Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΕΙΜΩΝΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

 

     Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ- Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!

 

 

-Ας πάμε ένα ταξίδι με την φαντασία μας στη Βόρεια Ελλάδα, που σήμερα χιονίζει και κάνει πολύ κρύο. Τι θα θέλατε να κάναμε , αν είμαστε εκεί;

- Να βγούμε στο πάρκο και  να παίξουμε με το χιόνι.

-Να παίξουμε χιονοπόλεμο.

-Να φτιάξουμε χιονάνθρωπο.

-Ωραία βάλτε λοιπόν χοντρά ρούχα ..

-Και σκουφιά!

-Και κασκόλ!

_Και γάντια!

-Και μπότες!

-Ναι , όλα αυτά και πάμε να παίξουμε στο πάρκο. Α… μου ήρθε μια ιδέα .Τι θα λέγατε να κάνουμε διαγωνισμό και να φτιάξει ο καθένας τον δικό του χιονάνθρωπο.

-Τέλεια ιδέα, μας αρέσει πολύ, είπαν τα παιδιά και ξεχύθηκαν με τα φτερά της φαντασίας τους στο κοντινό χιονισμένο πάρκο, όπου ο καθένας έφτιαξε το δικό του χιονάνθρωπο.

Άλλος έφτιαξε τον χιονάνθρωπό του με δυο χιονόμπαλες, άλλος με τρεις, άλλος με περισσότερες.

 

                                                                                                                           

          

                                                                                                                                                         

Άλλος έβαλε σκουφί, άλλος κασκόλ, ρούχα….

Άλλος έβαλε κουμπιά πετρούλες , άλλος για μάτια καραμέλες, άλλος κουκουνάρια ,  άλλος έβαλε καροτένια μύτη, άλλο έβαλε ένα ξυλάκι. Κι όλοι, μα όλοι έβαλαν κλαδάκια για χέρια.. Χμ μάλλον όχι όλοι. Ένα παιδί που δεν έβλεπε πολύ καλά και   γι αυτό φορούσε χοντρά γυαλιά, ο Φώτης, δεν έβαλε χέρια στον δικό του χιονάνθρωπο γιατί δεν εύρισκε άλλα κλαδάκια.  Άσε που ο χιονάνθρωπό τους ήταν … πώς να το πω λίγο περίεργος, σαν λιωμένο παγωτό .  Ο Φώτης όμως τούδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, του είπε « σ΄αγαπώ πολύ» κι έφυγε για να ψάξει να βρει δυο ξυλάκια να του  βάλει για χεράκια.

 

Τα παιδιά καμάρωναν για τους χιονάνθρωπους τους και λίγο ακόμα να μάλωναν για το ποιος ήταν ο πιο όμορφος.

-Ει κοιτάξτε αυτόν τον χιονάνθρωπο, δεν είναι πολύ   …. Χάλια. Σαν στραβοχυμένος λουκουμάς! Είπε ένα παιδί και τα άλλα συμφώνησαν μαζί του κι έβαλαν τα γέλια. ΄

Όμως επειδή έκανε πάρα πολύ κρύο, έφυγαν κι ήρθαν πάλι μέσα στο ζεστό σχολείο τους και συζητούσαν για τους όμορφους χιονάνθρωπους τους. Ο Καθένας έλεγε τι όνομα θα  ήθελε να είχε ο χιονάνθρωπός τους και έφτιαχναν  φανταστικές ιστορίες με ήρωες τους χιονάνθρωπους τους.

Εν τω μεταξύ, όταν έφυγαν τα παιδιά οι χιονάνθρωποι έκαναν κύκλο κι άρχισαν να κοροϊδεύουν τον χιονάνθρωπο του Φώτη, γιατί δεν είχε χέρια.

-Κοιτάξτε τον πως είναι

Ένα μάτσο άσπρα χάλια…… ( τραγουδούσαν….)

Εκείνη τη στιγμή περνούσε από κει η μαγική χιονονιφάδα και τους άκουσε. Κατέβηκε λοιπόν , φίλησε τον χιονάνθρωπο  που δεν είχε χέρια, του έδωσε ένα πολύ ξεχωριστό δώρο ( να μπορεί να μιλά την γλώσσα των ανθρώπων , να διηγείται όμορφες ιστορίες  που διώχνουν το φόβο και του έμαθε  ένα γλυκό τραγουδάκι για να μη φοβάται κι ο ίδιος)κι εκείνος χαμογέλασε.

Σε λίγο επέστρεψε ο Φώτης , πολύ στεναχωρημένος που δεν βρήκε πουθενά δυο  κλαδάκια για να τα βάλει στο δικό του χιονάνθρωπο.

Μόλις είδε πως τα άλλα παιδιά είχαν φύγει κι ήταν μόνος του εκεί κι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει , φοβήθηκε πολύ  κι άρχισε να κλαίει.

-         Ει , έλα κοντά μου. Μη φοβάσαι  και μην κλαις, του είπε ο δικός του χιονάνθρωπος  με ανθρώπινη φωνή κι άρχισε να του λέει  όμορφες ιστορίες για να μη φοβάται. Του είπε κι ένα τραγουδάκι:

-          

-         Άνοιξ’ την καρδιά σου,
εγώ είμαι εδώ,
στα προβλήματά σου
για να σου σταθώ.

Στη νυχτιά, στο σκοτάδι,
θα ’μαι φως και σημάδι,
θά ’ρθω να σε βρω,
να σου πω μη φοβάσαι,
πια μονάχος δε θα ’σαι:

-        
Σ’ αγαπώ! 

Τότε οι άλλοι χιονάνθρωποι, κατάλαβαν πόσο ξεχωριστός ήταν αυτός ο….. στραβοχυμένος λουκουμάς χιονάνθρωπος κι ένιωσαν πολύ άσχημα για τον τρόπο που του είχαν φερθεί.

Πήγαν λοιπόν κοντά του και του ζήτησαν συγγνώμη. Του ζήτησαν να γίνει φίλος τους και να τους λέει αυτές τις όμορφες ιστορίες. Κι εκείνος δέχτηκε με πολλή χαρά.

Εν τω μεταξύ τα παιδιά , μόλις κατάλαβαν ότι έλειπε ο Φώτης, Βγήκαν να τον ψάξουν . Κι όταν πλησίασαν κοντά στο χιονάνθρωπό του , που του έλεγε όμορφες ιστορίες για να μην φοβάται, κάθισαν κι εκείνα κι άκουγαν και τους άρεσε πολύ.

