι έφτιαξαν κι ένα πηγάδι για βγάζουν δροσερό νερό και να ποτίζουν τα όμορφα λουλούδια του κήπου τους , που αγαπούσε και φρόντιζε η σπιτονοικοκυρά.

Επίσης εκεί στην μεγάλη αυλή του σπιτιού τους έβαλαν κι ένα μνημείο , που μοιάζει με πλώρη καραβιού κι έχει γραμμένα πάνω της τα ονόματα των χιωτών ηρώων ναυτικών που έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα, σε μάχη που πολέμησαν με τους Γερμανούς, για να του θυμούνται οι επόμενες γενιές και να τους θαυμάζουν για τα κατορθώματά τους.

Σ΄ένα ξεχωριστό δωμάτιο του σπιτιού δημιούργησε μια βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία που έγραφαν όλα όσα είχαν μάθει εκείνος και οι πριν απ΄αυτόν ναυτικοί για να τα διαβάζουν και να μαθαίνουν οι νέοι που θέλουν να ταξιδέψουν.

Και παντρεύτηκαν, κι έφτιαξαν την δική τους οικογένεια .

Μάλιστα στο γάμο , κάποιος καλεσμένος χάρισε στον Αναστάση το μαχαίρι του ήρωα Κων/νου Κανάρη κι εκείνος το έβαλε περήφανος σε μια βιτρινούλα για να μπορούμε να το θαυμάζουμε κι εμείς.

Κι ο Αναστάσης συνέχισε να δουλεύει και κατάφερε ν΄αγοράσει ένα δικό του καράβι, κι αργότερα ένα άλλο πιο σύγχρονο, κι αργότερα ένα πιο μεγάλο ( απ΄αυτό το καράβι έχουν κρατήσει εδώ την προπέλα που γυρνούσε μέσα στο νερό και το έκανε να τρέχει γρήγορα και την άγκυρα που την έριχναν στη θάλασσα για να κρατά σταθερό το καράβι στα λιμάνια. Και σιγά- σιγά κατάφερε να έχει ένα δικό του στόλο από καράβια.

Εδώ μέσα σ΄αυτό το σπίτι είναι συγκεντρωμένα όλα τα καράβια που συνάντησε ο καπετάν Αναστάσης στα ταξίδια του, καθώς και χρήσιμα αντικείμενα που τον βοηθούσαν να ταξιδεύει στα πέρατα του κόσμου, για να τα βλέπουμε κι εμείς και να μαθαίνουμε …..    

 

 

ΠΙΤΥΟΣ





Μια βολάν τσ έναν τσαιρόν…. Όπως λένε τα παλιά παραμύθια...

Σ ένα χωριό του νησιού μας που είναι χτισμένο σε μια κοιλάδα που γύρω γύρω έχει βουνά με πολλά πεύκα, ζούσε ένα παλικάρι που το λέγανε Δημητρό.

Ο Δημητρός μεγάλωσε χωρίς γονείς, κοντά στον  θείο του, τον αδελφό του πατέρα του που είχε το μύλο στο έβγα του χωριού.

Από μικρό παιδί ήταν πολύ προκομμένο . Πρωί πρωί , αχάραγα, ( πριν βγει ο ήλιος) πήγαινε στο μαντρί. κι άρμεγε τις κατσίκες του θείου, έπαιρνε το γάλα και τό πηζε και τό κανε τυρί. Μετά τις έβγαζε σ ένα χωραφάκι να βοσκήσουν   κι εκείνος πήγαινε με το θείο του στα λιγοστά τους χωράφια, άλλοτε  να τα σκάψουν, άλλοτε να σπείρουν, άλλοτε να θερίσουν,  άλλοτε να κλαδέψουν τα δέντρα, άλλοτε  να μαζέψουν τις ελιές ,να τις πάνε στο λιοτρίβι , να τις τρίψουν για να έχουν στο σπίτι το χρυσαφένιο λάδι. Είχαν ένα σωρό δουλειές να κάνουν ανάλογα με την εποχή. Κατά το μεσημέρι πια πήγαινε στο μύλο και βοηθούσε το θείο του που άλεθε το σιτάρι των συγχωριανών και τόκανε αλεύρι.

Το απόγευμα πήγαινε και μάζευε τις κατσίκες στο μαντρί κι έφευγε για το σχολείο. Σχολείο τότε δεν υπήρχε στο χωριό , αλλά ένας φωτισμένος παππάς, έκανε μάθημα και μάθαινε γράμματα στα παιδιά στην εκκλησία του χωριού. Γιατί ξέχασα να πω πως εκείνον τον καιρό ζούσαν Τούρκοι στο νησί και στο χωριό του Δημητρού. ΄Ηταν αφέντες οι Τούρκοι κι έκαναν ό,τι ήθελαν. Και στο χωριό αφέντης και διοικητής ήταν ο Μπέης.

Ο Δημητρός μεγάλωνε και γινόταν όμορφο, ψηλό, δυνατό, άξιο και γεροδεμένο παλικάρι, ένας λεβέντης.

Ο Θείος που δεν είχε δικά του παιδιά, τον αγαπούσε και τον καμάρωνε.

Μαζί του όμως μεγάλωνε κι ομόρφαινε κι η Αγγελικώ, η γειτονοπούλα του που από πολύ μικρή την ξεχώρισε ο Δημητρός ανάμεσα στ άλλα κορίτσια του χωριού. Ήταν συνετό, μυαλωμένο κι άξιο κορίτσι. Την έβλεπε που πήγαινε με τη στάμνα της να πάρει νερό από το πηγάδι που ήταν στο έμπα του χωριού κι η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Την έβλεπε να σέρνει το χορό στο πανηγύρι του Αι Γιώργη και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τη θωριά της. Αλλά κι εκείνη όλο και του έριχνε κρυφές ματιές κι αν κάποια στιγμή τα βλέμματα τους συναντιόνταν, κοκκίνιζε σαν παπαρούνα.

Κι έτσι μια μέρα πήγε με το θείο του στα γονικά της , τη ζήτησε για γυναίκα του κι έγινε ο γάμος!

 Η Αγγελικώ έλαμπε! Ήταν  η πιο όμορφη νύφη που είδε ποτέ το χωριό. Και τη στιγμή που χόρευε ο γαμπρός με τη νύφη, πέρασε καβάλα στ΄άλογό του ο Μπέης με την φρουρά του. Μόλις είδε τη νύφη θαμπώθηκε από την ομορφάδα της.

Κύλησε ο καιρό κι η Αγγελικώ γέννησε ένα κοριτσάκι. Ήταν όμορφο σαν μικρή νεράιδα. Είχε ξανθά μπουκλάκια, γαλανά ματάκια και τα ροδαλά του μαγουλάκια κάναν λακάκια σαν γελούσε.  Η Αγγελικώ όλη μέρα του τραγουδούσε με τη γλυκιά φωνή της κι ο Δημητρός  ήταν συνέχεια πάνω από την κούνια του, όταν δεν έτρεχε για τις δουλειές του.

