Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025


                                  ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

        


  Κάποια μέρα του καλοκαιριού  γεννήθηκε στο βυθό  της θάλασσας ένας μικρός αστερίας . Άνοιξε τα ματάκια του

και κοίταξε παραξενεμένος   γύρω του  

- Μμ , τι ωραία  που  είναι εδώ , φώναξε.

 Η μαμά του και ο μπαμπάς του  , αστερίες και αυτοί  ήταν πολύ περήφανοι  για το μικρό παιδί τους .

 Η μαμά του  έφυγε , για να βρει τροφή να το ταΐσει  , όταν ξαφνικά  την περικύκλωσε μια μεγάλη  μαύρη κηλίδα  πετρελαίου και τη μόλυνε . Με μεγάλη δυσκολία γύρισε πίσω και έπεσε άρρωστη βαριά.

 Αμέσως φώναξαν  τη  μεγάλη γιατρό  της θάλασσας , τη χελώνα καρέτα καρέτα . Εκείνη  αφού  εξέτασε προσεκτικά τη μαμά  αστερία  , είπε:

-Χρειάζεσαι να πάρεις  ένα  ειδικό φάρμακο  , που για να φτιαχτεί  πρέπει να φέρετε  ένα μαγικό  φύκι  και  το μαγικό  μεγάλο γαλάζιο  μαργαριτάρι  που βρίσκονται  στην άκρη του ωκεανού  σε μια  άγρια σκοτεινή  σπηλιά  και φρουρός  στη σπηλιά είναι ένας τρομερός καρχαρίας.

- Δύσκολα πράγματα μας ζητάς  , είπε ο μπαμπάς αστερίας.

- Μη στεναχωριέσαι  πατέρα θα πάω  εγώ , είπε ο μικρός καρχαρίας.

-Που θα πας ,παιδί μου , εσύ που είσαι μικρό  και αδύναμο.

-Θα τα καταφέρω  , είπε ο μικρός κα ξεκίνησε .

Περπατούσε , περπατούσε ώσπου κουράστηκε  και κάθισε  σ’ ένα βράχο  να ξεκουραστεί. Τότε πέρασε από  μπροστά του ένας μικρός ξιφίας.

-Τι παράξενη μύτη  που έχεις , του είπε  ο μικρός αστερίας.

-Ναι αλλά είναι πολύ χρήσιμη  , απάντησε ο ξιφίας.

-Θέλεις να γίνουμε φίλοι και να εξερευνήσουμε  μια  σκοτεινή σπηλιά ; Ξέρεις ψάχνω  για ένα  μαγικό  φύκι  και το μεγάλο γαλάζιο  μαγικό μαργαριτάρι για να γίνουν  φάρμακο  για την άρρωστη  μαμά μου.

-Τρελαίνομαι για περιπέτειες .Πάμε ,είπε ο μικρός ξιφίας.

 Αφού περπάτησαν πολύ ακόμα έφτασαν  έξω από τη φοβερή  σπηλιά .

Πώς να  πλησιάσουν  όμως που στην είσοδο  στέκοταν άγρυπνος φρουρός  ένας  τρομερός  και τεράστιος  καρχαρίας;

-Το βρήκα! Θα ανοίξω μια τρύπα  από  την άλλη πλευρά  και θα μπούμε , είπε ο μικρός ξιφίας κα  έπιασε αμέσως δουλειά.

 Σε λίγο  η τρύπα  ήταν αρκετά μεγάλη  κι οι φίλοι χώρεσαν  και μπήκαν μέσα.

-Πω, πω  κρύα που είναι εδώ  !  είπε ο μικρός ξιφίας .

-Σκοτεινά και τρομακτικά  είναι, αλλά εμείς  έχουμε ο ένας  τον  άλλον ,δεν πρέπει να φοβόμαστε.

-Να  το μεγάλο κοχύλι  , αλλά πως θα πάρουμε το μαργαριτάρι ;

-Μόλις ανοίξει το κοχύλι  θα ορμίσω   και θα το αρπάξω, είπε ο μικρός ξιφίας.

Και έτσι  έγινε .Σε λίγο  το μαγικό γαλάζιο μαργαριτάρι  το κρατούσε στο ξίφος του .

