Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΟΙΞΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΟΙΞΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

 Η ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
 

 

΄Ηταν  μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα όταν η μικρή χρυσαλίδα άνοιξε σιγά-σιγά το κουκούλι της κι από κει βγήκε μια άσπρη πεταλουδίτσα.

Η πεταλουδίτσα τέντωσε τα φτερά της να στεγνώσουν στον ήλιο και κοίταξε γύρω της. Πόση ομορφιά!

Τότε άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα κόκκινο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  κόκκινο λουλουδάκι (νομίζω ότι ήταν παπαρούνα).

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα κίτρινο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  κίτρινο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια κίτρινη μαργαρίτα)

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα γαλάζιο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το γαλάζιο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια γαλάζια καμπανούλα) Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

 

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα πορτοκαλί λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  πορτοκαλί λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα πορτοκαλί κρινάκι) Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα μωβ λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  μωβ λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα μωβ ζουμπούλι)

 Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα ροζ λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  ροζ λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια ροζ ανεμώνη)

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα άσπρο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το άσπρο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα άσπρο γιασεμί)

 Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα πράσινο χορταράκι.

-Μπορώ να καθίσω πάνω σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  πράσινο χορταράκι.

 

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Καθώς πετούσε λοιπόν η πεταλουδίτσα έφτασε πάνω από ένα ποταμάκι κι όπως καθρεφτίστηκε στα νερά του, είδε πως τα φτερά της είχαν πάρει χρώμα απ’ όλα τα λουλούδια και το χορταράκι που κάθισε κι είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Είχε γίνει στ΄αλήθεια μια πολύχρωμη κα πανέμορφη πεταλούδα!

 

 

Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

 ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ΗΤΑΝ Η ΑΝΟΙΞΗ
 

  Ο Χειμώνας βασίλευε  για τα καλά πάνω  στη γη σπέρνοντας θύελλες και σκορπίζοντας  καταιγίδες . Δυνατοί αέρηδες , φοβεροί βοριάδες ,καταρρακτώδεις  βροχές ,καταστροφή  επικρατούσε παντού. Όμως κάποια στιγμή  , όπως συμβαίνει αιώνες  τώρα  ήρθε η σειρά της Άνοιξης  να βασιλεύσει και να γλυκάνει με το φως της  την πλάση. Ο Χειμώνας με κατεβασμένα  μούτρα  έπρεπε πια να φύγει  , μα πριν φύγει   ,έκανε ένα  τσουχτερό  κρύο, έναν δυνατό χιονιά  για να τον θυμούνται…….

 Η  άνοιξη  έπρεπε να πιάσει γρήγορα δουλειά . Είχε  μια σπουδαία αποστολή  να εκτελέσει . Οι  άνθρωποι , τα ζώα, τα πουλιά  , τα δέντρα , τα λουλούδια , τα έντομα  , την περίμεναν με μεγάλη λαχτάρα. Κι αυτή όπως πάντα, δεν ήθελε να τους απογοητέψει.

Ξεκίνησε ,λοιπόν , να φτιάξει το μαγικό νερό. Αυτό περιέχει βροχή από τα σύννεφα ,χώμα από τη γη ,φως από τον ήλιο, σπόρους και χρυσή νεραϊδόσκονη . Πήγε ,λοιπό πρώτα  στα σύννεφα  πετώντας με τα ειδικά μαγικά φτερά  που της χάρισαν οι πεταλούδες  κι ήταν πολύ ελαφρά, αλλά  πολύ δυνατά και  άντεχαν σε  δυσκολίες όπως τη ζέστη του ήλιου.

- Καλά μου σύννεφα , είπε,  ήρθα όπως κάθε  χρόνο για να μου δώσετε σταγόνες καθαρής κρυστάλλινης βροχής για το μαγικό μου νερό.

- Σε περιμέναμε αγαπημένη μας άνοιξη, είπαν αυτά ,  πάρε όσες σταγόνες χρειάζεσαι.

Κι η  άνοιξη  πήρε την ποσότητα  σταγόνων βροχής  που υπολόγιζε ότι χρειάζονταν , ευχαρίστησε τα σύννεφα και μιας κι ήταν  ψηλά  στον ουρανό  συνέχισε να συναντήσει τον ήλιο . Φόρεσε τα  ειδικά γυαλιά που χρησιμοποιούσε  κάθε χρόνο  γι’ αυτήν την περίπτωση.

 Έφρασε  κοντά στον ήλιο  κ’ εκείνος χαρούμενος  που την ξαναέβλεπε  τη χαιρέτησε .

-Καλώς  την αγαπημένη μου  φίλη. Ήρθε  πάλι η εποχή σου;

- Ναι χρυσέ μου  ήλιε , κι όπως πάντα  ήρθα να ζητήσω την προσφορά σου  για το μαγικό μου νερό.

-Ξέρω , ξέρω ! Έλα  στο έχω έτοιμο. Σ’ αυτό το χρυσό μπουκάλι  έχω βάλει λίγο από το φως μου , γλυκό και  χρήσιμο στα λουλούδια σου.

- Σ’ ευχαριστώ  ήλιε μου, είπε η άνοιξη  και ξεκίνησε  για το νεραϊδοχωριό.

 Στο  χωριό  τους  οι  νεράιδες  χόρευαν  ανάλαφρα στα πεντακάθαρα νερά  του ρυακιού  που κυλάει ήρεμα εκεί και  μόλις  την  είδαν  έτρεξαν χαρούμενες  κοντά της .

- Καλώς την, Καλώς την ,  φώναξαν όλες μαζί !

- Γεια σας  πεντάμορφες .

- Πόσο χαιρόμαστε  που  σε  βλέπουμε  πάλι  κοντά  μας  για  να  φύγει  ο  χειμώνας  και  να  ξαναζωντανέψει  γύρω  μας  η  όμορφη φύση.

-   Κι εγώ  χαίρομαι   που  σας βλέπω. Νομίζω πως ξέρετε  γιατί  ήρθα.

-  Μα και βέβαια. Και στο  έχουμε όπως πάντα έτοιμο, είπαν  οι  νεράιδες  και της έδωσαν τη  νεραϊδόσκονη   μέσα  σε ένα όμορφο γαλάζιο  μεταξωτό  σακουλάκι.