‘Όταν επέστρεψαν αποφάσισαν ότι ο καλύτερος δημιουργός  χιονάνθρωπου ήταν ο Φώτης, γιατί έφτιαξε έναν χιονάνθρωπο μοναδικό. Τον χιονάνθρωπο της αγάπης!

 

 Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

 

Ο ΧΙΟΝΕΝΙΟΣ




 

  Κάποτε, χειμώνας ήταν , μέσα  σ’  ένα δάσος  μαζεύτηκε μια παρέα  από ζώα  και πουλιά  ( κουκουβάγια  , σκιουράκι , λαγός ,γεράκι , αϊτός ,   άσπρη αρκούδα, καφέ αρκούδος   , χελώνα) ποντικάκι , λύκος αλεπού και ένα σκυλάκι που  είχε χαθεί στο δάσος   για να συζητήσουν  πώς θα αντιμετωπίσουν  το θέμα της καθαριότητας  του δάσους.

 Ξαφνικά άρχισε να χιονίζει  πολύ δυνατά  και στο δάσος στρώθηκε  ένα παχύ στρώμα  από χιόνι  και η μικρή λιμνούλα πάγωσε. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό  και η άσπρη αρκούδα  μάζεψε  ξύλα κι άναψαν  φωτιά κι άρχισαν να χορεύουν  γύρω από τη φωτιά  για να ζεσταθούν . Εκεί που  χόρευαν  ο  λύκος παραπάτησε  κι έπεσε πάνω στην αλεπού   κι αυτή  εκνευρισμένη  άρχισε να του ρίχνει χιονόμπαλες  , πράγμα που άρεσε και στα άλλα ζώα  και ξεκίνησαν  χιονοπόλεμο.  Όταν λοιπόν κουράστηκαν  και κάθισαν να  ξελαχανιάσουν  η κουκουβάγια  που την έλεγαν Τρίτωνα  είχε  μια καλή ιδέα.

-        Τι θα λέγατε  φίλοι μου να  φτιάχναμε έναν χιονάνθρωπο.

-        - Μπράβο ! Πολύ ωραία ιδέα  ! φώναξαν  και χειροκρότησαν όλοι μαζί.

-        Πρέπει όμως να  βρούμε  μάτια, μύτη , καπέλο, χέρια , κ.λ.π.

-         Όλοι θα βοηθήσουμε .

 Και στ’ αλήθεια   βοήθησαν όλοι  και πολύ γρήγορα  έφτιαξαν  έναν μεγάλο χιονάνθρωπο.

-        Αυτά  εδώ κάνουν  για χέρια;  Είπε  η καφέ αρκούδα  κι έδειξε 2 κλαδιά .

-        Ναι , ναι  , είναι πολύ  καλά, απάντησε ο λαγός . Κι εγώ έφερα  ένα από τα αγαπημένα μου καρότα  για μύτη .

-         Μερικά βελανίδια  από τις προμήθειές  μου  για τον χειμώνα   νομίζω ότι θα γίνονταν ωραία κουμπιά, είπε το σκιουράκι.

-         Αυτό το σκουφάκι το βρήκα  πεταμένο  στο δάσος  τη μέρα  που χάθηκα  , είπε το σκυλάκι . Το προσφέρω να το φορέσουμε  στον χιονάνθρωπό μας .

  Η αλεπού  πλησίασε δειλά και πρόσφερε  ένα όμορφο κόκκινο κασκόλ .

- Το έκλεψα κάποτε  από μια παρέα παιδιών  , είπε , γιατί μου   άρεσε  πολύ το χρώμα του  , αλλά τώρα το δίνω  με μεγάλη χαρά στον άσπρο  φίλο μας .

 Έβαλαν  λοιπό  στον χιονάνθρωπο   και το όμορφο κόκκινο κασκόλ   και να ‘τος   έτοιμος στημένος καμαρωτός.  Τώρα   όμως έπρεπε  να  του  δώσουν   κι  ένα όμορφο  όνομα.

 -Τι όνομα λέτε να  ‘ χει  ; ρώτησε η κουκουβάγια.

-  Γουρλομάτης  , είπε την αλεπού.

- Λευκούλης , είπε το γεράκι .

- Αγαπούλης , είπε ο λαγός .

- Νιφάδας, είπε  το ποντικάκι.

 Ακούστηκαν  κι άλλα  πολλά ονόματα  ώσπου……

-ΧΙΟΝΕΝΙΟΣ! Φώναξε  η άσπρη  αρκούδα.

-Μπράβο ! Αυτό είναι  όνομα  ,  είπαν  όλοι μαζί  . Κι άρχισαν  να χορεύουν  γύρω του τραγουδώντας  : Χιονένιος ! Χιονένιος!  Χιονένιος!...

 Όταν βράδιασε  πια  για τα καλά  και τα ζώα  και τα πουλιά  μαζεύτηκαν  στις φωλιές τους  ,Έμεινε  μόνος  ο χιονάνθρωπος και άρχισε  να περπατά  μήπως συναντήσει κάποιο φίλο , κάποιο   χιονάνθρωπο. Πραγματικά  μετά  από λίγο  συνάντησε  έναν  κι έπειτα  έναν άλλο  και μετά  άλλους  πολλούς  χιονάνθρωπους  , γνωρίστηκαν  μεταξύ  κι άρχισαν  να συζητάνε και να  παίζουν παιχνίδια με λέξεις.

 Αφού κουράστηκαν  άρχισαν  να λένε  διάφορες  ιστορίες    που  είχαν ακούσει  , ώσπου ένα χιονάνθρωπος  που τον είχαν  ξαναφτιάξει  πέρσι ήξερε  ένα μεγάλο φοβερό μυστικό .

-        Χαρείτε όσο μπορείτε γιατί  μόλις βγει  ο  ήλιος  όλοι θα λιώσουμε.

-        Θα λιώσουμε  ; Τι θα πει αυτό ; ρώτησε ένας χιονάνθρωπος  που φορούσε ένα   μαύρο  ψηλό επίσημο καπέλο.

-        Θα πει ότι θα γίνουμε  νερό.  Έτσι έγινε με μένα . Έγινα νερό  πήγα στη θάλασσα  , ξαναέγινα  σύννεφο που πάγωσε  κι έπεσε πάλι στη γη σαν χιόνι  και μετά με ξανάφτιαξε  χιονάνθρωπο   μια παρέα παιδιών.