-Μπράβο ,φώναξε ο μικρός αστερίας . Είσαι καταπληκτικός .Αλλά κοίτα και εγώ βρήκα  μερικά από τα μαγικά  φύκια ,πιστεύω να φτάνουν. Πάμε γρήγορα  πίσω  για να γίνει καλά  η μανούλα μου.

 Βγήκαν  από τη μαγική   τρύπα της σπηλιά  και πήραν το δρόμο  του γυρισμού .

 Ο μικρός αστερίας περπατούσε στο βυθό  κι ο μικρός ξιφίας  κολυμπούσε  από πάνω του.

 Όλα πήγαιναν καλά όταν ένας πειρατής που κολυμπούσε  δίπλα  στο πειρατικό καράβι  είδε το μαγικό γαλάζιο μαργαριτάρι  στο στόμα του ξιφία. Ήξερε πως ήταν πολύ σπάνιο  και πάρα πολύ ακριβό  , δεν ήξερε όμως  ότι ήταν και τόσο όμορφο.

-Συναγερμός ! φώναξε.

 Αμέσως μια ντουζίνα  πειρατές έπεσαν με τα σπαθιά τους  στο νερό κι άρχισαν να ξιφομαχούν  με το ξιφία.

-Πάρε γρήγορε  το μαργαριτάρι  και φύγε  !  είπε ο μικρός ξιφίας  ενώ ξιφομαχούσε  με τόσους πειρατές.

 Ο μικρός αστερίας  έτρεξε  όσο πιο γρήγορα  μπορούσε  και βρήκε το δελφίνι  και το παρακάλεσε να ειδοποιήσει τους ξιφίες  να βοηθήσουν  τον μικρό του φίλο που κινδύνευε  . Αυτοί έτρεξαν αμέσως και μπήκαν στη μάχη διώχνοντας τους πειρατές.

 Μετά  ο αστερίας  πήρε τα  μαγικά υλικά στη θαλασσογιατρίνα . Η χελώνα  έφτιαξε  το φάρμακο  , το έδωσε στη μαμά του αστερία  και εκείνη σε λίγο άνοιξε τα μάτια της  κι άρχισε  σιγά σιγά να συνέρχεται.

 Τότε  ο μικρός  αστερίας  έφυγε γρήγορα  να μάθει τι γίνονταν ο φίλος του ο ξιφίας . Τον βρήκε να κολυμπά  χαρούμενος  με τους φίλου του ,τους άλλους ξιφίες  , αφού  είχαν νικήσει τους πειρατές  ,που το  έβαλαν στα πόδια  και όπου φύγει - φύγει.

 Όλα  ,λοιπόν  είχαν τελειώσει καλά κι η ζωή στο βυθό  συνεχίστηκε  με τους φίλους  να  είναι αγαπημένοι  κι αχώριστοι για πάντα.

 ΦΙΛΕΣ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ





΄Ενας ζεστός ήλιος ξύπνησε τη μικρή πεταλούδα και βγήκε από το κουκούλι,  που την προστάτευε τον τελευταίο καιρό κι άνοιξε τα λαμπερά κίτρινα φτερά της να ξεμουδιάσουν.

 ΄Εριξε μια ματιά γύρω της κι ανακάλυψε ότι γεννήθηκε σ’ ένα πανέμορφο λιβάδι με χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια γύρω της που πλημμύριζαν τον αέρα με τα υπέροχα λεπτά τους αρώματα, και μελισσούλες που προσπαθούσαν ν΄απολαύσουν τους χυμούς τους.. Είδε πολλά άλλα έντομα να τριγυρίζουν ζουζουνίζοντας γύρω από τα λουλούδια και  ζωηρά πουλιά να κελαηδούν σ΄ανθισμένα δέντρα και να συμπληρώνουν την παραδεισένια εικόνα .

Και ξαφνικά τις είδε…. Είδε πανέμορφες πεταλούδες να πετούν ξένοιαστα παρέες- παρέες και να περνούν υπέροχα. ΄Ετσι αποφάσισε να πάει κοντά τους για ν γίνει κι εκείνη φίλη μαζί τους.