- Σε  ευχαριστώ  πολύ ! Γεια σας τώρα  πρέπει να βιαστώ  γιατί έχω τόσα πολλά να  κάνω, είπε η άνοιξη  κι έφυγε βιαστική  για να πάει  να  συναντήσει τον αγρότη.

 Εκείνος την περίμενε  στην φάρμα του  αρκετή ώρα κοιτώντας συνέχεια τον ορίζοντα . Κι  επιτέλους ήρθε .

 -Καλωσόρισες και φέτος γλυκιά μου  άνοιξη. Έλα πάρε  αυτό το χώμα . Στο χαρίζω με πολλή αγάπη  γιατί σ’ αυτό φύτρωσαν πέρσι   το πιο αγαπημένα μου λουλούδια.

- Να ‘σαι καλά  κυρ. αγρότη  . Είσαι  όπως πάντα χαρά  Θεού  . Να  είσαι καλά  !  Σε ευχαριστώ.

  Η  άνοιξη  πήρε το χώμα  του αγρότη  μέσα σε ένα όμορφο πήλινο δοχείο  και συνέχισε  το δρόμο της  για να πραγματοποιήσει την αποστολή της . Στο διπλανό δάσος είχαν συγκεντρωθεί  τα πουλιά  για να καλωσορίσουν  τα χελιδόνια.

- Η άνοιξη , η άνοιξη! Φώναξε κάποιο  μικρό .

- Ξέρουμε  ,είπαν  τα πουλιά . Έχουμε  μαζέψει σπόρους  απ’ όλη τη γη  για τη  ζεστή μας άνοιξη.

- Σας ευχαριστώ  πολύ  που  με βοηθάτε  αγαπημένα μου πουλιά .

- Κι  εγώ θέλω να σε βοηθήσω , έφερα και  εγώ σπόρους  , είπε ο άνεμος  . Μου αρέσει  πολύ έτσι που  στολίζεις τη φύση.

- Σ’ ευχαριστώ κι  εσένα . Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα χωρίς τη δική σας βοήθεια  και τη βοήθεια  κάποιων  καλών φίλων. Πάω γρήγορα να πιάσω δουλειά  , είπε η άνοιξη  κι έφυγε βιαστική .

 Ανακάτεψε  όλα μαζί τα  μαγικά υλικά  στο μαγικό της ποτιστήρι κι άρχισε να ποτίζει τη γη . Σιγά σιγά  άρχισαν να ζωντανεύουν τα χόρτα  να γεμίζουν  φύλλα και άνθη   τα δέντρα  , να ξεμυτίζουν τα πρώτα λουλούδια.

 Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει η τη δουλειά της και μια μικρή γοργόνα  είδε  με το μαγικό της κιάλι  την  ομορφιά της γης  ζήλεψε . Σκέφτηκε λοιπόν να κλέψει  το μαγικό ποτιστήρι  και να ποτίσει  το  βυθό με το μαγικό νερό,  για να γίνει και ο βυθός πολύχρωμος  όπως και η γη .Έτσι  ένα βράδυ  πήρε λίγο από το μαγικό της φίλτρο  κι η  ουρά της έγινε  πόδια κι έτσι πατώντας  στις μύτες  των ποδιών  της έφτασε στο σπίτι  της άνοιξης  ,όπου εκείνη κοιμόταν  κατάκοπη  κι έκλεψε  το μαγικό ποτιστήρι.

 Όταν  ξύπνησε το πρωί η άνοιξη  ανακάλυψε απελπισμένη  ότι έλειπε το μαγικό της ποτιστήρι . Και τώρα τι θα έκανε; Δεν είχε  αρκετό χρόνο  για να μαζέψει  τα μαγικά  υλικά από την αρχή .  Μπορούσε όμως  να  αφήσει τη δουλειά της  μισή και τη φύση  χωρίς τη σωστή δόση ομορφιάς ; Όλοι όσοι την περίμεναν με τόση λαχτάρα   θα απογοητεύονταν σίγουρα .

Εν τω μεταξύ  η μικρή  γοργόνα  Ζιζέλ έριξε λίγες σταγόνες  απ’ το μαγικό  υγρό  , που ήταν στο μαγικό ποτιστήρι  κι  άρχισαν να φυτρώνουν μωβ και  γαλάζιες θαλάσσιες  ανεμώνες  στο βυθό.  Ένιωθε τόσο χαρούμενη που τα κατάφερε αλλά και πολύ κουρασμένη  γιατί είχε βγει και είχε περπατήσει στη γη   έτσι  μπήκε στη σπηλιά της να κοιμηθεί λίγο .

 Ο ξιφίας που είχε παρακολουθήσει  προσεκτικά όλα τα γεγονότα  κατάλαβε πως αυτό  που έκανε η γοργόνα  δεν ήταν σωστό  . Αυτό ήταν κλεψιά !  Έτσι μόλις εκείνη  κοιμήθηκε,  πήρε το μαγικό ποτιστήρι  και το πέταξε έξω στην παραλία . Εκείνη τη στιγμή πάνω από την παραλία πετούσε ξένοιαστος  ένας πολύχρωμος χαρταετός. Μόλις είδε  το μαγικό ποτιστήρι  κατάλαβε ότι ήταν της Άνοιξης  κι έκανε μια μεγάλη βουτιά, το πήρε και της το έδωσε .

- Σ’  ευχαριστώ καλέ μου χαρταετέ  , είπε εκείνη .Όλη η φύση σε ευχαριστεί  γι’ αυτό που έκανες.

-Το έκανα με μεγάλη μου χαρά  . Άλλωστε ποιος δεν χαίρεται  την άνοιξη με την τόση της ομορφιά.

  Από τότε ο χαρταετός  εμφανίζεται  κάθε άνοιξη στο γαλάζιο ουρανό .

Η Άνοιξη λοιπόν συνέχισε το έργο της, πήρε το μαγικό της ποτιστήρι κι άρχισε να  ποτίζει τη γη.

Αλλά σύντομα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Τα σύννεφα δεν βιάζονταν να εγκαταλείψουν τον ουρανό που αργούσε να γίνει γαλανός κι οι ηλιαχτίδες δυσκολεύονταν να φτάσουν και να ζεστάνουν τη γη, Τα λουλούδια  που έβγαιναν δεν είχαν τόσο ζωηρά χρώματα , όπως τις άλλε φορές, το χορταράκι ξεφύτρωνε και μαραινόταν αμέσως, τα κελαηδήματα των πουλιών ακουγόταν σαν κουρασμένα κι όσο για τα έντομα , κανένα δεν είχε κάνει την εμφάνιση του για να συμπληρωθεί η ομορφιά.