-        Πω , πω , συμφορά ! Είπε  πάλι ο άλλος .

-        Και δεν  μπορούμε  να κάνουμε κάτι γι’ αυτό ; ρώτησε ο Χιονένιος .

-        Νομίζω πως μπορούμε . Κάποιοι  έλεγαν πως θα σωθούμε  μόνο  αν πάμε στον Βόρειο Πόλο  , όπου πάντα  υπάρχουν χιόνια  και πάγοι , απάντησε  αυτός  που φαίνεται να ήξερε πολλά .

-        Κι  είναι μακριά αυτός ο Βόρειος Πόλος ; ρώτησε κάποιος που του  είχαν βάλει καραμέλες για κουμπιά.

-         Ο Βόρειος Πόλος  είναι πολύ μακριά  και δεν προλαβαίνουμε  να φτάσουμε περπατώντας  πριν  βγει ο ήλιος  , απάντησε ο Πολύξερος.

-        Τότε  είμαστε  καταδικασμένοι  ,  είπε ένας κοντόχοντρος  χιονάνθρωπος .

-        Όχι !!!πετιέται  ο Χιονένιος . Κάτι μπορούμε  να κάνουμε . Εγώ  εκεί στο  δάσος που ήμουν  , είδα να πετούν   κάτι μεγάλα σιδερένια πουλιά  που θα μπορούσαν να μας σηκώσουν  και να μας πάνε εκεί .

-        Μάλλον για τα αεροπλάνα  μιλάς. Δεν είναι  πουλιά, είναι  μέσα μεταφοράς. Και για να μας πάνε  στο Βόρειο Πόλο θέλουν χρήματα.

 Ο Πολύξερος  τους κατάπληξε…..όλοι μούδιασαν .

- Χρήματα ; Τι είναι αυτό πάλι ; ρώτησε ο στραβομύτης . Και που μπορούμε να  τα βρούμε;

-Χρήματα  παίρνουν οι άνθρωποι  όταν δουλεύουν  , του ς είπε .

- Και οι χιονάνθρρρρωποι  πότε παίρρρρρνουν  χρρρρήματα;  Ρώτησε   ένας χιονάνθρωπος  που έλεγε περίεργα το ρ.

- Οι Χιονάνθρωποι   δεν δουλεύουν  , απάντησε εκείνος.

- Και που θα βρούμε χρήματα ;  επέμεινε να ρωτά αυτός .

Σιωπή! κανείς δεν ήξερε να απαντήσει.

- Ξαφνικά  μίλησε ένας χιονάνθρωπος   που  είχε  στο στόμα ένα τσιμπούκι.

- Μπορούμε να κάνουμε  μερικά  πράγματα  π.χ.  να καλέσουμε    ανθρώπους  και να τους δείξουμε  σκι στο χιόνι  , πατινάζ , στον πάγο  της  λιμνούλας,  να τους  πούμε  αστεία , να τους τραγουδήσουμε  όπως κάνουν τα  παιδιά  τα Χριστούγεννα.

 Τους άρεσε  η ιδέα  να προσπαθήσουν κι έτσι  χωρίστηκαν  σε παρέες  ανάλογα με το τι  μπορούσε  ο καθένας να κάνει . Ένας  ξεκίνησε να ειδοποιήσει  τους ανθρώπους κι όταν αυτοί μαζεύτηκαν , ξεκίνησαν τη μικρή τους παράσταση.

Όμως δυστυχώς τα χρήματα που συγκέντρωσαν δεν ήταν αρκετά. Τα μέτρησαν, τα ξαναμέτρησαν αλλά δεν έφταναν για τα εισιτήρια όλων.

-        Δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε  τώρα. Κάτι πρέπει να κάνουμε  ακόμα,  αλλά τι; Ρώτησε  ένας  χιονάνθρωπος  με αποκριάτικο μουστάκι και γυαλιά.

-         Το βρήκα φώναξε ο Χιονένιος . Θα  πουλήσουμε ό,τι έχουμε.

  Και στ’ αλήθεια  όλοι δέχτηκαν , κατέβηκαν στην πόλη κι άρχισαν  να πουλούν  τα κασκόλ , τα κουμπιά , τα σκουφιά , τα καπέλα ,  τα τσιμπούκια, τα γάντια  μέχρι  και τις καροτένιες  τους μυτούλες . Στο  τέλος όμως τα κατάφεραν .

 Μάζεψαν αρκετά γρήγορα τα  χρήματα  που χρειάζονταν και μπόρεσαν  να πληρώσουν το αεροπλάνο. ΄Ετσι  έφτασαν  κάποια στιγμή  στον Βόρειο Πόλο  που  πάντα υπάρχουν  χιόνια και οι πάγοι   δεν θα  έλιωναν ποτέ. Δεν είχαν ούτε σκουφιά  , ούτε κασκόλ  , ούτε κουμπιά,  αλλά ούτε και μύτες . Ήταν όμως πολύ ευτυχισμένοι  γιατί  είχαν  πολλούς καλούς φίλους  για παρέα και περνούσαν ωραία.

    

 

ΤΕΛΟΣ


 


 

 

 

 

 

 

 

 

    ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ




Το πρωινό μιας πολύ κρύας χειμωνιάτικης μέρας, ο ουρανός ήταν γεμάτος με βαριά γκρι σύννεφα και δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες χιονονιφάδες.

Η οικογένεια του Νίκου και της Ραφαέλλας, μόλις είχε πάρει το πρωινό της και καθόταν δίπλα στο τζάκι όταν ο μπαμπάς είχε μια σπουδαία ιδέα.

-Τι θα λέγατε να πηγαίναμε προς το δάσος να δούμε α έχει στρώσει το χιόνι;

-Τέλεια!!! Φώναξαν και τα δυο παιδιά μαζί.

Φόρεσαν λοιπόν χοντρά ρούχα, μπότες, κασκόλ , γάντια και  χοντρά  μπουφάν, μπήκαν στο αυτοκίνητο και σε λίγο έφτασαν στο δάσος.

Εκεί οι χιονονιφάδες είχαν στήσει τον τρελό χορό τους καθώς τις φύσαγε ο αέρας, αλλά σιγά- σιγά το χιόνι που πύκνωνε  έστρωσε τη γη με το άσπρο του υλικό.