-Καλημέρα! Είπε πλησιάζοντας, αλλά εκείνες της γύρισαν περιφρονητικά την πλάτη.

-Θράσος που το έχει να μας μιλάει κιόλας , άκουσε να λέει μια πανέμορφη πεταλούδα με όμορφα κυκλικά σχέδια στα φτερά της.

« Μα γιατί τι έκανα;» αναρωτήθηκε κι έφυγε, πέταξε παρακάτω όπου συνάντησε μια άλλη παρέα πεταλούδων να πετάει γύρω από μια περήφανη κίτρινη μαργαρίτα.

-Γεια σας! Είπε , αλλά κι εκείνες έκαναν μια περίεργη γκριμάτσα αποδοκιμασίας.

- Καλά είναι σοβαρή, δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί μ’ αυτά τα άθλια κίτρινα μονόχρωμα φτερά ; άκουσε μια πεταλούδα που τα φτερά της είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Απογοητευμένη η μικρή κίτρινη πεταλούδα έφυγε κι από κει. Μέσα της όμως σκεφτόταν « Μα γιατί , τι κακό έχει το κίτρινο χρώμα στα φτερά μου, αφού κι αυτές γύρω από ένα λουλούδι με κίτρινο χρώμα πέταγαν».

Συνέχισε να πετάει όταν συνάντησε κι άλλη παρέα από πολύχρωμες πεταλούδες και πήγε κοντά τους.

-Μπορώ να πετάω μαζί σας; Ρώτησε ντροπαλά.

-Θα αστειεύεσαι βέβαια, έχεις ιδέα πώς είσαι; Της είπε με κακία μια πανέμορφη πεταλούδα με χρυσές πιτσιλιές στα φτερά της.

Η κίτρινη πεταλούδα απομακρύνθηκε γρήγορα , πήγε πάνω σ΄ένα αγριολούλουδο για να μην τη βλέπουν κι άρχισε να κλαίει.. « Αυτό είναι άδικο σκεφτόταν… κι ο ήλιος κίτρινος είναι αλλά όλοι τον αγαπάνε» . Αφού έκλαψε πολλή ώρα αποφάσισε να πετάει μόνη της και ν΄απολαμβάνει την ομορφιά του μικρού της παράδεισου και να ευχαριστεί το Θεό για την χαρά της ζωής που της χάρισε.

Κάπου εκεί ήταν η φωλιά ενός μικρού αρκούδου που ήταν άρρωστος, Είχε πυρετό εκείνη την ημέρα και δεν πήγε σχολείο κι όπως καθόταν  μόνος του ( γιατί η μαμά του πήγε να του βρει μέλι για να  τον δυναμώσει)στο κρεβάτι του με μια κομπρέσα στο κεφάλι σκεφτόταν « Τι κρίμα που όλοι οι φίλοι μου είναι τώρα στο σχολείο. Πώς θα ήθελα να είχα κάποιον τώρα εδώ να μου κάνει παρέα!»

Και ξαφνικά βλέπει στο πρεβάζι του παράθυρού του μια μικρή κίτρινη πεταλούδα.

-Τι καλά που ήρθες, θέλεις να γίνουμε φίλοι και να μου κάνεις παρέα; Τη ρώτησε.

-Σε….σε μένα το είπες αυτό; Ρώτησε η πεταλουδίτσα.

-Μα σε σένα βέβαια. Είμαι λίγο αδιάθετος αλλά νομίζω ότι μπορούμε να περάσουμε ωραία μαζί.

-Και βέβαια θέλω. Τι θα ήθελες να κάνουμε;

-Ξέρεις να μου πεις καμιά ιστορία; ρώτησε ο μικρός αρκούδος.

-Λυπάμαι αλλά πριν από λίγο μεταμορφώθηκα σε πεταλούδα και βγήκα από το κουκούλι μου. Το μόνο που ξέρω είναι πως για κάποιο λόγο δεν άρεσαν τα μονόχρωμα κίτρινα φτερά μου στις άλλες πεταλούδες και δεν με ήθελαν για φίλη.