Ο χαρταετός που ήταν κοντά της , παρατήρησε κι αυτός ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Φαίνεται  πως κάποια ζημιά έπαθε το μαγικός της ποτιστήρι, όταν έπεσε στη θάλασσα.

- Η Άνοιξη ήταν πολύ στεναχωρημένη.

-Και τώρα τι να κάνω; πώς θα βοηθήσω τη φύση γύρω μας να ξυπνήσει;

Ο χαρταετός σκέφτηκε να πάει να ρωτήσει τον φίλο του το δελφίνι, που ζούσε στη θάλασσα . Ίσως να ήξερε τι έπρεπε να κάνουν για να διορθώσουν τη ζημιά.

Όταν έφτασε στη θάλασσα , είδε από μακριά το δελφίνι και του φώναξε.

-Χρειάζομαι τη βοήθειά σου , του είπε και του εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί.

-Ναι κάτι άκουσα για αυτό που έκανε η γοργόνα , βλέπεις όλα μαθαίνονται στο βυθό, κι η μαμά της τη μάλωσε πολύ. Ξέρω πως η  μικρή Ζιζέλ μετάνιωσε . Ήθελε βλέπεις να γίνει ο βυθός μας όμορφος, όπως η στεριά. Μα γίνονται αυτά τα πράγματα; είμαι σίγουρο  όμως πως θα θέλει να βοηθήσει, γιατί πραγματικά είναι καλόκαρδη  η μικρή μου φίλη. Λοιπόν ραντεβού αύριο το πρωί εδώ, ίσως σου έχω νέα που θα βοηθήσουν την γλυκιά μας Άνοιξη.

Και πραγματικά την άλλη μέρα το δελφίνι έδωσε στον χαρταετό ένα  λουλουδιαστό κουτάκι.

- θα βρείτε, του είπε κάποια πολύ έξυπνα παιδιά νηπιαγωγείου , που θα πρέπει να περάσουν με επιτυχία κάποιες δοκιμασίες. Για κάθε επιτυχία τους θα βάζετε μέσα σ αυτό το μαγικό κουτάκι ένα λουλούδι. Και μετά θα το δώσετε στην Άνοιξη να βάλει αυτά τα λουλούδια στο μαγικό της ποτιστήρι κι όλα θα πάνε καλά.

…………………………………………………………………………………..

Και αφού τα καταφέραμε , θα στείλουμε το κουτάκι στην Άνοιξη κι όλα θα γίνουν όπως πρέπει και φέτος.

 

Η Άνοιξη σας ευχαριστεί και μαζί με τον αγαπημένο της χαρταετό ξεκινά γρήγορα τη δουλειά που χρόνια τώρα κάνει  και σε λίγο όλη η γη θα φορέσει την ανοιξιάτικη της φορεσιά. Θα γεμίσει με χρώματα κι αρώματα λουλουδιών, με ζουζουνίσματα εντόμων, με γλυκόλαλα κελαηδήματα, με τις ηλιαχτίδες  να παίζουν  παιχνίδια με μικρά συνενεφάκια στον καταγάλανο ουρανό. Κι όλοι εμείς  θα απολαμβάνουμε το γλυκό τραγούδι της Άνοιξης,


  Η  άνοιξη  κατάφερε να ολοκληρώσει  με επιτυχία  τη δουλειά που τόσο καλά ήξερε  να κάνει κάθε χρόνο  και τα παιδιά  βγήκαν να παίξουν  και να διασκεδάσουν  στην εξοχή ,κάτω από το λαμπερό ήλιο  , με το γλυκό τιτίβισμα  των πουλιών , το ζουζούνισμα  των εντόμων  που ξύπνησαν  κι αυτά με τα μεθυστικά αρώματα , τα πολύχρωμα λουλούδια . Όλα αυτά συνθέτουν το  ωραιότερο τραγούδι . Το τραγούδι της άνοιξης.


ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ

1. ΓΡΙΦΟΣ (ΝΑ ΒΡΩ ΜΑΝΤΕΜΑΤΑ )

ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ

ΟΛΟΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΑΜΕ

ΓΙΑΤΙ ΖΕΣΤΑΙΝΕΙ Ο ΚΑΡΟΣ

ΚΙ ΟΛΟΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΠΑΜΕ!

 

2. ΟΜΑΔΕΣ : ( Η ΣΑΛΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ)

ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ,

ΕΝΤΟΜΑ

 ΠΟΥΛΙΑ

3. ΕΞΕΛΙΞΗ

4. ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ Α

5. ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΣΗ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΕΣ ΜΕ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

6. ΣΕΙΡΑΘΕΤΗΣΗ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΕΣ

7. ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙΑ ΜΕ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥΣ

8. ΧΕΛΙΔΟΝΑΚΙΑ ΜΕ ΦΩΛΙΕΣ

 

 

 ΜΑΝΤΕΜΑΤΑ

· Είμαι κόκκινη και στρογγυλή
Με μαύρες βούλες….πασχαλινή



Άνοιξη είναι η εποχή που αγαπώ,
Χρώματα έχω χίλια δυο,
Μυρωδιές μεθυστικές
Απ’ το χώμα δίνω εγώ.


 Έχω φτερά πολύχρωμα
και στα λουλούδια πάω
πετώ από δω,πάω από κει
τον ήλιο αγαπάω.

Έχω χρώματα πολλά
μοιάζω με μισό κύκλο
στολίζω τον ορίζοντα
μετά από τη βροχή.

· Στο χώμα σέρνομαι,
Φόβο σκορπάω
Και κάθε άνοιξη
Κι εγώ ξυπνάω.

 

· Είμαι ένα ζωάκι μεγάλο, παχουλό,
Έχω χρώμα καφέ
Κι είμαι αγριωπό
Στο δάσος μέσα μένω,
την άνοιξη κι εγώ ξυπνώ.


· Στο δάσος μένω

Μικρό Ζωάκι ζωηρό,

Στα δέντρα σκαρφαλώνω

Τον κίνδυνο αψηφώ,

Με φουντωτή ουρίτσα

Την άνοιξη κι εγώ ξυπνώ.