Εν τω μεταξύ ο Μπέης περνούσε συνέχεια με τα΄άλογό του έξω από το σπίτι τους, μόνο και μόνο για να βλέπει την Αγγελικώ. Κι αν καμιά φορά τύχαινε να είναι έξω , η ματιά του σκοτείνιαζε γιατί ζήλευε την ευτυχία τους κι ήθελε την κοπέλα δική του και μόνο δική του.

Ένα βράδυ λοιπόν ενώ ο Δημητρός, είχε πάει σε διπλανό χωριό να πουλήσει τυριά κι άργησε να επιστρέψει, η Αγγελικώ βγήκε στην αυλή του σπιτιού  να μαζέψει τα απλωμένα ρούχα της μπουγάδας της. Τότε της όρμησαν οι στρατιώτες του Μπέη που παραφύλαγαν, την άρπαξαν και την έκλεισαν στο υπόγειο του σπιτιού του.

Ο Μπέης παρουσιάστηκε μπροστά της και της είπε:

-Αγγελικώ  σε αγαπώ από καιρό   και  από σήμερα θα είσαι γυναίκα μου.

-Μα εγώ είμαι γυναίκα του Δημητρού….

-Αυτόν να τον ξεχάσεις!

-Μα πώς να τον ξεχάσω; Έχω  παιδί μαζί του…

-θα κάνεις και μαζί μου!

-Μα τον αγαπάω…

-Θα αγαπήσεις και μένα με τον καιρό.

Η Αγγελικώ άρχισε να κλαίει και να παρακαλάει:

-         Αν μ΄αγαπάς, όπως λες, άφησέ με να πάω στο σπιτικό μου, λυπήσου το παιδί μου..

-         Αυτό να το ξεχάσεις!. Από σήμερα εδώ είναι το σπιτικό σου και κοίτα να το συνηθίσεις. Και πρόσεξε, μη σε ακούσω να φωνάξεις και πάρει κανείς χαμπάρι ότι είσαι εδώ γιατί δεν τόχω σε τίποτα να σκοτώσω το παιδί και τον άντρα σου.

Αυτά της είπε κι έφυγε διπλοκλειδώνοντας την πόρτα.

Κι η Αγγελικώ συνέχισε να κλαίει βουβά.

Εν τω μεταξύ, αργά το βράδυ, σαν γύρισε ο Δημητρός στο σπίτι του κι έψαξε για την γυναίκα του και δεν την βρήκε, ανησύχησε.

Βγήκε στους δρόμους του χωριού κρατώντας αναμμένο δαυλό κι έψαχνε , φωνάζοντας το όνομά της.

Κάποια στιγμή έφτασε στο ποτάμι κι είδε τις κυράδες των παραμυθιών, τις αγγελούδες να χορεύουν και να γελάνε κάτ από το ασημένιο φως του φεγγαριού, αλλά εκείνος δεν σκιάχτηκε.

-ε, κυράδες μου καλές , φώναξε, μπας κι είδατε πουθενά την γυναίκα μου το Αγγελικώ;

Αυτές τον περικύκλωσαν και συνέχισαν να χορεύουν γύρω του γελώντας.

-θα σου πούμε αν αντέξεις να χορέψεις μέσα σ΄ένα βράδυ, με όλες μας, του είπε η πιο όμορφη

Τον πήρε αγκαλιά κι άρχισαν να χορεύουν, μα μόλις ακούστηκε το πρώτο λάλημα του πετεινού κι ενώ δεν είχε ακόμα καταφέρει να χορέψει με όλες τους, αυτές εξαφανίστηκαν.

Κουρασμένος κι απαογοητευμένος γύρισε στο σπίτι του ο Δημητρός.

Μα δεν τόβαλε κάτω.

Το άλλο βράδυ πήγε πάλι στο ποτάμι και στάθηκε δίπλα στο πηγάδι και τις περίμενε.

Εκείνες δεν άργησαν να έρθουν.

Αλλά αυτή τη βραδιά ήταν πιο πολλές και πάλι δεν κατάφερε να χορέψει με όλες τους  μέχρι το πρώτο λάληλα του πετεινού.

Το ίδιο έγινε και το τρίτο βράδυ, αλλά το παλικάρι κουρασμένο από το ξενύχτι και την πολλή δουλειά της μέρας δεν άντεξε κι έπεσε εξαντλημένος στο χώμα.

Τότε , πριν εξαφανιστούν όπως τα άλλα βράδια, η πιο όμορφη, που ήταν κι αρχηγός τους,του έδωσε ένα μπουκαλάκι που είχε μέσα ένα μαγικό βοτάνι.

-Πάρτο , του είπε, γιατί είσαι γενναίο παλικάρι και το λέει η καρδιά σου και γιατί πραγματικά αγαπάς τη γυναίκα σου. Το Αγγελικώ είναι στο κατώι του Ζιχνιτ Μπέη. Αυτός την έκλεψε γιατί την θέλει δική του γυναίκα. Φρόντισε μόνο να πιει απ αυτό το βοτάνι Ο Μπέης κι οι φρουροί του κι όταν κοιμηθούν θα μπορέσεις να την λευτερώσεις. Μετά που θα ξυπνήσει δεν θα θυμάται τίποτα . δεν θα θυμάται ούτε πως ήθελε το Αγγελικώ για δική του γυναίκα κι έτσι θα σας αφήσει ήσυχους.

-Σ ευχαριστώ, σ΄ευχαριστώ πολύ καλή μου κυρά, είπε φιλώντας τα χέρια της.

-Είμαι καλή μόνο σ αυτούς που το αξίζουν. Αν χρειαστεί όμως γίνομαι κακιά, πολύ κακιά!, είπε κι εξαφανίστηκε.

Το ίδιο πρωινό το παλικάρι παραφύλαξε κι όταν ήρθε η παραδουλεύτρα του Μπέη να πάρει νερό από το πηγάδι της έπιασε τη κουβέντα και καθώς της έδειχνε έναν αετό που πετούσε  από πάνω τους, πρόλαβε κι έριξε το μαγικό βοτάνι της Αγγελούδας στη στάμνα με το κρύο νερό.

Κι όταν αργότερα  προς το βραδάκι ,όλοι στο αρχοντικό που ήπιαν απ΄το δροσερό νερό έπεσαν σε ύπνο βαθύ, ο Δημητρός μπήκε προσεκτικά, πήρε τα κλειδιά του κατωγιού που είχε κρεμασμένα στο λαιμό του ο Μπέης κι όταν άνοιξε βρήκε τη γυναίκα του να κλαίει.

Την πήρε αγκαλιά κι επέστρεψαν στο σπίτι τους.