-Αυτές χάνουν κι εγώ κερδίζω  μια φίλη, γιατί είναι πολύ ωραίο πράγμα να έχεις φίλους και να μοιράζεσαι ένα σωρό πράγματα. Κι επειδή εγώ πάω σχολείο, ξέρω πολλές ιστορίες που θα σου τις πω.

Κι έτσι άρχισε μια όμορφη περίεργη φιλία μ΄έναν αρκούδο και μια κίτρινη πεταλούδα. Κι επειδή ο αρκούδος ήταν πολύ καιρό άρρωστος ανακάλυψαν ένα νέο παιχνίδι που άρεσε και στους δυο. Τη βοήθησε να μάθει κι εκείνη να διαβάζει .

Η φιλία τους συνεχίστηκε ακόμα κι όταν ο αρκούδος έγινε καλά και ξαναπήγε στο σχολείο. Πριν γίνει όμως αυτό ο αρκούδος έκανε ένα ξεχωριστό δώρο στην αγαπημένη του φίλη. Πήρε τις ανεξίτηλες μπογιές του για να μην ξεβάφουν και ζωγράφισε τα φτερά της τόσο όμορφα, που όπου κι αν πετούσε όλοι γύριζαν και την κοιτούσαν με θαυμασμό.

΄Ετσι η πρώην κίτρινη πεταλούδα  πετούσε χαρούμενη κι όλες οι άλλες που πριν δεν την καταδέχονταν, πετούσαν γύρω της κι ήθελαν την φιλία της. Εκείνη δεν τους κράτησε κακία, μάλιστα όταν κουράζονταν να πετούν και να ρουφούν νέκταρ από τα λουλούδια, τους μάθαινε ένα σωρό πράγματα που της είχε μάθει ο φίλος της ο αρκούδος. Οι άλλες πεταλούδες αναγνώρισαν το λάθος τους και της ζήτησαν συγνώμη.

Μια μέρα εκείνη η πανέμορφη πολύχρωμη πεταλούδα, που είχε στα φτερά της όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου , σηκώθηκε και της έκανε μια πρόταση.

-Εμείς οι πεταλούδες που ζούμε σ΄αυτό το όμορφο λιβάδι, επειδή είσαι τόσο όμορφη, αλλά και τόσο σοφή με όλα αυτά που έχεις μάθει θέλουμε να γίνεις η αγαπημένη μας βασίλισσα.

΄Ετσι κι έγινε και στη μεγάλη γιορτή που έκαναν γι αυτό το γεγονός, ποιος νομίζετε ότι είχε την πρώτη και καλύτερη θέση;

Μα φυσικά ο αγαπημένος της φίλος , ο αρκουδάκος.

 

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

                  Η ΛΑΣΠΙΤΣΑ ΓΟΥΡΟΥΝΙΤΣΑ

 

    Κάποτε σ΄ένα όμορφο μεγάλο αγρόκτημα που ζούσαν πάρα πολλά ζώα( κότες, κουνέλια, πάπιες, χήνες αγελάδα, άλογο, πρόβατο, κατσίκι κι ένα γουρουνάκι).

    Για την ακρίβεια το γουρουνάκι είχε ροζ χρώμα, ήταν κορίτσι, την έλεγαν Γκουτς, φόραγε ένα κόκκινο φιόγκο στο κεφάλι της και παρόλο που ήταν χοντρούλα ήταν πολύ όμορφη.

     Της άρεσε να τρώει πολύ κι έτρωγε ό,τι εύρισκε μπροστά της. Της άρεσε επίσης να κάνει παρέα με τ΄άλλα ζώα στο αγρόκτημα . Αυτό όμως που τρελαινόταν να κάνει ήταν να κυλιέται σε παχιά λάσπη. Γι αυτό και τ΄άλλα ζώα την έλεγαν Λασπίτσα.

   Έτσι όμως δημιουργήθηκε ένα μεγάλο πρόβλημα γιατί μόλις η Λασπίτσα ξυπνούσε πήγαινε για ένα λασπόλουτρο και βέβαια γινόταν χάλια, άσε που μύριζε κι απαίσια. Μόλις πλησίαζε στο σκύλο για να μιλήσουν, εκείνος έφευγε μακριά.