· Είμαι ένα έντομο εργατικό
Μέσα στο χώμα φωλιά φτιάχνω.
Κι ολημερίς ακούραστα
Σποράκια κουβαλάω.


· Είμαι ένα έντομο μικρό
Μα πολύ εργατικό.
Κι όλη μέρα  σαν νάχω αργαλειό
Υφαίνω τον λεπτό ιστό.


· Τη μέρα λάμπω
Ψηλά στον ουρανό
Και σας ζεσταίνω
Όπου κι αν βρεθώ.


· Είμαι πουλί κουβαλητής
Την άνοιξη σας φέρνω
Και κάτω απ’ το μπαλκόνι σας
Φωλίτσες καταφέρνω.

 

· Είμαι αγαπημένη
Απ΄όλους σας στη γη
Μοναδικό κορίτσι
Όμορφη εποχή.

· Είμαι έντομο σπουδαίο
Γιατί σου χαρίζω μέλι
Πρόσεξε μη με πειράξεις
Γιατί άσχημα θα μπλέξεις.


 · Είμαι ζωάκι πράσινο

Σπιτάκι κουβαλώ

Μα αν κι αργή σε αγώνα,

Νίκησα το λαγό

· Σε λίμνες και ποτάμια κατοικώ,
Πράσινη στολή φορώ
Και κουαξ κουάξ σου τραγουδώ..



 

 


ΒΡΕΣ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ «ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΗΤΑΝ Η ΑΝΟΙΞΗ» ( παιχνίδι : το μαντήλι)

1. ΠΟΤΙΣΤΗΡΙ    ΚΛΑΔΕΥΤΗΡΙ

2. ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ     ΓΥΠΑΕΤΟΣ

3. ΔΕΛΦΙΝΙ  ΦΙΛΙΣΤΡΙΝΙ

4. ΓΟΡΓΟΝΑ    ΧΕΛΩΝΑ

5. ΞΙΦΙΑΣ     ΑΣΤΕΡΙΑΣ

6. ΑΝΕΜΩΝΗ     ΛΕΜΟΝΙ

7. ΗΛΙΑΧΤΙΔΕΣ    ΧΡΥΣΑΛΙΔΕΣ

8. ΧΕΙΜΩΝΑΣ       ΠΕΡΙΣΤΕΡΩΝΑΣ

9. ΦΤΕΡΑ      ΟΥΡΑ

10. ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ      ΑΛΕΠΟΥΔΙΑ

11. ΠΟΥΛΙΑ       ΜΗΛΙΑ

12. ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ   ΚΟΠΕΛΟΥΔΕΣ

13. ΣΠΟΡΑΚΙΑ      ΣΑΠΟΥΝΑΚΙΑ

14. ΝΕΡΑΙΔΟΣΚΟΝΗ        ΦΑΓΟΥΔΟΣΚΟΝΗ      

15. ΗΛΙΟΣ                ΜΥΛΟΣ

16. ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ        ΑΗΔΟΝΙΑ

17.   ΜΠΟΥΚΑΛΙ       ΠΕΡΙΓΙΑΛΙ    

18. ΜΑΓΙΚΟ ΝΕΡΟ      ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΝΕΡΟ

19. ΠΑΡΑΛΙΑ         ΚΟΡΑΛΙΑ

20. ΝΕΡΑΙΔΟΧΩΡΙΟ    ΣΤΡΟΥΜΦΟΧΩΡΙΟ

21. ΓΑΛΑΖΙΟ ΣΑΚΟΥΛΑΚΙ        ΓΑΛΑΖΙΟ ΠΟΤΗΡΑΚΙ

22. ΛΟΥΛΟΥΔΙΑΣΤΟ ΚΟΥΤΑΚΙ  Η  ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΟ ΚΟΥΤΑΚΙ

 

 

 

Παρασκευή 14 Μαρτίου 2025

                             ΜΙΑ ΣΤΑΛΙΤΣΑ ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

 

Σ’ ένα δάσος ζούσε κάποτε μια Πασχαλίτσα που την έλεγαν Σταλίτσα. Μια μέρα χάθηκε απ’ τη φωλιά της και τα παιδιά που τη βρήκαν την ακούμπησαν προσεκτικά πάνω σε μια μαργαρίτα.

Σε λίγο πέρασε από κει ένα μικρό μυρμήγκι ο Μίργκι που κουβάλαγε στη φωλιά του ένα σποράκι. Η Πασχαλίτσα του φώναξε να τη βοηθήσει να κατέβει από τη μαργαρίτα γιατί φοβόταν τόσο ψηλά κι έτσι έγιναν φίλοι.

Μια πεταλούδα,  που την έλεγαν Ουράνιο Τόξο γιατί στα φτερά της είχε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, έτυχε να πετά εκεί κοντά, τους άκουσε που συζητούσαν , τους πλησίασε και ζήτησε να μπει κι εκείνη στην παρέα τους.

Στο φύλλο μιας τουλιπίτσας που ήταν δίπλα στη μαργαρίτα σκαρφάλωνε η κάμπια η Πρασινοσταχτούλα, που δεν της άρεσε να είναι μόνη της εκεί κι έτσι τους πρότεινε να κάνουν όλοι μαζί μια παρέα και να παίξουν όμορφα παιχνίδια.

Κι επειδή κανείς δεν είχε αντίρρηση, συγκεντρώθηκαν στην ρίζα μιας παπαρούνας για να συνεννοηθούν τι παιχνίδι να παίξουν.

Ένα κουνούπι ο Νούπι  περνούσε εκείνη την ώρα από κει και τους άκουσε.

-Αν με δεχτείτε στην παρέα σας θα σας προτείνω ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, όπου θα περάσουμε πολύ ωραία.

Φυσικά τα φιλαράκια το δέχτηκαν με πολλή χαρά κι αυτό τους εξήγησε πώς θα έπαιζαν: Θα έκαναν αγώνες ταχύτητας δηλ ποιος θα κατάφερνε ν΄ανέβει πρώτος στο κοτσάνι ενός λουλουδιού, θα ξεκουραζόταν λίγο πάνω στο φύλλο του και μετά θάκαναν τσουλήθρα προς τα κάτω.