Δεν επέστρεψαν όμως μόνοι τους, γιατί κάτω στο υπόγειο ο Μπέης είχε στοίβα τα σακουλάκια  με  τις λίρες.

Όλα αυτά τα χρήματα που μάζευε όλα τα χρόνια με απειλές και ξύλο , από τους φτωχούς αγρότες και κτηνοτρόφους του νησιού. Έτσι το Δημητρό πήγε κι ήρθε πολλές φορές στο κατώι και πήρε όλα αυτά τα σακουλάκια  στο σπίτι του και κάλεσε όλους τους συγχωριανούς και τα μοιράστηκαν.

Κι έτσι οι άνθρωποι ζούσαν λίγο καλύτερα αλλά  με προσοχή για να μην τους πάρει χαμπάρι ο Μπέης.

Από τότε παρ΄όλο που ο Μπέης δεν θυμόταν πως ήθελε το Αγγελικώ, ο Δημητρός πήγαινε παντού και πάντα με την γυναίκα του. Μαζί το πρωί στις κατσίκες, μαζί στο μύλο, μαζί στο χωράφι, μαζί στο λιοτρίβι, μαζί στη βρύση για νερό και μαζί στο πανηγύρι για να χορέψουν. Όπου πήγαιναν ήταν μαζί όλη η οικογένεια, γιατί έκαναν κι άλλα παιδιά και τα κρύα βράδια του χειμώνα,  ο Δημητρός, όταν η οικογένεια μαζευόταν γύρω από το τζάκι, έλεγε στα παιδιά του παραμύθια για τις όμορφες κυράδες , τις αγγελούδες, που ποτέ δεν ξέχασε.

Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!

 

 

 

 

 

ΠΥΡΓΙ ΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΟ ΧΩΡΙΟ




‘Ηταν κάποτε τα παλιά τα χρόνια, ένα αγόρι που του άρεσε να διαβάζει πολύ.

Λάτρευε τις ναυτικές περιπέτειες και το αγαπημένο του βιβλίο ήταν  το « Χίλιες και μια νύχτες» στα κεφάλαια που αναφερόταν οι περιπέτειες του Σεβάχ του Θαλασσινού.

Κάθε μέρα μελετούσε τους χάρτες κι ονειρευόταν ταξίδια … κι όλοι τον έλεγαν ονειροπαρμένο.

Μάταια ο πατέρα του προσπαθούσε να του μάθει την τέχνη του. Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος και ξακουστός τεχνίτης που έφτιαχνε άσπρο-γκρι γεωμετρικά σχέδια πάνω σε σπίτια. Από το ένα αφτί έμπαιναν οι οδηγίες, από το άλλο έβγαιναν. Το αγόρι είχε αλλού το μυαλό του.

Όταν μεγάλωσε κι έγινε ένα ωραίο παλικάρι με μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά, συνήθιζε να κατεβαίνει στη θάλασσα  και να ταξιδεύει με το μυαλό του σ όλες τις θάλασσες της γης και να ζει περιπέτειες πιο όμορφες και πιο δυνατές απ΄αυτές του Σεβάχ.

Έτσι λοιπόν μια μέρα , εκεί που καθόταν στην παραλία, δίπλα στο κύμα και σχεδίαζε πάλι με το νου του ταξίδια, τον κύκλωσαν ξαφνικά πειρατές και με την απειλή των σπαθιών τους, τον πήραν στο καράβι τους.

Το παλικάρι αντιλήφθηκε πόσο κινδύνευε κι αποφάσισε να μην μιλήσει καθόλου και μόνο να γελάει σαν να ήταν χαζός. Έτσι κι αλλιώς οι πειρατές μιλούσαν άγρια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε.

Κατάλαβε  όμως πως έτσι καλοφτιαγμένος και γεροδεμένος που ήταν θέλησαν να τον εκπαιδεύσουν στο σπαθί για να τον κάνουν σωστό πειρατή και να παίρνει μέρος στις μάχες τους, αλλά έκανε πως δεν καταλάβαινε κι  έπαιζε κάνοντας φιγούρες στον αέρα με το σπαθί ή τα΄αφηνε να του πέφτει κι οι άλλοι γελούσαν και τον κορόιδευαν.

Ο αρχιπειρατής, απελπισμένος μαζί του, τον έστειλε στην κουζίνα, μήπως μάθαινε να κάνει φαγητό κι έτσι του ήταν χρήσιμος.

Ο μάγειρας προσπάθησε να του δείξει πώς να φτιάχνει φαγητό, αλλά εκείνος κρυφά πότε έριχνε πολύ αλάτι κι έκανε το φαγητό λύσσα- αλμυρό ή πότε έριχνε πολύ πιπέρι και το έκανε φωτιά- καυτερό ή πότε έβαζε πολύ ρούμι και μεθούσε το πλήρωμα.

Έμπηγε τις φωνές ο μάγειράς, αλλά το παλικάρι πάλι  χαζογελούσε.

Είδε κι απόειδε ο πειρατοκαπετάνιος και φτάνοντας κοντά στις ακτές κάποιου νησιού , τον πέταξαν στην θάλασσα.

Το παλικάρι θα πνιγόταν σίγουρα γιατί δεν ήξερε κολύμπι.

Όμως τότε εμφανίστηκε η γοργόνα που  προσεκτικά τον έσπρωξε προς τα ρηχά. Μπήκε σένα φυσικό λιμανάκι που έμοιαζε σαν τεράστια νερένια αγκαλιά  κι   από κει το κύμα φρόντισε και τον έβγαλε στην ακτή. Η γοργόνα όταν τον είδε να κινείτε και βεβαιώθηκε πως ήταν πια καλά, έδωσε μια βουτιά πλάφ! Και χάθηκε στα βάθη της θάλασσας.

Σαν συνήλθε το παλικάρι , κοίταξε γύρω του κι είδε πως βρισκόταν  σ ένα μέρος  παραμυθένιο ,που έμοιαζε να μην έχει ποτέ  περάσει άνθρωπος  από κει.

 Κι η γοργόνα;

 Ήταν άραγε αληθινή ή μήπως την ονειρεύτηκε;

Έβγαλε τα ρούχα του να στεγνώσουν στον λαμπερό ήλιο κι έψαξε να βρει κάτι να φάει, λίγο νερό να πιει και κάπου να μείνει το βράδυ .

Περπατώντας βρήκε ένα χωραφάκι που ήταν γεμάτο ντοματιές. Τις ήξερε τις ντοματιές. Είχαν και στην πατρίδα του, αλλά εδώ ήταν διαφορετικές . Οι ντομάτες ήταν σαν μεγάλα κεράσια . Πεινούσε πολύ κι έφαγε μερικά τέτοια ντοματάκια και του φάνηκαν πεντανόστιμα.