Όλη η οικογένεια βγήκε από το αυτοκίνητο κι άρχισαν να φτιάχνουν χιονόμπαλες και να παίζουν χιονοπόλεμο.

-Θα ήταν υπέροχο να φτιάχναμε έναν όμορφο χιονάνθρωπο, είπε η μητέρα.

-Ναι, ναι! Φώναξαν τα παιδιά ενθουσιασμένα κι έτρεξαν  να μαζέψουν χιόνι για να φτιάξουν μεγάλες χιονόμπαλες και να δημιουργήσουν τον χιονάνθρωπό τους.

-Έχω στ΄αυτοκίνητο ένα ψάθινο καπέλο, πάω να το φέρω για τον χιονάνθρωπό μας, είπε ο πατέρας.

-Εγώ θα του φορέσω το παλιό πολύχρωμο κασκόλ μου, είπε η Ραφαέλα.

-Εγώ θα του βάλω για κουμπιά τις χρωματιστές μου καραμέλες, είπε ο Νίκος.

-Κι εγώ θα του βάλω  τα γάντια μου ,είπε η μαμά.

-Να  του  φέρω για μύτη ένα καροτάκι απ΄αυτά που έχουμε για κολατσιό, είπε ο Νίκος.

-Να,ι αλλά τι να του βάλουμε για μάτια; Ρώτησε η μαμά.

-Βρήκα εδώ δίπλα δύο βελανίδια, είπε η Ραφαέλα.

-Και για στόμα να του βάλουμε μερικά σποράκια, είπε ο μπαμπάς.

-‘ Εφερα και δύο κλαδάκια για χέρια, είπε ο Νίκος.

Και πραγματικά έφτιαξαν έναν μεγάλο , όμορφο χιονάνθρωπο με χρωματιστές λεπτομέρειες.

-Είναι ο πιο όμορφος χιονάνθρωπος του κόσμου! Φώναξε ο Νίκος ενθουσιασμένος.

-Είναι φτιαγμένος  με αγάπη, γι αυτό σου φαίνεται τόσο όμορφος, είπε η μητέρα . Κι όλη η οικογένεια έδωσε τα χέρια κι άρχισε να χοροπηδά γύρω του.

-Παιδιά, μήπως μπορούμε να του δώσουμε ένα ωραίο όνομα; Πρότεινε ο πατέρας

-Καροτούλης…

-Νιφάδας…..

-Χιονένιος…..

-Καραμέλας…

-Μελένιος….

-Καραμελένιος χιονάνθρωπος…

-Πολύ καλό ακούστηκε αυτό, είπε οπατέρας, πώς σας φαίνεται το «ΚΑΡΑΜΕΛΟΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ»

-Τέλειο!!! Είπαν όλοι κι έτσι τώρα ο χιονάνθρωπος είχε και το όνομά του.

- Να μπορούσε , λέει, να ζωντανέψει, τι καλά που θα ήταν! Είπε η Ραφαέλα.

Εκείνη τη στιγμή, περνούσε χορεύοντας η μαγική χιονονιάδα, την άκουσε κι επειδή της άρεσε η ιδέα, έκανε τα μαγικά της.

Όμως η ώρα πέρασε και το κρύο δυνάμωσε κι η οικογένεια έπρεπε να φύγει.

Αποχαιρέτησαν λοιπόν τον νέο τους φίλο, του υποσχέθηκαν πως θα ξαναέρθουν σύντομα και έφυγαν.

Όταν ο χιονάνθρωπος έμεινε μόνος του,  έριξε μια ματιά γύρω του. Παντού χιόνι , λες κι ένα χρώμα υπήρχε μονάχα στον κόσμο, το λευκό. Δίπλα του στεκόταν κι άλλοι χιονάνθρωποι άτσαλα φτιαγμένοι, χωρίς κασκόλ, καπέλα,  γάντια κλπ, που είχε εκείνος.

Ένα πουλάκι, ένα μικρό σπουργιτάκι ήρθε και κάθισε να ξεκουραστεί πάνω στο ξερό κλαδάκι που είχε χια χεράκι ο χιονάνθρωπος.

-Αχ πως πεινάω! Τιτίβισε το πουλάκι.

-θα ήθελες να φας τα σποράκια που στολίζουν το στόμα μου για να χορτάσεις την πείνα σου; Είπε ο χιονάνθρωπος.

-Μα…εσύ είσαι χιονάνθρωπος… κι οι χιονάνθρωποι δεν είναι ζωντανοί και δεν μιλάνε.

-Φαίνεται πως εγώ είμαι ένας διαφορετικός χιονάνθρωπος.

-Και σαν τι διαφορετικό έχεις, είπε το πουλάκι με δυσπιστία.

-΄Ακουσα πως είμαι φτιαγμένος με αγάπη.

-Κουταμάρες, με χιόνι είσαι φτιαγμένος, είπε το σπουργιτάκι, αλλά εγώ σ΄ευχαριστώ  γιατί θα φάω τα σποράκια  που μου δίνεις…. Μμμ και είναι τόσο νόστιμα.

΄Ετσι το πουλάκι έφαγε τα σποράκια χόρτασε,, δυνάμωσε και πετώντας μακριά φώναξε.

-Θα σε θυμάμαι πάντα με  αγάπη, γιατί με  βοήθησες! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Σε λίγο ένα άσπρο κουνελάκι πέρασε πηδώντας μπροστά από το χιονάνθρωπο.

-Όλα είναι σκεπασμένα με το χιόνι… και τι δεν θα έδινα για να εύρισκα ένα ζουμερό καροτάκι, σαν ταμπούρλο κάνει η κοιλίτσα μου από την πείνα.

-Ει φιλαράκι, πάρε  να μασουλήσεις την καροτένια μου μυτούλα, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Μα …. Πως μπορείς εσύ και μου μιλάς; Είπε έκπληκτο το κουνελάκι.

-Φαίνεται πως μπορώ, το πώς δεν το ξέρω ούτε κι εγώ, είπε ο χιονάνθρωπος, όμως ορίστε πάρε τη μυτούλα μου για να μην αρρωστήσεις από την πείνα.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, είπε το κουνελάκι ροκανίζοντας το καροτάκι, για το καλό καλό που μου έκανες θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη, του είπε καθώς έφευγε για τη φωλιά του, ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και νάσου η αλεπουδίτσα, ήρθε δίπλα στο χιονάνθρωπο βήχοντας δυνατά.