Οι πέντε φίλοι έπαιζαν και θα το χαιρόταν για πολύ αυτό το καινούργιο παιχνίδι, αν δεν τους το διέκοπτε  το κλάμα της μελισσούλας. Η μικρή Ζουζουνίτσα έκλαιγε με αναφιλητά

-Τι έχεις και κλαις ; τη ρώτησε η Πασχαλίτσα

-Θέλεις μήπως να παίξεις μαζί μας; Ρώτησε η πεταλούδα.

-΄Ελα εμείς σε θέλουμε στην παρέα μας είπε το μυρμήγκι.

-Μήπως θέλεις να σου φέρουμε λίγο λουλουδοχυμό; Ρώτησε η κάμπια.

-Όχι δεν είναι αυτό, ψέλλισε η μελισσούλα μέσα στο κλάμα της.

-Μα τι σου συμβαίνει τέλος πάντων; Ρώτησε το κουνούπι που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται-Να, εγώ είχα καταφέρει να μαζέψω λίγο μέλι σ’ ένα βαζάκι.(Φρρρρρ

Φύσηξε τη μυτούλα της)

-Λοιπόν; Ρώτησαν όλοι με μια φωνή.

-Λοιπόν το είχα κρύψει στη κουφάλα ενός δέντρου για να κεράσω τους φίλους μου στα γεννέθλιά μου που είναι αύριο. Αλλά πήγα σήμερα να το πάρω και το βαζάκι έλειπε .Μια σουσουράδα μου είπε πως το πήρε η μεγάλη καφέ αρκούδα.

-Ωχ! Και μετά τι έγινε;

Τι θέλατε να γίνει; Πήγα στο σπίτι της καφέ αρκούδας και το ζήτησα πίσω αφού ήταν δικό μου. Εκείνη όμως δεν μου το έδωσε γιατί , όπως μου είπε, εκείνη το βρήκε και τώρα είναι δικό της. Και τώρα τι να κάνω; Δεν προλαβαίνω να μαζέψω άλλο γιατί όπως σας είπα τα γεννέθλιά μου είναι αύριο.

-Φοβάμαι ότι εμείς είμαστε πολύ μικρά για ν’ αντιμετωπίσουμε την μεγάλη καφέ αρκούδα και να την πείσουμε να σου επιστρέψει το μέλι σου, είπε η Πρασινοσταχτούλα.

-Ναι αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε, γιατί αυτό είναι άδικο, είπε η Πασχαλίτσα η Σταλίτσα.

-Δεν είναι απλώς άδικο , είναι κλεψιά είπε το Ουράνιο Τόξο.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνούσε από κει ο λαγός που μάζευε τα’ αυγά του για το Πάσχα. Είδε όλη αυτή την παρέα εκεί μαζεμένη και ρώτησε:

-Τι συμβαίνει βρε παιδιά κι είστε όλοι σας έτσι μουτρωμένοι;

΄Όταν του εξήγησαν τι συμβαίνει, ο λαγός άρχισε να κάνει βόλτες και ξαφνικά έξυσε το κεφάλι του και τα μάτια του έλαμψαν.

-Το βρήκα! είπε και τους εξήγησε την ιδέα του.

Λοιπόν θα σας βοηθήσω να πάρει πίσω η Ζουζουνίτσα το βαζάκι της με το μέλι, αλλά επειδή θα καθυστερήσω στη δουλειά που έχω αναλάβει σχετικά με τα αυγά του Πάσχα θα με βοηθήσετε να τα βάψουμε.

-Μα και βέβαια! Φώναξαν όλοι μαζί.(που η ιδέα να βάψουν τ’ αυγά τους έμοιαζε μ΄ενα νέο διασκεδαστικό παιχνίδι).

Πήγαν λοιπόν στο σπίτι της αρκούδας και της άφησαν ένα σημείωμα στην πόρτα που έγραφε ότι η ξαδέρφη της, που έμενε στην άλλη άκρη του δάσους, την χρειαζόταν αμέσως για να τη βοηθήσει να φτιάξει κουλουράκια.

Μόλις η αρκούδα διάβασε το σημείωμα, ξεκίνησε για το σπίτι της ξαδέλφης της  τραγουδώντας γιατί ήταν πολύ χαρούμενη που θα συναντούσε την ξαδέλφη της κι ακόμα πιο χαρούμενη που θάφτιαχναν κουλουράκια που τόσο της άρεσαν.

Οι παρέα των μικρών φίλων ήταν καλά κρυμμένοι κι όταν βεβαιώθηκαν ότι η αρκούδα απομακρύνθηκε αρκετά, βγήκαν από την κρυψώνα τους κι ο λαγός μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας ( που στη βιασύνη της η αρκούδα ξέχασε ανοιχτό), πήρε το βαζάκι με το μέλι και το πήγε στο σπίτι της Ζουζουνίτσας.

-Αχ λαγέ είσαι ο σωτήρας μου, έσωσες τα γεννέθλιά μου! Είπε η μελισσούλα και τούσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

-Ζήτω!ζήτω! Μπράβο σου λαγέ, τα κατάφερες, φώναζαν χαρούμενοι όλοι μαζί.

-Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ! Είπε ο λαγός. Και τώρα φίλοι μου η σειρά σας.

Με μεγάλη χαρά οι έξι φίλοι διασκέδασαν με την ψυχή τους με το καινούριο παιχνίδι που τους έμαθε ο λαγός: βουτάγανε δηλ. πότε τα πόδια τους, πότε τις κεραίες τους και πότε τα φτερά τους μέσα στα χρώματα και μετά ακουμπούσαν μαλακά τα’ αυγά κι άφηναν τ’ αποτυπώματά τους. 

Η  δε κάμπια η Πρασινοσταχτούλα κυλιόταν ολόκληρη μέσα στα χρώματα κι άφηνε παχουλές χρωματιστές γραμμές σέρνοντας το σώμα της γύρω-γύρω από τ’ αυγά.

Κι 'ετσι  έγιναν αυγά με βουλίτσες, με γραμμούλες, με πατουσίτσες κι ένα σωρό άλλα σχέδια...

Όταν τελείωσαν τα μάτια του λαγού έλαμπαν από χαρά.

-Φέτος έχω πολύ διαφορετικά αυγά, στολισμένα με διαφορετικό τρόπο από τους καινούργιους μου φίλους. Σας ευχαριστώ πολύ όλους.

-Και μεις το ευχαριστηθήκαμε πολύ ! είπε η Πεταλούδα.

-Ναι περάσαμε πραγματικά πολύ ωραία! Είπε το μυρμήγκι.