Είδε την είσοδο που οδηγούσε σε  μια σπηλιά που του φάνηκε καλή για να περάσει το βράδυ του. Μπήκε μέσα κι έψαξε προσεκτικά μήπως έμενε κάποιο ζώο εκεί. Άκουσε το γάργαρο ήχο του νερού που τρέχει και ναι μέσα στη σπηλιά έτρεχε καθαρό νεράκι κι ήπιε και ξεδίψασε.

  Συνέχισε να εξερευνεί τη σπηλιά και πίσω από κάτι βράχους, σκεπασμένο με άμμο του φάνηκε να ξεχωρίζει κάτι σκληρό. Έσκαψε λίγο με τα χέρια του και βρήκε ένα ξύλινο μπαουλάκι. Ήταν κλειδωμένο. Πήρε λοιπόν μια μεγάλη πέτρα κι άρχισε να χτυπάει την κλειδαριά και μετά από πολύ ώρα κατάφερε να το ανοίξει.

Θάμπωσαν τα μάτια του! Δεν πίστευε σ αυτό που έβλεπε. Χρυσά νομίσματα, κοσμήματα,  διαμαντικά, μαργαριτάρια , ακόμα κι ένα στέμμα με πολύτιμα πολύχρωμα πετράδια.

Το παλικάρι έκλεισε το μπαουλάκι και το έκρυψε ,σκεπάζοντάς το προσεκτικά με άμμο και πέτρες , εκεί που το βρήκε.

Μετά έφτιαξε μια αυτοσχέδια σφεντόνα και μ αυτήν κατάφερε να χτυπήσει μερικά πουλάκια, που τα έψησε , τα έφαγε και χόρτασε.

Το βράδυ , ξαπλωμένος μέσα στη σπηλιά του σκεφτόταν τι να κάνει. Να ψάξει για ανθρώπους, ή μήπως ήταν επικίνδυνο; Πώς να ήταν άραγε οι άνθρωποι εδώ ; θα ήταν φιλικοί ή εχθρικοί; Τι γλώσσα άραγε να μίλαγαν; Θα τους καταλάβαινε;  Να φτιάξει ένα σπίτι γιατί δεν θα μπορούσε να μένει συνέχεια στη σπηλιά;

Ο τόπος του φαινόταν ήρεμος κι όμορφος για να ζήσει εκεί. Αλλά τι θα συναντούσε; Και τα ταξίδια που ήθελε να κάνει ;  και τις περιπέτειες που ήθελε να ζήσει; Θα τα παρατούσε όλα αυτά για να μείνει εδώ;  Μπορεί… άλλωστε στην πρώτη του περιπέτεια κόντεψε να χάσει τη ζωή του.

Και μ αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε….

Στον ύπνο του είδε μια κοπέλα ίδια με την γοργόνα που ονειρεύτηκε πως είδε  το πρωί σαν συνήλθε στην ακτή…. Είχε πράσινα μάτια και κοκκινωπά μαλλιά , ήταν αρχοντικά ντυμένη κι ήταν τόσο όμορφη!

Την άλλη μέρα , ξύπνησε με τον ήχο των κυμάτων της θάλασσας που έσκαγαν στα βράχια.

Σηκώθηκε, ντύθηκε κι έψαξε και βρήκε ένα μονοπάτι. Το ακολούθησε  περπατώντας προσεκτικά. Κάποια στιγμή κρυμμένος πίσω από ένα πέτρινο τοίχο , είδε κάποιους ανθρώπους να μιλούν μια γλώσσα που έμοιαζε με τη δική του , αλλά ήταν πολύ διαφορετική. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι έλεγαν. Πρόσεξε όμως τα ρούχα τους. Που ήταν πολύ διαφορετικά από τα δικά του. Ήταν ανοιχτόχρωμα , υφαντά  οι άντρες φορούσαν φέσι, γιλέκο ένα σαν φόρεμα μακρύ, ζωνάρι , μαντήλι στο λαιμό  και  ριγωτό μαντήλι στη μέση. Κι οι γυναίκες φορούσαν κεφαλομάντηλο , φόρεμα και κεντητό στηθόπανο.

Πώς θα παρουσιαζόταν εκείνος μ αυτά τα κουρελιασμένα του ρούχα; Αμέσως όλοι θα καταλάβαιναν ότι ήταν ξένος.

Καθώς προχωρούσε με μεγάλη προφύλαξη είδε ασπρόρουχα απλωμένα στη αυλή ενός σπιτιού.  Γύρισε γρήγορα στη σπηλιά του , άνοιξε το μπαουλάκι του πήρε μερικά χρυσά νομίσματα κι όταν η νοικοκυρά βγήκε από την πίσω πλευρά του σπιτιού της να ταΐσει τις κότες της, εκείνος βρήκε ευκαιρία, πήρε  γρήγορα τα αντρικά ρούχα και άφησε τα χρυσά  φλουριά.

Ντύθηκε και συνέχισε το δρόμο του κι έφτασε σ ένα χωριό. Οι άνθρωποι ήταν απασχολημένοι με τις δουλειές τους και δεν  τον  πρόσεξαν.  Κι εκείνος όμως κρυβόταν όσο μπορούσε.

Παρατήρησε ότι το χωριό ήταν χτισμένο σαν  κάστρο κι είχε έναν μεγάλο πύργο και τέσσερα μικρά πυργόπουλα, που ήταν ενωμένα μ ένα μεγάλο και χοντρό τοίχο  μέσα σ αυτό τον τοίχο ήταν χτισμένα όλα τα σπίτια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Κατάλαβε πως ήταν χτισμένο έτσι για να μπορούν  οι κάτοικοι να  προστατευτούν σε περίπτωση πειρατικής επίθεσης.

Καθώς ήταν κρυμμένος και παρατηρούσε όλα αυτά, πέρασε από μπροστά του η κοπέλα που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νυχτιά. Η κοπέλα που έμοιαζε με την όμορφη γοργόνα που τον έσωσε. Και πραγματικά ξεχώριζε γιατί τα χρυσοκέντητα ρούχα της έδειχναν ότι πρέπει να ήταν αρχοντοπούλα.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του ντελάλη.

-Ακούσατε, ακούσατε, ο άρχοντας αποφάσισε να δώσει την κόρη του σ΄όποιον  κρίνει ότι είναι άξιος να την παντρευτεί. Γι αυτό δίνει προθεσμία στους νέους του χωριού να προετοιμαστούν και να εμφανιστούν μπροστά τους σε τρεις μήνες από σήμερα.

Σούσουρο ακούστηκε στο χωριό. Όλα τα παλικάρια ήταν ερωτευμένα μαζί της άλλα  μόνο δυο νέοι ήταν από αρχοντική γενιά και   μπορούσαν να παντρευτούν την όμορφη  αρχοντοπούλα.

Το παλικάρι αφού είδε και άκουσε όλα αυτά , κρυφοπερπατώντας έφυγε από το χωριό, πήρε το μονοπάτι και γύρισε στη σπηλιά του να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει που να είναι τόσο ξεχωριστό ώστε να τον κρίνει ο πατέρας της άξιο για να γίνει άντρας της κόρης της.