Μόλις πλησίαζε τη γατούλα για να παίξουν, εκείνη έφευγε μακριά. Προσπαθούσε να μιλήσει στο άλογο κι αυτό χλιμίντριζε νευριασμένο. Και με λίγα λόγια αυτό γινόταν με όλα τ΄άλλα ζώα που ζούσαν στο αγρόκτημα.Κι όσο τα ζώα δεν την πλησίαζαν και δεν την ήθελαν για παρέα επειδή μύριζε απαίσια, τόσο εκείνη για να ξεχάσει την στεναχώρια της  κυλιόταν μέσα στις λάσπες. Είχε φτάσει στο σημείο να μη βγαίνει σχεδόν καθόλου από τον λάκκο με την λάσπη όλη μέρα.

     Μια μέρα πλησίασε την πάπια που μιλούσε με την χήνα κι εκείνη έκλεισε την μύτη της.

-Τι  ανυπόφορη μυρωδιά  είναι αυτή, της είπε η πάπια, μα δεν πλένεσαι ποτέ σου;

-Πού να πλυθώ; Ρώτησε η γουρουνίτσα.

-Ξέρω γω, μπορείς να πας στο ποτάμι, να καθαριστείς κι ύστερα νάρθεις κοντά μας.

    Η γουρουνίτσα, που στεναχωριόταν τόσο καιρό, αλλά δεν είχε καταλάβει γιατί δεν την ήθελα κοντά τους τα άλλα ζώα, εκείνη την νύχτα δεν κοιμήθηκε, μόνο πήρε αποφάσεις κι έκανε σχέδια.

     Την άλλη μέρα πρωί- πρωί, έκανε  με την ησυχία της, το τελευταίο της λασπόλουτρο και το φχαριστήθηκε πολύ. Μετά άνοιξε την πόρτα του αγροκτήματος και ξεκίνησε. Αλλά δεν ήξερε προς τα πού να πάει για να βρει το ποτάμι.

     Δρόμο παίρνει-δρόμο αφήνει και ξαφνικά συναντάει έναν ανεμόμυλο.

-Μήπως ξέρεις πού είναι το ποτάμι ,τον ρώτησε;

     Μα ο ανεμόμυλος δεν απάντησε, αλλά συνέχισε να γυρίζει ήρεμα τα φτερά του.

     Μετά συνάντησε ένα σκύλο, αλλά μόλις τον πλησίασε ο σκύλος, απομακρύνθηκε γρήγορα. Το ίδιο έγινε και με μια γάτα.

     Συνέχιζε να περπατά κι έφτασε σ΄ένα σχολείο. Εκεί τα παιδιά ήταν διάλειμμα , αλλά μόλις αισθάνθηκαν την άσχημη μυρωδιά από την γουρουνίτσα, έτρεξαν γρήγορα να μπουν στις τάξεις τους.

Ένα παιδί όμως, που ήταν κρυωμένο και η μύτη του ήταν βουλωμένη και άρα δεν είχε όσφρηση και δεν μπορούσε να μυρίσει, έμεινε μόνο του να παίζει.

    Η γουρουνίτσα το πλησίασε και το ρώτησε αν ήξερε που είναι το ποτάμι.

-Το ποτάμι είναι μακριά από δω, είπε ο μικρός. Θα προχωρήσεις ίσια , θα βρεις ένα ψηλό δέντρο κι από κει θα στρίψεις δεξιά και αφού περπατήσεις αρκετά θα φτάσεις στο δάσος. Εκεί στο δάσος θα βρεις και το ποτάμι.

-Ευχαριστώ,  είπε η γουρουνίτσα και ξεκίνησε.

     Όμως όταν έφτασε στο δέντρο είχε ξεχάσει εάν έπρεπε να στρίψει δεξιά ή αριστερά κι έτσι έστριψε αριστερά. Κι όπως προχωρούσε κάποια στιγμή έφτασε στη θάλασσα. Νερό είναι κι αυτό ,σκέφτηκε, ίσως θα μπορούσα να πλυθώ εδώ. Όταν όμως είδε πόσο ψηλά ήταν τα κύματα και θυμήθηκε ότι δεν ήξερε κολύμπι, αποφάσισε να επιτρέψει στο ψηλό δέντρο και να πάρει τον άλλο δρόμο γιατί μάλλον τα είχε μπερδέψει.