-Φοβερό παιχνίδι! Να το ξανακάνουμε κάποια στιγμή, είπε η κάμπια .

-Κρίμα που τελειώσαμε τόσο γρήγορα! Γκρίνιαξε το κουνούπι.

-Αν μας ξαναχρειαστείς θα σε βοηθήσουμε με πολύ χαρά! Είπε η Σταλίτσα η πασχαλίτσα.

-Κι εγώ σας καλώ όλους αύριο να γιορτάσουμε μαζί τα γεννέθλιά μου. Είναι τόσο ωραίο να έχει κανείς τόσους καλούς φίλους, είπε η μελισσούλα.

Κι επειδή είχε πια βραδιάσει, οι φίλοι αποχαιρετίστηκαν και πήγαν να κοιμηθούν. ΄Αλλωστε αύριο τους περίμενε μια καινούργια όμορφη μέρα γιορτής μια και θα γιόρταζαν όλοι μαζί τα γενέθλια της φίλης τους της Ζουζουνίτσας .Η πασχαλίτσα η Σταλίτσα σκάλωσε στο φύλλο μιας ανεμώνας και καθώς ο άνεμος το κουνούσε απλά την νανούρισε γλυκά κι είδε τα πιο όμορφα όνειρα.

 

 




                            ΤΟ ΤΕΜΠΕΛΙΚΟ ΜΥΡΜΗΓΚΑΚΙ

   Ήταν μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα. Στο χωράφι  του κυρ Μανώλη  έστεκαν περήφανα στον ήλιο τα λουλούδια που σκόρπιζαν τριγύρω το γλυκό τους άρωμα και πότε πότε χόρευαν  με την μαγευτική πνοή του ανέμου. Παντού ομορφιά………

  Σε αυτό το ευλογημένο μέρος  είχαν φτιάξει  τη μυρμηγκοφωλιά  τους χιλιάδες μυρμηγκάκια. Κάθε πρωί έμπαιναν  σαν εκπαιδευμένα στρατιωτάκια  χωρίς γκρίνια  ,στη σειρά ,και το ένα με το άλλο  έβγαιναν από τη φωλιά τους γύριζαν  φορτωμένα με κάποιο ψιχουλάκι ή κάποιο σποράκι  που τα κουβαλούσαν  στις αποθήκες τις μυρμηγκοφωλιάς για να τραφούν  με αυτά  όλα τα μυρμηγκάκια  και να κρύψουν προμήθειες  για τον χειμώνα.

  Στην είσοδο της μυρμηγκοφωλιάς στέκουν αυστηροί   οι φύλακες  ,προσέχουν τα πάντα κι είναι  έτοιμοι   όταν υπάρξει ανάγκη να πολεμήσουν  γενναία τον εχθρό.

  Μέσα στην μυρμηγκοφωλιά  η βασίλισσα  γεννά  τα αυγά απ΄όπου  θα βγουν  αρχικά μικρές άσπρες κάμπιες  κι αφού  φάνε  αρκετά θα μεταμορφωθούν κι αυτές  σε μικρά  μυρμηγκάκια.

  Όλα λειτουργούσαν με τάξη κι όλα πήγαιναν καλά μέσα στη μυρμηγκοφωλιά ώσπου μια μέρα  ένα μυρμηγκάκι  από τους εργάτες άρχισε  να βαριέται .  Έτσι έβρισκε διάφορες δικαιολογίες  για να μην  κάνει τη δουλεία  του αλλά μόνο  να κάθεται  και να το περιποιούνται  τα άλλα. Τη μια έλεγε  πως τάχα  πονούσε την κοιλιά του  γιατί χθες  πάτησε νερά και κρύωσε ,την άλλη μέρα τάχα  πως πονούσε  το πόδι του που το  είχε  στραμπουλίξει  , την άλλη πως  ένοιωθε  αδύναμος  κι  άλλες τέτοιες  ανόητες δικαιολογίες.

  Κάποια  στιγμή  αυτή  η  ιστορία  έφτασε στα αυτιά της βασίλισσας  γιατί ο καιρός περνούσε  και αυτό  το μυρμήγκι  έτρωγε πολύ φαγητό άρα  δεν ήταν άρρωστος . Στη δουλειά δεν ήθελε να πάει με κανένα τρόπο , σε τίποτα δεν βοηθούσε  και τα άλλα μυρμήγκια λογικό ήταν να αρχίσουν να γκρινιάζουν και να παραπονιούνται για αυτήν την κατάσταση.

  Η βασίλισσα το σκέφτηκε πολύ  κι έβγαλε  την εξής απόφαση :Την άλλη μέρα για να διασκεδάσουν  θα έκαναν  αγώνες  κι όποιο μυρμηγκάκι  εργάτης κατάφερνε να κουβαλήσει  τα περισσότερα εφόδια στην φωλιά τους ( που θα σήμαινε ότι θα ήταν  το πιο γρήγορο και το πιο δυνατό)  θα ήταν  ο εκλεχτός  της βασίλισσας  και θα έμενε  μέσα στη φωλιά μαζί της  χωρίς να δουλεύει  . Όποιος  όμως έρχονταν τελευταίος  θα έφευγε για πάντα από τη  φωλιά τους. Μόλις το  άκουσε αυτό το τεμπέλικο μυρμήγκι  πετάχτηκε  μέχρι εκεί πάνω  από την χαρά του  γιατί την πραγματικότητα  ήταν πολύ γρήγορο  και  πάρα πoλύ δυνατό. Μπορούσε να σηκώσει τα πιο πολλά και βαριά σποράκια από τα άλλα  μυρμηγκάκια.

  Πρωί πρωί  την άλλη μέρα  ξεκίνησε ο αγώνας . Όλα τα μυρμηγκάκια εργάτες  έβαλαν τα δυνατά τους  και προσπαθούσαν πολύ για τη νίκη. Στην  είσοδο  είσοδος ο της φωλιάς  υπήρχαν κριτές  που ζύγιζαν και  κι έγραφαν τι έφερε ο καθένας κάθε φορά . Τα μυρμηγκάκια κουβαλούσαν  γρήγορα το πολύτιμο φορτίο τους  κι αμέσως  ξαναέφευγαν για να ξαναγυρίσουν φορτωμένα πάλι.