Σκεφτόταν, σκεφτόταν , αλλά δεν μπορούσε να βρει κάτι, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος. Στ΄ονειρό του είδε τον πατέρα του που συνήθιζε να του λέει : «Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις, πιάστηνε»

Τι ήθελε να του πει ο πατέρας του;  Μα ναι αυτό είναι, σκέφτηκε!

 Ξεκίνησε να φτιάξει τα εργαλεία που χρειαζόταν. Γύρω του είχε πέτρες πολλές και άμμο.  Έτσι ξεκίνησε να χτίζει ένα σπίτι. Ένα σπίτι διαφορετικό. Ένα σπίτι σαν αυτά που έφτιαχνε ο πατέρας στην πατρίδα του.

Δούλεψε πολύ καιρό  , όλη μέρα, όσο έφεγγε ο ήλιος. Κι έφτασε στο σημείο που χρειαζόταν ασβέστη. Έτσι αργά  το βράδυ μια νύχτα με λαμπρός φεγγάρι, χωρίς ν α τον αντιληφθεί κανείς, πήγε στο μαγαζί που πουλούσε ασβέστη και πήρε όσο χρειαζόταν κι άφησε πάλι μερικά από κείνα τα χρυσά νομίσματα.

Αφού πέρασε τους τοίχους με λάσπη από άμμο, μετά τους πέρασε με ασβέστη.  Και μετά μ ένα μαχαιράκι άρχισε να κάνει τα γεωμετρικά σχέδια, όπως ακριβώς έκανε κι ο πατέρας του. Μόνο που εκείνος πρόσθεσε και δικά του διαφορετικά όμορφα σχέδια, με λουλούδια, πουλιά κλπ.

Εν τω μεταξύ στο χωριό δεν μπορούσαν να καταλάβουν  ποιος πήρε τα ρούχα  από το σχοινί της νοικοκυράς και της άφησε χρυσά νομίσματα και ποιος πήρε τον ασβέστη κι άφησε πάλι χρυσά νομίσματα στον έμπορο. Άρχισαν να λένε διάφορες φήμες για ξωτικά, νεράιδες, αγγελούδες,……. μαγικά πλάσματα.

Κι έφτασε η μέρα που ο άρχοντας θα έκρινε ποιο παλικάρι θα ήταν έξιο να παντρευτεί την όμορφη κόρη του κα να γίνει γαμπρός του. Παρουσιάστηκαν λοιπόν τα δυο αρχοντόπουλα.

Ο πρώτος είπε:

-         Εγώ άρχοντά μου για το χατίρι της κόρης σου έγραψα ένα ωραίο τραγούδι κι έφτιαξα τα βήματα για ένα χορό που θα κάνει το χωριό μας ξακουστό στα πέρατα της γης.  Έχω μαζί μου τα όργανα για να το παίξουν και δυο φίλους μου για να σας δείξουμε πώς χορεύεται.

-         Και πραγματικά οι μουσικάντηδες έπαιξαν το τραγούδι και  το παλικάρι χόρεψε έναν νέο πολύ όμορφο χορό.

-         Μαζί μου η κόρη σου θα περάσει ζωή χαρισάμενη γεμάτη τραγούδια και χορούς.

Ο δεύτερος είπε:

-         Εγώ άρχοντά μου όλον αυτό καιρό, δούλευα σκληρά  στα χωράφια μαζί με τους φίλους μοκι έφερα να δείτε τα γεννήματα της γης μου. Μπόλικο λάδι, μαστίχι, αμύγδαλα, ρεβύθια,  ντοματάκια ,καπνά και άλλα πολλά καλούδια, όλα δώρα για σένα και την κόρη σου.

-         -Η κόρη σου μαζί μου δεν πεινάσει ποτέ!

Ο άρχοντας ήταν σκεφτικός , δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Κι οι δυό ήταν όμορφα και καλά παλικάρια.

Τότε ακούστηκε μια φωνή κι εμφανίστηκε ένα ξένος.

-Θέλω κι εγώ άρχοντα να κάνω ένα ξεχωριστό δώρο στην κόρη σου, είπε ένα ξανθό παλικάρι με μπλε μάτια, που μίλαγε διαφορετικά από του άλλους χωριανούς. Μόλις τον είδε η αρχοντοπούλα σκέφτηκε πως έναν τέτοιο ξεχωριστό παλικάρι θα ήθελε για άντρα της.

-Ποιος είσαι εσύ,  από πού μας έρχεσαι και πως βρέθηκες εδώ; Ρώτησε ο άρχοντας.

-‘Ελληνας είμαι κι έρχονται από μέρη βορινά. Το πώς βρέθηκα εδώ είναι μεγάλη ιστορία. Θέλω όμως πριν αποφασίσεις να σου δείξω την τέχνη μου. Να δεις το  ξεχωριστό δώρο που ετοίμασα για την κόρη σου.

-φέρτο λοιπόν να το δούμε.

- Δεν γίνεται. Πρέπει να με ακολουθήσετε.

Κι έτσι έγινε. Το παλικάρι τους οδήγησε στο κρυφό  σημείο κοντά στην παραλία που είχε χτίσει το σπίτι με την τέχνη του πατέρα του. Κι όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο.

Ο Άρχοντας προβληματίστηκε κι είπε σε όλους τους υποψήφιους γαμπρούς ότι ήθελε να το σκεφτεί και να τους απαντήσει την επόμενη μέρα.

Πίσω στο αρχοντικό του μίλησε με την κόρη του.

-         Πες μου κόρη μου, ποιον θα διαλέγεις εσύ για άντρα σου; .

-         Πατέρα ωραία τα τραγούδια κι οι χοροί, αλλά όταν πεινάς δεν σε χορταίνουν.

-         Καλά είναι και τα γεννήματα της γης, αλλά σε μια κακή χρονιά μπορεί να καταστραφεί όλη η σοδειά.

-         Εγώ για άντρα μου διαλέγω τον ξένο, για να δείξει την τέχνη και σε άλλους και να κάνουν το χωριό μας ξεχωριστό ανάμεσα σε άλλα. Και νομίζω πως ό,τι και να γίνει με την τέχνη που γνωρίζει δεν πρόκειται ποτέ να πεινάσουμε.

Και πραγματικά την άλλη μέρα ο άρχοντας ανακοίνωσε την απόφασή του , που ήταν και σοφή απόφαση της μονάκριβης κόρης του  και το ίδιο βράδυ έγινε ο γάμος. Έστησαν στο χωριό ένα  γλέντι που όμοιό του δεν ξανάγινε κι οι μουσικάντηδες  έπαιξαν τον καινούργιο χορό που έφτιαξε το πρώτο αρχοντόπουλο και τον χόρεψαν όλοι μαζί . Το δεύτερο αρχοντόπουλο έφερε από τα καλούδια τους για να κεράσουν  τους καλεσμένους. Κι η αρχοντοπούλα  έλαμπε από τη χαρά της δίπλα τον όμορφο ξένο που είχε κλέψει την καρδιά της  και  φορούσε κοσμήματα  από πολύχρωμα πολύτιμα πετράδια, δώρα του αγαπημένου της.