       Κι έτσι έκανε. Βρήκε το δέντρο και πήρε τον άλλο δρόμο.

Και δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει κι όταν επιτέλους πλησιάζει στο δάσος, καταλαβαίνει ότι έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει και πρέπει να βρει ένα μέρος για να περάσει το βράδυ της με ασφάλεια. Αλλά δεν ξέρει από δάσος κι είναι απελπισμένη, όταν εμφανίζεται μπροστά της ένα ποντικάκι.

-Τι γυρεύεις γουρουνάκι, μόνο σου στο δάσος; Δεν ξέρεις ότι κινδυνεύεις από λύκους, από αλεπούδες, κι από άλλα ζώα; το ρώτησε

Και τότε η γουρουνίτσα του είπε την ιστορία της.

-Καλά ,της λέει το ποντικάκι, ακολούθησέ με κι εγώ θα σε πάω σ΄ένα καταφύγιο που έχουν φτιάξει οι κυνηγοί κι έτσι δεν θα κινδυνεύεις.

    Και πραγματικά η γουρουνίτσα πήγε στο καταφύγιο των κυνηγών κι έκλεισε την πόρτα. Σε λίγο που πήραν μυρωδιά οι λύκοι μαζεύτηκαν απ΄έξω κι άρχισαν να ουρλιάζουν. Η καημένη η γουρουνίτσα μαζεύτηκε σε μια γωνιά τρέμοντας από τον φόβο της. Και για να ξεχαστεί σκεφτόταν τα άλλα ζώα στο αγρόκτημα, πόσο άσχημα της είχαν φερθεί ενώ εκείνη δεν είχε πειράξει κανέναν και πόσο όμορφα θα περνούσαν όλοι αν ήταν φίλοι…Με τη γλυκιά αυτή σκέψη και καθώς ήταν πολύ κουρασμένη, κοιμήθηκε κι ονειρεύτηκε πως ήταν στ΄αλήθεια όλοι φίλοι….

     Την άλλη μέρα το πρωί, τα ζώα στο αγρόκτημα ξύπνησαν κι άρχισαν να κάνουν ό,τι συνήθιζαν να κάνουν κάθε μέρα. Ξαφνικά η πάπια ρώτησε την χήνα:

 -΄Εχεις δει καθόλου σήμερα την Λασπίτσα ;

-Όχι, της είπε η χήνα, αλλά καλύτερα, γλυτώσαμε κι από τη βρώμα;

-Δεν είναι περίεργο; που να πήγε άραγε;

     Μετά ρώτησε ένα-ένα τα άλλα ζώα αλλά κανένα δεν την είχε δει εκείνη την ημέρα. Τα ζώα ανησύχησαν και συγκεντρώθηκαν

να μάθουν τι έγινε. Αποφάσισαν να ψάξουν καλά σ΄όλο το αγρόκτημα για να την βρουν. Αλλά η Λασπίτσα δεν ήταν πουθενά. Τότε ένα ποντικάκι τους είπε:

 -Νομίζω πως την είδα χτες το πρωί να φεύγει.

 -΄Ισως πήγε στο ποτάμι να πλυθεί, όπως της είπα, είπε η πάπια.

-Ναι, αλλά γιατί δεν γύρισε; ρώτησε η αγελάδα.

-΄Ηξερε τον δρόμο για το ποτάμι; ρώτησε το άλογο.

-Μα πώς να τον ξέρει, αφού δεν είχε ξαναφύγει ποτέ από δω, είπε ένα κουνελάκι.

-Τότε μάλλον κινδυνεύει, είπε ο σκύλος.

-Να ψάξουμε να την βρούμε και να την βοηθήσουμε ,είπε το πρόβατο.

-Εγώ ξέρω το δρόμο και μπορώ να σας πάω στο δάσος, ακούστηκε ένα βατραχάκι.

     Κι έτσι τα ζώα ξεκίνησαν με οδηγό το βατραχάκι, ξεκίνησαν και σε λίγη ώρα έφτασαν στο δάσος. Εκεί χωρίστηκαν σε ομάδες κι άρχισαν να ψάχνουν.