  Το τεμπέλικο  μυρμηγκάκι όμως  θες από την πολλή ξάπλα , θες από το πολύ φαγητό που του έδιναν  για να δυναμώσει  κι είχε βαρύνει, θες γιατί είχε μείνει αγύμναστο  τόσο καιρό, δεν μπορούσε να σύρει τα πόδια του  κι ούτε να σηκώσει  μεγάλα  βάρη. Όταν πια  σκοτείνιασε  μαζεύτηκαν  όλα τα μυρμήγκια  κι η βασίλισσα  ανακήρυξε τον  νικητή  που ήταν το μικρό  , λεπτό μυρμηγκάκι που  βγήκε  πιο πολλές φορές  από τα άλλα και γύρισε με τα πιο πολλά και βαριά καλούδια.

 Το μυρμηγκάκι  ευχαρίστησε τη βασίλισσα  για τη μεγάλη τιμή που του έκανε  να τον ανακηρύξει νικητή  άρα και εκλεκτό της , αλλά ζήτησε  να μην σταματήσει τη δουλειά  του γιατί του άρεσε  πολύ που έβγαινε  έξω , έβλεπε τον ήλιο , τα λουλούδια , ένα σωρό φίλους  και ήταν ευχαριστημένο  που με αυτόν τον τρόπο  μπορούσε να προσφέρει  κι εκείνο κάτι στην μυρμηγκοφωλιά. Όσο για το τεμπέλικο  μυρμηγκάκι βγήκε τελευταίο  κι έβαλε τα κλάματα. Η βασίλισσα το λυπήθηκε και αποφάσισε να του δώσει άλλη μια ευκαιρία ,άλλωστε  το μάθημά του  το  είχε πάρει.

 Από τότε το τεμπέλικο μυρμήγκι  έγινε πολύ  εργατικό  , έβαλε μυαλό , δούλευε διπλά  από πριν και  ήταν πού χαρούμενο που μπορούσε  όπως τα άλλα να προσφέρει  στην μυρμηγκοφωλιά τους.

                            

 


                                             ΜΠΙΣΚΙ

 ( ΤΡΕΛΛΑΙΝΟΜΑΙ ΓΙΑ ΣΟΚΟΛΑΤΕΝΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΑ)

                                                               

΄Ενας λαμπερός ήλιος άρχισε να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό και να ζεσταίνει με τις ηλιαχτίδες του τη γη.

Ξύπνησαν τα πουλιά στις φωλιές τους, πέταξαν να ξεμουδιάσουν και πήγαν στα κλαδιά των δέντρων κι άρχισαν να γλυκοκελαηδούν , καλωσορίζοντας την νέα όμορφη ανοιξιάτικη μέρα.

Ξύπνησαν και τα λουλούδια κι άνοιξαν τα πέταλά να στεγνώσουν τους στον ήλιο και ν΄ αφήσουν το μεθυστικό τους άρωμα να ξεχυθεί στο πρωινό αεράκι.

Ξύπνησαν κι οι πεταλούδες κι άρχισαν τον όμορφο χορό τους στ΄ όμορφο λιβάδι.

΄Ενα – ένα ξυπνούν τα πλάσματα της φύσης για να χαρούν με τον τρόπο τους την ομορφιά της μέρας.

Στη μεγάλη μυρμηγκοφωλιά επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση. Τα μυρμήγκια- εργάτες ετοιμάζονταν για τη δουλειά. Η πόρτα άνοιξε κι ένα-ένα μπήκαν στη σειρά και ξεκίνησαν χαρούμενα. Είχαν πολύ σημαντική δουλειά να κάνουν,( έπρεπε να μαζέψουν ψιχουλάκια και σποράκια για να γεμίσουν τις αποθήκες της φωλιάς, για να έχουν φαγητό τον χειμώνα) κι έπρεπε να βιαστούν και να δουλέψουν σκληρά γι αυτό. Και είναι κανόνας στη μυρμηγκοφωλιά ό, τι βρίσκουν να το μοιράζονται όλοι μαζί.

Μαζί με όλα τα μυρμηγκάκια βγήκε κι ο Μπίσκι, το μικρό μυρμηγκάκι που το έλεγαν έτσι γιατί λάτρευε να τρώει ψιχουλάκια από γλυκά σοκολατένια μπισκότα.

Όλα τ’άλλα μυρμηγκάκια μόλις εύρισκαν κάτι χρήσιμο, το πήγαιναν αμέσως στη φωλιά τους. ο Μπίσκι όμως δεν έμπαινε στον κόπο να ψάξει για φαγητό, μόνο κρύφτηκε πίσω από ένα κοτσάνι  μαργαρίτας και παρατηρούσε κάποια παιδιά που είχαν πάει εκδρομή με το σχολείο τους στο μικρό παρκάκι της περιοχής.

-Πω, πω ! σκέφτηκε τι μεγάλα πλάσματα είναι τούτα εδώ! Και τι είναι αυτά που τρώνε; Μμμμ σαν μπισκότα μου μυρίζουνε. Και είναι τεράστια. Και μάλλον είναι από τα αγαπημένα μου, Σοκολατένια Μπισκότα, σκέφτηκε και ξερογλείφτηκε.

Κάποιο παιδί δεν πρόσεξε και του έπεσε κάτω ένα μεγάλο μπισκότο, αλλά δεν το ένοιαξε γιατί είχε κι άλλο. Όταν πέρασε η ώρα  κι έφυγαν τα παιδιά, ο Μπίσκι πήγε γρήγορα κι άρχισε να τσιμπάει κομματάκια από το πεταμένο μπισκοτάκι. ΄Εφαγε , έφαγε όσο μπορούσε, γέμισε την κοιλίτσα του, αλλά μετά δεν είχε κουράγιο να σηκώσει κάποιο ψιχουλάκι και να το πάρει στη φωλιά του για να το αποθηκεύσει, κι έτσι το βράδυ γύρισε στη φωλιά του με άδεια χέρια.

Ο φρουρός που έκλεινε την πόρτα, σαν τον είδε να γυρίζει τελευταίος χωρίς κάποιο σποράκι, στραβομουτσούνιασε, αλλά δεν είπε τίποτα.

Την άλλη μέρα, όπως κάθε μέρα τα μυρμηγκάκια μπήκαν στην σειρά και ξεκίνησαν. Πρώτος και καλύτερος βγήκε ο Μπίσκι, που φυσικά έτρεξε στο μικρό του θησαυρό. Κι όλη μέρα δεν έκανε τίποτα άλλο από το να τριγυρίζει και κάθε λίγο να τσιμπολογάει το σοκολατένιο μπισκοτάκι.