Μετά το γάμο, το παλικάρι έδειξε την τέχνη του κι όλοι στόλισαν  τα σπίτια τους μ αυτά τα λευκά και γκρι σχέδια , που κάνουν μέχρι και  το χωριό τους να ξεχωρίζει.

 

 


‘Ηταν κάποτε τα παλιά τα χρόνια, ένα αγόρι που του άρεσε να διαβάζει πολύ.

Λάτρευε τις ναυτικές περιπέτειες και το αγαπημένο του βιβλίο ήταν  το « Χίλιες και μια νύχτες» στα κεφάλαια που αναφερόταν οι περιπέτειες του Σεβάχ του Θαλασσινού.

Κάθε μέρα μελετούσε τους χάρτες κι ονειρευόταν ταξίδια … κι όλοι τον έλεγαν ονειροπαρμένο.

Μάταια ο πατέρα του προσπαθούσε να του μάθει την τέχνη του. Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος και ξακουστός τεχνίτης που έφτιαχνε άσπρο-γκρι γεωμετρικά σχέδια πάνω σε σπίτια. Από το ένα αφτί έμπαιναν οι οδηγίες, από το άλλο έβγαιναν. Το αγόρι είχε αλλού το μυαλό του.

Όταν μεγάλωσε κι έγινε ένα ωραίο παλικάρι με μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά, συνήθιζε να κατεβαίνει στη θάλασσα  και να ταξιδεύει με το μυαλό του σ όλες τις θάλασσες της γης και να ζει περιπέτειες πιο όμορφες και πιο δυνατές απ΄αυτές του Σεβάχ.

Έτσι λοιπόν μια μέρα , εκεί που καθόταν στην παραλία, δίπλα στο κύμα και σχεδίαζε πάλι με το νου του ταξίδια, τον κύκλωσαν ξαφνικά πειρατές και με την απειλή των σπαθιών τους, τον πήραν στο καράβι τους.

Το παλικάρι αντιλήφθηκε πόσο κινδύνευε κι αποφάσισε να μην μιλήσει καθόλου και μόνο να γελάει σαν να ήταν χαζός. Έτσι κι αλλιώς οι πειρατές μιλούσαν άγρια σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε.

Κατάλαβε  όμως πως έτσι καλοφτιαγμένος και γεροδεμένος που ήταν θέλησαν να τον εκπαιδεύσουν στο σπαθί για να τον κάνουν σωστό πειρατή και να παίρνει μέρος στις μάχες τους, αλλά έκανε πως δεν καταλάβαινε κι  έπαιζε κάνοντας φιγούρες στον αέρα με το σπαθί ή τα΄αφηνε να του πέφτει κι οι άλλοι γελούσαν και τον κορόιδευαν.

Ο αρχιπειρατής, απελπισμένος μαζί του, τον έστειλε στην κουζίνα, μήπως μάθαινε να κάνει φαγητό κι έτσι του ήταν χρήσιμος.

Ο μάγειρας προσπάθησε να του δείξει πώς να φτιάχνει φαγητό, αλλά εκείνος κρυφά πότε έριχνε πολύ αλάτι κι έκανε το φαγητό λύσσα- αλμυρό ή πότε έριχνε πολύ πιπέρι και το έκανε φωτιά- καυτερό ή πότε έβαζε πολύ ρούμι και μεθούσε το πλήρωμα.

Έμπηγε τις φωνές ο μάγειράς, αλλά το παλικάρι πάλι  χαζογελούσε.

Είδε κι απόειδε ο πειρατοκαπετάνιος και φτάνοντας κοντά στις ακτές κάποιου νησιού , τον πέταξαν στην θάλασσα.

Το παλικάρι θα πνιγόταν σίγουρα γιατί δεν ήξερε κολύμπι.

Όμως τότε εμφανίστηκε η γοργόνα που  προσεκτικά τον έσπρωξε προς τα ρηχά. Μπήκε σένα φυσικό λιμανάκι που έμοιαζε σαν τεράστια νερένια αγκαλιά  κι   από κει το κύμα φρόντισε και τον έβγαλε στην ακτή. Η γοργόνα όταν τον είδε να κινείτε και βεβαιώθηκε πως ήταν πια καλά, έδωσε μια βουτιά πλάφ! Και χάθηκε στα βάθη της θάλασσας.

Σαν συνήλθε το παλικάρι , κοίταξε γύρω του κι είδε πως βρισκόταν  σ ένα μέρος  παραμυθένιο ,που έμοιαζε να μην έχει ποτέ  περάσει άνθρωπος  από κει.

 Κι η γοργόνα;

 Ήταν άραγε αληθινή ή μήπως την ονειρεύτηκε;

Έβγαλε τα ρούχα του να στεγνώσουν στον λαμπερό ήλιο κι έψαξε να βρει κάτι να φάει, λίγο νερό να πιει και κάπου να μείνει το βράδυ .

Περπατώντας βρήκε ένα χωραφάκι που ήταν γεμάτο ντοματιές. Τις ήξερε τις ντοματιές. Είχαν και στην πατρίδα του, αλλά εδώ ήταν διαφορετικές . Οι ντομάτες ήταν σαν μεγάλα κεράσια . Πεινούσε πολύ κι έφαγε μερικά τέτοια ντοματάκια και του φάνηκαν πεντανόστιμα.

Είδε την είσοδο που οδηγούσε σε  μια σπηλιά που του φάνηκε καλή για να περάσει το βράδυ του. Μπήκε μέσα κι έψαξε προσεκτικά μήπως έμενε κάποιο ζώο εκεί. Άκουσε το γάργαρο ήχο του νερού που τρέχει και ναι μέσα στη σπηλιά έτρεχε καθαρό νεράκι κι ήπιε και ξεδίψασε.

  Συνέχισε να εξερευνεί τη σπηλιά και πίσω από κάτι βράχους, σκεπασμένο με άμμο του φάνηκε να ξεχωρίζει κάτι σκληρό. Έσκαψε λίγο με τα χέρια του και βρήκε ένα ξύλινο μπαουλάκι. Ήταν κλειδωμένο. Πήρε λοιπόν μια μεγάλη πέτρα κι άρχισε να χτυπάει την κλειδαριά και μετά από πολύ ώρα κατάφερε να το ανοίξει.

Θάμπωσαν τα μάτια του! Δεν πίστευε σ αυτό που έβλεπε. Χρυσά νομίσματα, κοσμήματα,  διαμαντικά, μαργαριτάρια , ακόμα κι ένα στέμμα με πολύτιμα πολύχρωμα πετράδια.