-Γκουτςςςςςς, Γκουουουτς, φώναζαν και ξαναφώναζαν, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν οι φωνές τους και μέχρι το καταφύγιο των κυνηγών που ήταν κρυμμένη η γουρουνίτσα,  η οποία δεν βγήκε έξω ούτε κι όταν ξημέρωσε κι έφυγαν οι λύκοι, γιατί φοβόταν πολύ.

     Η γουρουνίτσα βγήκε έξω και του φώναξε:

-Εδώ, εδώ είμαι.

     Επιτέλους τη βρήκαν κι ήταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Πώς να την πλησιάσουν όμως, έτσι που μύριζε.

-Νομίζω ότι ήρθε η ώρα για ένα καλό μπάνιο, είπε η πάπια που ήταν κι αυτή  χαρούμενη, γιατί δεν ήθελε να πάθει κακό η γουρουνίτσα .

    ΄Ολοι μαζί ξεκίνησαν για το ποτάμι κι όταν έφτασαν πρώτη η γουρουνίτσα μπήκε μέσα να πλυθεί. Το διάφανο χρώμα του νερού έγινε καφέ σαν λάσπη, αλλά καθώς το ποτάμι κυλούσε γρήγορα το νερό καθάρισε πάλι. Σε λίγο ένα- ένα, πολλά από τα ζώα μπήκαν κι αυτά στο ποτάμι κι άρχισαν να παίζουν όμορφα παιχνίδια με τη γουρουνίτσα μέσα στο νερό.

     Κάποια στιγμή όμως πείνασαν κι έτσι βγήκαν από το νερό, τινάχτηκαν και πήραν τον δρόμο του γυρισμού. Στο δρόμο είπε ο καθένας τους από μια αστεία ιστορία και γέλασαν πολύ.

     Μετά το φαγητό κι ενώ τα ζώα είχαν καθίσει όλοι μαζί παρεούλα για να ξεκουραστούν η γουρουνίτσα  Γκουτς είπε:

-Περνάω πολύ ωραία μαζί σας, κι αν η λάσπη είναι το πρόβλημα, σας υπόσχομαι πως δεν θα ξανακυλιστώ.

-Κι εμείς θα σε απασχολούμε συνέχεια με παρέα και παιχνίδια κι έτσι δεν θα βρίσκεις χρόνο για να ξανακυλιστείς στις λάσπες, είπε η πάπια.

    Από τότε κάθε μέρα στο αγρόκτημα, ήταν σαν μια μεγάλη  γιορτή γιατί μόλις ξυπνούσαν τα ζωάκια μαζεύονταν και παίζανε όλα μαζί όμορφα κι αγαπημένα.

 

 

  

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2024

ΤΟ ΠΙΟ ΑΚΡΒΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
 





Ήταν κάποτε που λέτε ένας άρχοντας πολύ πλούσιος κι είχε παντρευτεί με μια πολύ όμορφη κοπέλα κι έμεναν σ΄ένα μεγάλο ωραίο αρχοντικό σπίτι, σαν αυτά που μόνο στα παραμύθια συναντάς.

Το σπίτι είχε γύρω – γύρω του ένα τεράστιο κήπο με χιλιάδες λουλούδια και δέντρα κι όμορφες μικρές λιμνούλες με νούφαρα και χρυσόψαρα. Είχε κι ένα σιντριβάνι στη μέση της μεγάλης μπροστινής αυλής.

Και θα μπορούσαν να ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι εκεί, ο άρχοντας με την αγαπημένη του αρχόντισσα.

Όμως δεν ήταν και ξέρετε γιατί; Γιατί ήθελαν πάρα πολύ να αποκτήσουν έστω κι ένα παιδάκι, αλλά παιδάκι δεν είχαν.

Κάλεσαν πολλούς γιατρούς απ΄όλη τη γη, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να βοηθήσει το ζευγάρι ν΄αποκτήσει το παιδάκι που τόσο πολύ ήθελαν.

Κι έτσι περνούσε ο καιρός στο μεγάλο εκείνο κι όμορφο σπίτι, που οι κάτοικοί του δεν χαμογελούσαν πια.