-Γκουχ- γκουχ, αχ πόσο με πονάει ο λαιμός μου κι ο βήχας όσο περνάει η ώρα χειροτερεύει, αλλά εγώ έπρεπε να βγω μέσα στο κρύο και να ψάξω φαγητό για τα παιδιά μου.

-Θα ήθελες να σου χαρίσω αυτό το υπέροχο χρωματιστό μου κασκόλ, άλλωστε κι εμένα κάποιοι μου το χάρισαν και μάλλον εσύ το χρειάζεσαι περισσότερο, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, το είχα πραγματικά πολλή μεγάλη ανάγκη, είπε η αλεπουδίτσα τυλίγοντας το ζεστό κασκόλ γύρω από το λαιμό της. Είσαι πολύ ξεχωριστός, το ξέρεις; Κανείς δεν θα το έκανε αυτό για μένα.

-Το έκανα εγώ και με μεγάλη μου χαρά, είπε ο χιονάνθρωπος.

-Κι εγώ,  να ξέρεις, δεν θα ξεχάσω ποτέ το καλό που μου έκανες,. Σ΄ευχαριστώ και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη,είπε η αλεπουδίτσα. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά του έναμικρό ποντικάκι.

-Δεν μου λες φιλαράκο εσύ που κοιτάς από ψηλά, μήπως βλέπεις  κάτι που θα μπορούσα  να το χρησιμοποιήσω για φωλιά, γιατί τώρα με το χιόνι έκλεισε η ποντικότρυπά μου και δεν έχω που να μείνω.

Ο χιονάνθρωπος κοίταξε μπροστά, πίσω , δεξιά, αριστερά.

-Δεν βλέπω τίποτα, γιατί όλα είναι σκεπασμένα από χιόνι. Θέλεις όμως να σου δώσω το καπέλο μου , να το χρησιμοποιήσεις  για φωλίτσα .

-Καταπληκτική ιδέα, αλλά εσύ δεν θα κρυώνεις;

-Εγώ είμαι φτιαγμένος από χιόνι και αγάπη και δεν κρυώνω.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ, είπε το ποντικάκι καθώς έπαιρνε το καπέλο για φωλιά του, θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη για το καλό που μόλις μου έκανες, ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.είπε κι έφυγε.

-Αρκουδάκι μου μικρό, που είσαι ; Άκουσε , ο χιονάνθρωπος, κοντά  του μια φωνή.

-Συγγνώμη, μήπως είδατε ένα μικρό αρκουδάκι να περνάει από δω; Είπε η καφέ αρκουδίτσα.  Νυχτώνει κι επειδή δεν γύρισε στη φωλιά μας ανησυχώ πολύ μην έπαθε κάτι και χρειάζεται βοήθεια.΄Εχουν παγώσει και πονάνε,  τα χέρια μου να ψάχνω μέσα στο χιόνι, μήπως βρω κάτι.

-Το αρκουδάκι δεν το είδα, όσο για τα χέρια σας μπορώ να σας προσφέρω αυτά τα υπέροχα ζεστά γάντια μου.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ καλέ μου χιονάνθρωπε, είπε η αρκουδίτσα καθώς φόραγε τα γάντια, είναι πραγματικά πολύ ζεστά. Εγώ όμως πρέπει να συνεχίσω να ψάχνω για το αρκουδάκι μου. Πάντως είσαι πολύ ευγενικός και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη για αυτό που μου χάρισες. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και νάσου ένα περίεργο μικρό σκιουράκι να περπατά γρήγορα και να αφήνει  τα μικρά το ίχνη πάνω στο χιόνι. Ξαφνικά σταματά , βλέποντας τον χιονάνθρωπο. «Τι είναι τούτο πάλι» σκέφτεται καθώς τον πλησιάζει διστακτικά.

-Τι έπαθες καλό μου σκιουράκι . Εσύ κανονικά θα έπρεπε αυτή την εποχή να κοιμάσαι στη φωλίτσα σου, γιατί βγήκες μέσα στο χιόνι;

-Στη φωλίτσα μου ήμουν και κοιμόμουν, αλλά ήρθαν κάποιοι άνθρωποι, ξυλοκόπους τους λένε, κι έκοψαν το δέντρο που είχα τη φωλίτσα μου για να  το κάψουν στο τζάκι και να ζεσταθούν  κι έτσι από τη φασαρία και ξύπνησα και έμεινα χωρίς φωλιά. Κι άντε να  βρω τώρα φαγητό και φωλιά.

-Για φαγητό αν θέλεις μπορώ να σου δώσω τα βελανιδένια μου ματάκια, όσο για σπίτι μπορείς να πας εδώ πιο κάτω, είναι ένα ποντικάκι πούχει για σπιτάκι το ψάθινό μου καπελάκι. Νομίζω πως χωράτε κι οι δυο μέσα του κι έτσι θάχετε  κι οι δυο σπιτάκι και συντροφιά ένα φιλαράκι.

-Μα αυτό είναι καταπληκτικό, είπε το σκιουράκι καθώς έπαιρνε τα βελανίδια που είχε για ματάκια ο χιονάνθρωπος. Σ΄ευχαριστώ και για τα δυό και πάω γρήγορα πιο κάτω το ποντικάκι για να βρω.  Είσαι πραγματικά υπέροχος και θα σε θυμάμαι πάντα με αγάπη. ! Κι αν ποτέ με χρειαστείς, απλά φώναξέ με.

Κι ήρθε η νύχτα και βρήκε το χιονάνθρωπο χαρούμενο, πολύ χαρούμενο που είχε βοηθήσει τόσους φίλους. Μόνο οι καραμέλες του έμειναν και τα χεράκια-κλαδιά, αλλά εκείνος ήταν πολύ χαρούμενος.

Το άλλο πρωί μια παρέα παιδιών ήρθε στο δάσος να παίξει και να  χαρεί με το χιόνι.

-Ει παιδιά, κοιτάξτε! Ένας χιονάνθρωπος με καραμέλες! Πόσο θάθελα  να πάρω μία.

-Κι εγώ θέλω, κι εγώ, κι εγώ… είπαν και τ΄αλλα παιδιά.

Και πήραν όλες τις χρωματιστές καραμέλες που είχε ο χιονάνθρωπος για κουμπιά.