Το παλικάρι έκλεισε το μπαουλάκι και το έκρυψε ,σκεπάζοντάς το προσεκτικά με άμμο και πέτρες , εκεί που το βρήκε.

Μετά έφτιαξε μια αυτοσχέδια σφεντόνα και μ αυτήν κατάφερε να χτυπήσει μερικά πουλάκια, που τα έψησε , τα έφαγε και χόρτασε.

Το βράδυ , ξαπλωμένος μέσα στη σπηλιά του σκεφτόταν τι να κάνει. Να ψάξει για ανθρώπους, ή μήπως ήταν επικίνδυνο; Πώς να ήταν άραγε οι άνθρωποι εδώ ; θα ήταν φιλικοί ή εχθρικοί; Τι γλώσσα άραγε να μίλαγαν; Θα τους καταλάβαινε;  Να φτιάξει ένα σπίτι γιατί δεν θα μπορούσε να μένει συνέχεια στη σπηλιά;

Ο τόπος του φαινόταν ήρεμος κι όμορφος για να ζήσει εκεί. Αλλά τι θα συναντούσε; Και τα ταξίδια που ήθελε να κάνει ;  και τις περιπέτειες που ήθελε να ζήσει; Θα τα παρατούσε όλα αυτά για να μείνει εδώ;  Μπορεί… άλλωστε στην πρώτη του περιπέτεια κόντεψε να χάσει τη ζωή του.

Και μ αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε….

Στον ύπνο του είδε μια κοπέλα ίδια με την γοργόνα που ονειρεύτηκε πως είδε  το πρωί σαν συνήλθε στην ακτή…. Είχε πράσινα μάτια και κοκκινωπά μαλλιά , ήταν αρχοντικά ντυμένη κι ήταν τόσο όμορφη!

Την άλλη μέρα , ξύπνησε με τον ήχο των κυμάτων της θάλασσας που έσκαγαν στα βράχια.

Σηκώθηκε, ντύθηκε κι έψαξε και βρήκε ένα μονοπάτι. Το ακολούθησε  περπατώντας προσεκτικά. Κάποια στιγμή κρυμμένος πίσω από ένα πέτρινο τοίχο , είδε κάποιους ανθρώπους να μιλούν μια γλώσσα που έμοιαζε με τη δική του , αλλά ήταν πολύ διαφορετική. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι έλεγαν. Πρόσεξε όμως τα ρούχα τους. Που ήταν πολύ διαφορετικά από τα δικά του. Ήταν ανοιχτόχρωμα , υφαντά  οι άντρες φορούσαν φέσι, γιλέκο ένα σαν φόρεμα μακρύ, ζωνάρι , μαντήλι στο λαιμό  και  ριγωτό μαντήλι στη μέση. Κι οι γυναίκες φορούσαν κεφαλομάντηλο , φόρεμα και κεντητό στηθόπανο.

Πώς θα παρουσιαζόταν εκείνος μ αυτά τα κουρελιασμένα του ρούχα; Αμέσως όλοι θα καταλάβαιναν ότι ήταν ξένος.

Καθώς προχωρούσε με μεγάλη προφύλαξη είδε ασπρόρουχα απλωμένα στη αυλή ενός σπιτιού.  Γύρισε γρήγορα στη σπηλιά του , άνοιξε το μπαουλάκι του πήρε μερικά χρυσά νομίσματα κι όταν η νοικοκυρά βγήκε από την πίσω πλευρά του σπιτιού της να ταΐσει τις κότες της, εκείνος βρήκε ευκαιρία, πήρε  γρήγορα τα αντρικά ρούχα και άφησε τα χρυσά  φλουριά.

Ντύθηκε και συνέχισε το δρόμο του κι έφτασε σ ένα χωριό. Οι άνθρωποι ήταν απασχολημένοι με τις δουλειές τους και δεν  τον  πρόσεξαν.  Κι εκείνος όμως κρυβόταν όσο μπορούσε.

Παρατήρησε ότι το χωριό ήταν χτισμένο σαν  κάστρο κι είχε έναν μεγάλο πύργο και τέσσερα μικρά πυργόπουλα, που ήταν ενωμένα μ ένα μεγάλο και χοντρό τοίχο  μέσα σ αυτό τον τοίχο ήταν χτισμένα όλα τα σπίτια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Κατάλαβε πως ήταν χτισμένο έτσι για να μπορούν  οι κάτοικοι να  προστατευτούν σε περίπτωση πειρατικής επίθεσης.

Καθώς ήταν κρυμμένος και παρατηρούσε όλα αυτά, πέρασε από μπροστά του η κοπέλα που είχε ονειρευτεί την προηγούμενη νυχτιά. Η κοπέλα που έμοιαζε με την όμορφη γοργόνα που τον έσωσε. Και πραγματικά ξεχώριζε γιατί τα χρυσοκέντητα ρούχα της έδειχναν ότι πρέπει να ήταν αρχοντοπούλα.

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε η φωνή του ντελάλη.

-Ακούσατε, ακούσατε, ο άρχοντας αποφάσισε να δώσει την κόρη του σ΄όποιον  κρίνει ότι είναι άξιος να την παντρευτεί. Γι αυτό δίνει προθεσμία στους νέους του χωριού να προετοιμαστούν και να εμφανιστούν μπροστά τους σε τρεις μήνες από σήμερα.

Σούσουρο ακούστηκε στο χωριό. Όλα τα παλικάρια ήταν ερωτευμένα μαζί της άλλα  μόνο δυο νέοι ήταν από αρχοντική γενιά και   μπορούσαν να παντρευτούν την όμορφη  αρχοντοπούλα.

Το παλικάρι αφού είδε και άκουσε όλα αυτά , κρυφοπερπατώντας έφυγε από το χωριό, πήρε το μονοπάτι και γύρισε στη σπηλιά του να σκεφτεί τι θα μπορούσε να κάνει που να είναι τόσο ξεχωριστό ώστε να τον κρίνει ο πατέρας της άξιο για να γίνει άντρας της κόρης της.

Σκεφτόταν, σκεφτόταν , αλλά δεν μπορούσε να βρει κάτι, μέχρι που τον πήρε ο ύπνος. Στ΄ονειρό του είδε τον πατέρα του που συνήθιζε να του λέει : «Μάθε τέχνη κι άστηνε κι αν πεινάσεις, πιάστηνε»

Τι ήθελε να του πει ο πατέρας του;  Μα ναι αυτό είναι, σκέφτηκε!

 Ξεκίνησε να φτιάξει τα εργαλεία που χρειαζόταν. Γύρω του είχε πέτρες πολλές και άμμο.  Έτσι ξεκίνησε να χτίζει ένα σπίτι. Ένα σπίτι διαφορετικό. Ένα σπίτι σαν αυτά που έφτιαχνε ο πατέρας στην πατρίδα του.