Όταν έφυγε πια ο ήλιος κι άρχισε να σκοτεινιάζει , προσπάθησε να μπει στην είσοδο της μυρμηγκοφωλιάς, αλλά ήταν αδύνατο. ΄Οσο κι αν έσπρωχνε , δεν χωρούσε να μπει με την τεράστια κοιλιά που είχε αποκτήσει.

 Απογοητευμένος απομακρύνθηκε από τη φωλιά και βρήκε ένα πεσμένο φύλλο εκεί κοντά για να περάσει τη νύχτα του.

Όταν κάθισαν για φαγητό τα μυρμηγκάκια μέσα στην φωλιά και μετρήθηκαν, είδαν ότι ο Μπίσκι έλειπε και στεναχωρήθηκαν πολύ γιατί φοβήθηκαν ότι θα του είχε συμβεί κάποιο κακό.

Μα κι ο Μπίσκι ήταν πολύ στεναχωρημένος κι έβαλε τα κλάματα καθώς σκεφτόταν τι όμορφα θα περνούσαν οι φίλοι του, στην ζεστή μυρμηγκοφωλιά τους, όπου κάθε βράδυ έλεγαν ιστορίες, ανέκδοτα, τραγουδούσαν, έπαιζαν επιτραπέζια και περνούσαν υπέροχα. Και καθώς έβλεπε σκιές να κουνιούνται γύρω του ( που ήταν η κίνηση των λουλουδιών με το βραδινό αεράκι) κι άκουγε τρομαχτικούς ήχους ( που ήταν τα τριζόνια που τραγουδούσαν τη νύχτα), φανταζόταν πως κινδύνευε και χωνόταν ακόμα πιο πολύ κάτω από το φύλλο, τρέμοντας από το φόβο του. Κι έτσι τον πήρε ο ύπνος. Αλλά το μαρτύριό του συνεχίστηκε.

 ΄Εβλεπε πως πάχαινε , πάχαινε, πάχαινε…μέχρι που έγινε σαν μπαλόνι κι άρχισε να πετάει στον ουρανό.

Την άλλη μέρα βγήκε από την κρυψώνα του και για να του φύγει η στεναχώρια, βρήκε το αγαπημένο του σοκολατένια μπισκοτάκι κι άρχισε να τρώει και να τρώει …. Μέχρι που δεν μπορούσε να κουνηθεί. Και τότε έβαλε τα κλάματα.

 ΄Ετσι  να κλαίει τον βρήκε η πασχαλίτσα, η Αγκαλίτσα.

-Τι έχεις μυρμηγκάκι μου και κλαις; Τον ρώτησε.

- Είμαι ένα λαίμαργο μυρμήγκι που πάχυνα και δεν χωρώ πια να μπω στη φωλιά μου…..

-΄Ελα θα σε πάρω εγώ μια αγκαλίτσα, κι όλα θα φτιάξουν θα δεις.

Σε λίγο ήρθε κοντά τους η μέλισσα η Ελσα.

-Τι συμβαίνει βρε παιδιά, γιατί αγκαλιάζεστε;

΄Εγινε κάτι ευχάριστο;

Και της εξήγησαν.

-Πρέπει να βρούμε μια λύση, να κάνουμε κάτι. Αν σκεφτούμε όλοι μαζί ίσως σκεφτούμε κάτι έξυπνο, είπε η΄ Ελσα η μέλισσα.

΄Ετσι σκεφτικούς τους βρήκε και τους τρεις  η Ουρανία η πεταλούδα.

-Τι πάθατε  φίλοι μου ; Είναι κρίμα να είστε έτσι κατσούφηδες μια τόσο όμορφη ανοιξιάτικη μέρα

 σαν αυτή.

-΄Εχουμε σοβαρό πρόβλημα, της είπε η ΄Ελσα η μέλισσα κι άρχισε να της λέει τι είχε συμβεί.

-Δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα. Εμπρός σηκωθείτε, θα χορέψουμε.

-Είσαι με τα καλά σου, εγώ είμαι πολύ στεναχωρημένος και θα σηκωθώ να χορέψω; Είπε ο Μπίσκι.

-Ναι βρε χαζούλη γιατί έτσι θα αδυνατίσεις και μάλιστα γρήγορα.

Φώναξαν λοιπόν στα πουλιά, τα ενημέρωσαν για το πρόβλημα του Μπίσκι και τους ζήτησαν να βοηθήσουν, πράγμα που έκαναν με μεγάλη χαρά  κι άρχισαν να κελαηδούν ένα ωραίο ρυθμικό σκοπό.

Ο Μπίσκι το μυρμήγκι, η Αγκαλίτσα η πασχαλίτσα, η ΄Ελσα η μέλισσα κι η Ουρανία η πεταλούδα άρχισαν να χορεύουν και μαζί τους χόρευαν μέχρι το βράδυ κι όλα τα άλλα έντομα της περιοχής. Πέρασαν δε τόσο όμορφα που πρότειναν να κάνουν συχνά τέτοιες εκδηλώσεις.

Το βράδυ ο Μπίσκι αφού ευχαρίστησε όλους τους φίλους που τον είχαν βοηθήσει, κατάφερε να μπει στην μυρμηγκοφωλιά, όπου έπρεπε να δώσει εξηγήσεις για την συμπεριφορά του και να ζητήσει συγγνώμη.

 Η βασίλισσα μυρμήγκι, αφού τον άκουσε προσεκτικά, του είπε.

-Πιστεύω ότι τιμωρήθηκες αρκετά και ότι σου έγινε μάθημα όλο αυτό και ότι δεν θα το ξανακάνεις. Αλλά γι αυτό θα φροντίσουν και οι σύντροφοί σου από δω.

Και πραγματικά από τότε ο Μπίσκι έγινε ένα υποδειγματικό εργατικό μερμηγκάκι όταν κάποιες φορές συναντούσε κανένα μικρό κομματάκι μπισκότου κι έμπαινε σε πειρασμό να το φάει, οι σύντροφοί του, του έλεγαν:

-Μπίσκι, πες αλεύρι, μια χοντροκοιλάρα σε γυρεύει!!!

΄

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...