-Και τώρα παιδιά εμπρός για δουλειά, σκεφτείτε και ψάξτε να βρείτε τι θα βάλουμε πάνω σ΄αυτό τον τόσο ξεχωριστό χιονάνθρωπο ώστε να το στολίσουμε και  να γίνει πολύ όμορφος.

Και πραγματικά τα παιδιά έφεραν καινούριο  κασκόλ,με χρωματιστέ γραμμές, ένα κόκκινο σκουφί, γάντια, κουκουνάρια για κουμπιά, καρύδια για μάτια, ένα χρωματιστό μπουκαλάκι από πορτοκαλάδα για μύτη,ένα φύλλο για στόμα κι έγινε πάλι πολύ-πολύ όμορφος.

.........................................................................................................................................................

 Την ιστορία αυτή μας την είπε το πουλάκι- σπουργιτάκι, που αφού έφυγε από δάσος να γλυτώσει από το χιονιά, σταμάτησε σ΄ένα χωράφι  και τσίμπησε λίγο από ένα μανιτάρι που για κακή του τύχη ήταν δηλητηριώδες κι έτσι  πετώντας έπεσε εξαντλημένο στην αυλή του σχολείου μας. Εκεί το είδε ένα πεταλουδάκι κι έτρεξενα του φέρει λίγες σταγόνες φάρμακο για να δυναμώσει   και να γίνει καλά. Εμείς το βρήκαμε στην αυλή, το πήραμε μέσα στο ζεστό μας σχολείο, του βάλαμε ψιχουλάκια από τη βασιλόπιτά μας και νεράκι κι όταν εκείνο συνήλθε άρχισε να πετάει μέσα στην αίθουσα. Αφού μας διηγήθηκε την ιστορία του καραμελοχιονάνθρωπου, ανοίξαμε την πόρτα και πέταξε χαρούμενο και ελεύθερο.

Ίσως κάποια άλλη στιγμή να μάθουμε εάν τελικά ο χιονάνθρωπος χρειάστηκε τη βοήθεια των φίλων του και τι έκαναν εκείνοι γι αυτόν.

 

 

 

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

 

Η ΞΕΜΥΑΛΙΣΜΕΝΗ ΧΙΟΝΟΝΙΦΑΔΑ

 


΄Εφτασε λοιπόν και φέτος η  1η του Δεκέμβρη, η πρώτη-πρώτη μέρα του Χειμώνα!!!

Πάνω στον Βόρειο Πόλο οι χιονονιφάδες ετοιμάζονται για το μεγάλο τους ταξίδι. Η αρχηγός έχει χωρίσει σε ομάδες τις χιονονιφάδες και τους έχει δώσει οδηγίες ώστε κάποιες να πάνε στην Γερμανία, κάποιες στην Ρωσία, κάποιες στην Αμερική κλπ και κάποιες πρέπει να πάνε στην Ελλάδα, να χιονίσουν για να γιορτάσουν κι οι ΄Ελληνες χιονισμένα Χριστούγεννα.

Οι χιονονιφάδες , αφού ετοιμάστηκαν, ξεκίνησαν παρέα-παρέα για το μεγάλο ταξίδι…Κι έφυγαν…..όλες;

Κανονικά θα έπρεπε να είχαν φύγει όλες, όμως μια μικρή  αφηρημένη, ξεχάστηκε στην άκρη του βουνού, όπου προσπαθούσε με τους φίλους της , να φτιάξει τον πιο γλυκό χιονάνθρωπο που φτιάχτηκε ποτέ.

Πήρε κι έφτιαξε δυο μεγάλες αφράτες χιονόμπαλες και μια πιο μικρή για κεφάλι. Η λευκή αλεπού που την παρατηρούσε από ώρα έφερε δυο κουκουνάρια για μάτια κι ο πολικός λαγός, ο φίλος της ,έφερε ένα καροτάκι που είχε καλά κρυμμένο, για μύτη. Η φώκια έφερε δυο ξύλα που ξέβρασε η θάλασσα για χεράκια. Κι ο τάρανδος έφερε ένα σκουφί, που φορούσε στο μεγάλο του ταξίδι με τον Αι Βασίλη, αλλά με χαρά τα πρόσφερε για τον χιονάνθρωπό τους κι   ο πολικός λύκος έφερε ένα πολύχρωμο κασκόλ που βρήκε πεταμένο στα χιόνια. Κι όλη αυτή την ώρα της κρατούσε συντροφιά με το τραγούδι του ένα μικρό σπουργιτάκι που ένας Θεός ξέρει πώς βρέθηκε εκεί να ξεπαγιάζει μες το κρύο.

-Θα είσαι ο πιο ωραίος χιονάνθρωπος που φτιάχτηκε ποτέ, του είπε  η χιονονιφάδα και του έδωσε ένα φιλί.

Μόλις τον τελείωσε ήταν πολύ χαρούμενη για το δημιούργημά της. Ο χιονάνθρωπός της ήταν πραγματικά πανέμορφος κι επειδή ήταν λίγο χοντρούλης τον ονόμασε ΧΟΝΤΡΟΧΙΟΝΟΥΛΗ.

Κι άρχισε να του λέει πόσο ενθουσιασμένη ήταν γιατί επρόκειτο να ταξιδέψει για πρώτη φορά και να χιονίσει για πρώτη φορά και μάλιστα πάνω από μια ξακουστή χώρα, την Ελλάδα. Πόσο τυχερή ένοιωθε για όλα αυτά! Κι εκείνος, αμίλητος, την άκουγε με θαυμασμό

- Έχω μια ιδέα, είπε τότε η χιονονιφάδα. Να φτιάξουμε έναν κύκλο και να χορέψουμε γύρω από τον χιονάνθρωπο.

Και πραγματικά έστησαν ένα χορό γύρω του και τραγουδούσαν :

Χιονανθρωπάκο μας , χοντροχιονούλη μας

Είσαι ωραίος πολύ

Χιονανθρωπάκο μας , χοντροχιονούλη μας

Σε αγαπάμε πολύ.

-Πιάστε με και μένα! Θέλω να μπω κι εγώ στο χορό, είπε ο θαλάσσιος ελέφαντας.

-Έλα , του είπε η χιονονιφάδα και του έδωσε το χέρι. Στον κύκλο μας χωράμε όλοι.

Και χόρευαν και χοροπηδούσαν και πέρασε έτσι πολλή ώρα.