Δούλεψε πολύ καιρό  , όλη μέρα, όσο έφεγγε ο ήλιος. Κι έφτασε στο σημείο που χρειαζόταν ασβέστη. Έτσι αργά  το βράδυ μια νύχτα με λαμπρός φεγγάρι, χωρίς ν α τον αντιληφθεί κανείς, πήγε στο μαγαζί που πουλούσε ασβέστη και πήρε όσο χρειαζόταν κι άφησε πάλι μερικά από κείνα τα χρυσά νομίσματα.

Αφού πέρασε τους τοίχους με λάσπη από άμμο, μετά τους πέρασε με ασβέστη.  Και μετά μ ένα μαχαιράκι άρχισε να κάνει τα γεωμετρικά σχέδια, όπως ακριβώς έκανε κι ο πατέρας του. Μόνο που εκείνος πρόσθεσε και δικά του διαφορετικά όμορφα σχέδια, με λουλούδια, πουλιά κλπ.

Εν τω μεταξύ στο χωριό δεν μπορούσαν να καταλάβουν  ποιος πήρε τα ρούχα  από το σχοινί της νοικοκυράς και της άφησε χρυσά νομίσματα και ποιος πήρε τον ασβέστη κι άφησε πάλι χρυσά νομίσματα στον έμπορο. Άρχισαν να λένε διάφορες φήμες για ξωτικά, νεράιδες, αγγελούδες,……. μαγικά πλάσματα.

Κι έφτασε η μέρα που ο άρχοντας θα έκρινε ποιο παλικάρι θα ήταν έξιο να παντρευτεί την όμορφη κόρη του κα να γίνει γαμπρός του. Παρουσιάστηκαν λοιπόν τα δυο αρχοντόπουλα.

Ο πρώτος είπε:

-         Εγώ άρχοντά μου για το χατίρι της κόρης σου έγραψα ένα ωραίο τραγούδι κι έφτιαξα τα βήματα για ένα χορό που θα κάνει το χωριό μας ξακουστό στα πέρατα της γης.  Έχω μαζί μου τα όργανα για να το παίξουν και δυο φίλους μου για να σας δείξουμε πώς χορεύεται.

-         Και πραγματικά οι μουσικάντηδες έπαιξαν το τραγούδι και  το παλικάρι χόρεψε έναν νέο πολύ όμορφο χορό.

-         Μαζί μου η κόρη σου θα περάσει ζωή χαρισάμενη γεμάτη τραγούδια και χορούς.

Ο δεύτερος είπε:

-         Εγώ άρχοντά μου όλον αυτό καιρό, δούλευα σκληρά  στα χωράφια μαζί με τους φίλους μοκι έφερα να δείτε τα γεννήματα της γης μου. Μπόλικο λάδι, μαστίχι, αμύγδαλα, ρεβύθια,  ντοματάκια ,καπνά και άλλα πολλά καλούδια, όλα δώρα για σένα και την κόρη σου.

-         -Η κόρη σου μαζί μου δεν πεινάσει ποτέ!

Ο άρχοντας ήταν σκεφτικός , δεν ήξερε τι να αποφασίσει. Κι οι δυό ήταν όμορφα και καλά παλικάρια.

Τότε ακούστηκε μια φωνή κι εμφανίστηκε ένα ξένος.

-Θέλω κι εγώ άρχοντα να κάνω ένα ξεχωριστό δώρο στην κόρη σου, είπε ένα ξανθό παλικάρι με μπλε μάτια, που μίλαγε διαφορετικά από του άλλους χωριανούς. Μόλις τον είδε η αρχοντοπούλα σκέφτηκε πως έναν τέτοιο ξεχωριστό παλικάρι θα ήθελε για άντρα της.

-Ποιος είσαι εσύ,  από πού μας έρχεσαι και πως βρέθηκες εδώ; Ρώτησε ο άρχοντας.

-‘Ελληνας είμαι κι έρχονται από μέρη βορινά. Το πώς βρέθηκα εδώ είναι μεγάλη ιστορία. Θέλω όμως πριν αποφασίσεις να σου δείξω την τέχνη μου. Να δεις το  ξεχωριστό δώρο που ετοίμασα για την κόρη σου.

-φέρτο λοιπόν να το δούμε.

- Δεν γίνεται. Πρέπει να με ακολουθήσετε.

Κι έτσι έγινε. Το παλικάρι τους οδήγησε στο κρυφό  σημείο κοντά στην παραλία που είχε χτίσει το σπίτι με την τέχνη του πατέρα του. Κι όλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο.

Ο Άρχοντας προβληματίστηκε κι είπε σε όλους τους υποψήφιους γαμπρούς ότι ήθελε να το σκεφτεί και να τους απαντήσει την επόμενη μέρα.

Πίσω στο αρχοντικό του μίλησε με την κόρη του.

-         Πες μου κόρη μου, ποιον θα διαλέγεις εσύ για άντρα σου; .

-         Πατέρα ωραία τα τραγούδια κι οι χοροί, αλλά όταν πεινάς δεν σε χορταίνουν.

-         Καλά είναι και τα γεννήματα της γης, αλλά σε μια κακή χρονιά μπορεί να καταστραφεί όλη η σοδειά.

-         Εγώ για άντρα μου διαλέγω τον ξένο, για να δείξει την τέχνη και σε άλλους και να κάνουν το χωριό μας ξεχωριστό ανάμεσα σε άλλα. Και νομίζω πως ό,τι και να γίνει με την τέχνη που γνωρίζει δεν πρόκειται ποτέ να πεινάσουμε.

Και πραγματικά την άλλη μέρα ο άρχοντας ανακοίνωσε την απόφασή του , που ήταν και σοφή απόφαση της μονάκριβης κόρης του  και το ίδιο βράδυ έγινε ο γάμος. Έστησαν στο χωριό ένα  γλέντι που όμοιό του δεν ξανάγινε κι οι μουσικάντηδες  έπαιξαν τον καινούργιο χορό που έφτιαξε το πρώτο αρχοντόπουλο και τον χόρεψαν όλοι μαζί . Το δεύτερο αρχοντόπουλο έφερε από τα καλούδια τους για να κεράσουν  τους καλεσμένους. Κι η αρχοντοπούλα  έλαμπε από τη χαρά της δίπλα τον όμορφο ξένο που είχε κλέψει την καρδιά της  και  φορούσε κοσμήματα  από πολύχρωμα πολύτιμα πετράδια, δώρα του αγαπημένου της.

Μετά το γάμο, το παλικάρι έδειξε την τέχνη του κι όλοι στόλισαν  τα σπίτια τους μ αυτά τα λευκά και γκρι σχέδια , που κάνουν μέχρι και  το χωριό τους να ξεχωρίζει.

 

 

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...