 

-Πω πω τι έπαθα! Πρέπει να φύγω!,  λέει, ξαφνικά η χιονονιφάδα. Ξεχάστηκα κι οι φίλες μου θα με περιμένουν για να ξεκινήσουμε. Ελπίζω κάποτε να σε ξαναδώ, είπε στον χιονάνθρωπο κι έφυγε βιαστικά.

Τρέχοντας έφτασε εκεί που ήταν το σημείο συνάντησης όλων των χιονονιφάδων του Βορείου Πόλου. Δεν είδε κανέναν εκεί, αλλά δεν ανησύχησε στην αρχή. Όταν όμως περνούσε η ώρα και δεν ερχόταν καμιά άλλη χιονονιφάδα, άρχισε να ανησυχεί.

-Ει τι κάνεις εσύ μόνη σου εδώ; Άκουσε δίπλα της μια φωνή. Ήταν ο γλάρος που πείνασε και  κατέβαινε προς την παγωμένη θάλασσα για να βρει κανένα ψαράκι.

-Περιμένω την ομάδα μου για να ξεκινήσουμε τα μεγάλο μας ταξίδι για την Ελλάδα. Ξέρεις είναι το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι και το περιμένω με ανυπομονησία.

- Ποια ομάδα σου, τι λες; Όλες οι ομάδες έχουν φύγει προ πολλού, της είπε ο γλάρος. Τώρα θα κοντεύουν να φτάσουν.

- Όχι, δεν είναι δυνατόν! είπε κι άρχισε να κλαίει και να κλαίει, μέχρι που άρχισε να λιώνει.

Εκείνη την στιγμή πέρασε δίπλα της ένας πιγκουίνος, την είδε να κλαίει, σταμάτησε και τη ρώτησε:

-Τι έπαθες αγαπημένη μου και κλαις;

-Ξεχάστηκα φτιάχνοντας έναν υπέροχο χιονάνθρωπο με το αφράτο χιόνι που έχει γύρω μας, και δεν άκουσα το σφύριγμα για το ταξίδι κι οι φίλες μου έφυγαν χωρίς εμένα. Και τώρα εγώ τι θα κάνω ; Πώς να ταξιδέψω μόνη μου , που δεν ξέρω τίποτα γι αυτό το ταξίδι;

-Πραγματικά έχεις μεγάλο πρόβλημα, είπε ο Πίγκουι ο πιγκουίνος. Εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι για να σε βοηθήσω. Μπορούμε όμως να ρωτήσουμε την άσπρη αρκούδα. Εκείνη ξέρει πολλά , είναι πολύ έξυπνη και ίσως μπορέσει να βρει λύση στο πρόβλημά σου.

Και πήγαν στο σπίτι της άσπρης αρκούδας της Χιονένιας , που εκείνη την ώρα έπαιζε με τα μικρά αρκουδάκια της. Της χτύπησαν την πόρτα, εκείνη άνοιξε, ξαφνιάστηκε που είδε τον Πίγκουι παρέα με μια χιονονιφάδα στο σπίτι της και ρώτησε:

- «Τι συμβαίνει ; πάθατε κάτι ;»

Κι όταν ο Πίγκουι της εξήγησε, εκείνη άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω και να σκέφτεται .Ξαφνικά λέει:

-Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι, έχω τόσες έννοιες στο κεφάλι μου με τα ζωηρά αρκουδάκια μου… ξέρετε ποιος μπορεί πραγματικά να βρει τη λύση; Μμμμ όσο το σκέφτομαι… ναι βρίσκω πως είναι καλή ιδέα. Λοιπόν η σοφή λευκή κουκουβάγια θα σας βοηθήσει.

-Σ ευχαριστούμε πολύ, της είπε ο Πίγκουι. Πάμε γρήγορα γιατί ήδη έχουμε αργήσει αρκετά.

-Κλείστε μου την πόρτα βγαίνοντας , κάνει πολύ κρύο και θα κρυώσουν τα μικρά μου.

Ο Πίγκουι με τη χιονονιφάδα  έφτασαν στη φωλιά της λευκής κουκουβάγιας που εκείνη την ώρα διάβαζε ένα μεγάλο βιβλίο.

Της χτύπησαν την πόρτα κι όταν εκείνη άνοιξε της είπαν το πρόωβλημα της χιονονιφάδας.

-Εδώ χρειάζεται κάτι μαγικό κι επειδή είναι χειμώνας πρέπει ν’αρχίζει από Χ.

-χχχχχχχχχδεν βρίσκω κάτι , λέει η χιονονιφάδα.

-χχχ, χαρταετός ίσως; Λέει ο πιγκουίνος

-Μα βέβαια! Πώς δεν το σκέφτηκα κι εγώ, είπε η λευκή κουκουβάγια. Ο Μαγικός Χαρταετός είναι η λύση στο πρόβλημά μας. Μόνο που τον κρατά φυλακισμένο η πονηρή η μάγισσα Τουρουλού γιατί τον θέλει μόνο δικό της. Για να λύσουμε τα μάγια και να εμφανιστεί  λοιπόν ο χαρταετός πρέπει να βοηθήσουν τα παιδιά και να περάσουν με επιτυχία πέντε δοκιμασίες.

( Τα παιδιά δέχονται με χαρά να βοηθήσουν)

1η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Να βρούμε 5 σύνθετες λέξεις με πρώτη λέξη το χιόνι.

…………………………………………………………………………

2η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Να λύσουμε τον γρίφο:

Γίνεται από νερό,

Σύννεφο στον ουρανό

Κι όταν έχει πολύ κρύο

Πέφτει άσπρο κι απαλό!!

 

3η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Να βρούμε όλοι από μία λέξη που ν΄αρχίζει από Χ

………………………………………………………

 

4η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Να χορέψουμε ένα τραγούδι με χιόνι

…………………………………………………………

5η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Να παίξουμε το παιχνίδι  με όλους τους φίλους της ξεμυαλισμένης χιονονιφάδας. ( σειραθετούμε εικόνες με τους φίλους με τη σειρά που παρουσιάστηκαν)

 

Μόλις ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι δοκιμασίες τσουπ, εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια τους ο Μαγικός Χαρταετός, που είναι φτιαγμένος από μαγικό φυσικά χαρτί για να αντέχει στις βροχές , στις μπόρες, στον καυτό ήλιο, στο φοβερό κρύο και σ΄ολες τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσει στα ταξίδια του.

Η χιονονιφάδα τον πήρε αγκαλιά και του έδωσε ένα φιλί.

-Μου είπαν πως μπορείς να με πας γρήγορα στην Ελλάδα. Έχω μια πολύ σημαντική αποστολή. Πρέπει να συναντήσω τις άλλες χιονονιφάδες γιατί ο κανονισμός λέει πως πρέπει να είμαστε όλες μαζί για να χιονίσουμε. Κι εκείνες είναι ήδη εκεί και με περιμένουν.

-Επίσης θα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί και τον μικρό σπουργιτάκο; Θα ξεπαγιάσει ο κακομοίρης εδώ στο Βόρειο πόλο.

-Άντε λοιπόν, μη χάνουμε άλλο χρόνο. Ανεβείτε και ξεκινάμεεεεεε!!!,  είπε ο μαγικός χαρταετός  κι ανέβασε πάνω του την ξεχασιάρα χιονονιφάδα και τον φίλο της τον σπουργιτάκο. Η ξεμυαλισμένη χιονονιφάδα αποχαιρέτησε τους καλούς φίλους που την βοήθησαν και τον χιονάνθρωπό της μ΄ένα φιλί και ξεκίνησαν για το όμορφο μεγάλο ταξίδι προς την Ελλάδα.

 Εν τω μεταξύ Όταν έφτασαν  οι υπόλοιπες χιονονιφάδες στην Ελλάδα, μετρήθηκαν κι είδαν ότι έλειπε μία.

-Πω πω ζημιά που πάθαμε! Ο κανονισμός λέει ότι δεν μπορούμε να χιονίσουμε, αν δεν είμαστε όλες μαζί, είπε η αρχηγός της ομάδας.

Και τότε άρχισαν να τσακώνονται για το ποια φταίει γι αυτό που έγινε.

- Εσύ φταίς, ήσουν η τελευταία κι έπρεπε να κοιτάξεις πίσω σου μήπως ξέμεινε κάποια από μας….

-Μα κοίταξα και δεν είδα καμία….

-Εσύ φταις, έπρεπε να μας μετρήσεις πριν ξεκινήσουμε…

-Είχα τόσα πολλά να νοιαστώ για το ταξίδι που ξεχάστηκα ….

-Και τώρα τι θα κάνουμε;

-Ναι αλλά και τι έγινε η φίλη μας;

-Πώς το πάθαμε αυτό; 

-΄Αραγε την ξεχάσαμε στον Βόρειο Πόλο ή έπαθε κάτι και χάθηκε στο δρόμο;

-Και τι θα γίνει με την Ελλάδα; Δεν θα χιονίσει φέτος ο Χειμώνας ;

-Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;

-Πάει , χάλασε ο κόσμος!

-Λυπάμαι, αλλά σίγουρα δεν προλαβαίνουμε να χιονίσουμε για τα Χριστούγεννα, είπε σκεφτική η αρχηγός.

- Κι αν δεν βρεθεί η φίλη μας ,οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν θα δουν χειμώνα με  χιόνια για φέτος!

-Καταστροφή!!!

-Πρώτη φορά μας συμβαίνει κάτι τέτοιο…

Αυτά κι άλλα τέτοια έλεγαν μεταξύ τους, απελπισμένες οι χιονονιφάδες το βράδυ που έφτασαν επιτέλους πάνω από την Ελλάδα.

-Μην ανησυχείτε, άκουσαν κάποιον να τους λέει  δίπλα τους. ΄Ηταν ένα μεγάλο λαμπερό αστέρι που χρόνια τώρα ταξιδεύει στον ουρανό κι έχει δει πολλά κι έχει ακούσει ακόμα πιο πολλά .

-Η φίλη σας πραγματικά ξέμεινε πίσω στον Βόρειο Πόλο. Αλλά με την βοήθεια καλών φίλων, αυτή την στιγμή ταξιδεύει πάνω στον Μαγικό Χαρταετό και σύντομα θα είναι κοντά σας κι έτσι όλες μαζί θα φροντίσετε να γίνουν όλα όπως πρέπει.

-Σ΄ευχαριστούμε, μας κάνεις πολύ χαρούμενες με τα νέα που μας έφερες, είπε η αρχηγός χιονονιφάδα.

Και πραγματικά το επόμενο βράδυ η ξεμυαλισμένη χιονονιφάδα έφτασε κοντά στις φίλες της. Εκείνες έπεσαν χαρούμενες πάνω της και την αγκάλιαζαν και την φιλούσαν.

Κι ο μικρός σπουργίτης πέταξε μακριά να βρει μια φωλιά για να προφυλαχτεί από τη χιονοθύελλα που θα ακολουθούσε.

-Μας κατατρόμαξες! Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε τι μπορεί να σου είχε συμβεί, της είπε μια από τις φίλες της.

-Συγγνώμη, ξέρω πως είμαι αδικαιολόγητη! ξεκίνησα να φτιάχνω τον πιο όμορφο χιονάνθρωπο που φτιάχτηκε ποτέ στον κόσμο και ξεχάστηκα. Αλλά δεν θα το ξανακάνω σας το υπόσχομαι. Στο μέλλον θα είμαι πιο προσεκτική και συνεπής.  Α ,και να μην ξεχάσω να ευχαριστήσω τον μαγικό χαρταετό γιατί χάρη σε κείνον και κάποιους άλλους καλούς φίλους που με βοήθησαν να βρω λύση στο πρόβλημά μου, είμαι σήμερα κοντά σας.

-Κι εμείς σ ευχαριστούμε πολύ χαρταετέ που έφερες τη φίλη μας, είπαν όλες μαζί για να τις ακούσει ο χαρταετός που είχε ήδη πετάξει ψηλά.

-Άντε κορίτσια και δεν έχουμε χρόνο. Πρέπει να ξεκινήσουμε. Ήδη αργήσαμε πολύ κι οι γιορτές έχουν σχεδόν περάσει. Οι άνθρωποι μας περιμένουν πώς και πώς! Είπε η αρχηγός χιονονιφάδα και μπήκε πρώτη στο χιονένιο χορό τους!

Κι όταν ξημέρωσε όλα ήταν λευκά και τα παιδιά βγήκαν χαρούμενα να παίξουν  χιονοπόλεμο και να χαρούν φτιάχνοντας αστείους χιονανθρώπους.

 

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...