Κάποια μέρα όμως κι εκεί που δεν το περίμενα πια, η αρχόντισσα έμεινε έγκυος κι επιτέλους  απόκτησαν το πολυπόθητο παιδί τους, ένα πανέμορφο μικρό αγοράκι.

Κι η χαρά γέμισε το σπιτικό τους.

Και το μωρό σιγά- σιγά μεγάλωνε με πολύ αγάπη και στοργή.

Επειδή όμως δυσκολεύτηκαν πολύ να το αποκτήσουν κι ήταν λίγο μικροκαμωμένο η αρχόντισσα δεν το άφηνε να βγει από το σπίτι για να μην αρρωστήσει. Δεν το άφηνα να έρθει σ΄επαφή με άλλα παιδιά για να μην πάθει κάτι. ΄Ετσι έφτιαξαν ένα τεράστιο χώρο μέσα στο αρχοντικό, όπου έβαλαν όλων των ειδών τα παιχνίδια για να παίζει το μικρό αρχοντόπουλο.

Όλα τα παιχνίδια που μπορεί να βάλει το μυαλό σας, (άμαξες, ζωάκια, σπίτια, παζλς, επιτραπέζια,τουβλάκια, κουνιστά αλογάκια, τρενάκια,  και άλλα πολλά  )υπήρχαν στο μεγάλο αυτό δωμάτιο για να παίζει το μικρό αρχοντόπουλο.

Κι όταν ήρθε ο καιρός να μάθει γράμματα, έφεραν στο σπίτι τους καλύτερους δάσκαλους, για να μην χρειαστεί να πάει το παιδί τους στο σχολείο με τα άλλα παιδιά.

όμως το μικρό αρχοντόπουλο δεν ήταν χαρούμενο μ΄όλα αυτά.

Σιγά- σιγά τα βαρέθηκε κι άρχισε να μην παίζει. Μετά άρχισε να μην τρώει μέχρι που αρρώστησε. Τότε οι γονείς του φώναξαν πάλι όλους τους γιατρούς απ΄όλο τον κόσμο. Αυτοί του έδωσαν ένα σωρό γιατρικά, αλλά δεν γινόταν τίποτε. Το παιδί κάθε μέρα γινόταν και χειρότερα. Έτσι χλόμιασε κι αδυνάτισε πολύ. Φώναξαν τότε μάγους και μάγισσες για να το κάνουν καλά. Κι αυτοί του έδωσαν ένα σωρό μαντζούνια αλλά το παιδί συνέχισε να  χειροτερεύει, τόσο πολύ που δεν μπορούσε  πια να σηκωθεί από το κρεβάτι του.

Έτσι όλη την ημέρα καθόταν στο κρεβάτι του κι έβλεπε έξω από το παράθυρό του, τον όμορφο κήπο τους.

Μια μέρα κάποια παιδιά  έπαιζαν στον δρόμο μπάλα. Κι η μπάλα έπεσε μέσα στον κήπο του αρχοντικού. Τότε τα παιδιά σκαρφάλωσαν στην μάντρα του κήπου και μπήκαν στην αυλή του αρχοντικού να πάρουν την μπάλα, αλλά τους άρεσε εκεί και συνέχισαν το παιχνίδι τους.

Το μικρό αρχοντόπουλο, μόλις είδε τα παιδιά, χάρηκε πολύ και τα μάτια του έλαμψαν. ΄Ένα από τα παιδιά μάλιστα , καθώς έπαιζαν είδε το μικρό αρχοντόπουλο στο παράθυρο και σήκωσε το χέρι του και το χαιρέτησε. Το ίδιο έκανε κι εκείνο. Τότε το παιδί που ήταν στην αυλή έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν να του έλεγε : «έλα κι εσύ να παίξουμε»

‘ Όμως κάποιος από τους υπηρέτες βγήκε και έδιωξε τα παιδιά και το μικρό αρχοντόπουλο άρχισε να κλαίει.

Όταν  το είδε αυτό η μητέρα του, στεναχωρήθηκε πολύ. Και την άλλη μέρα που βγήκαν πάλι τα παιδιά να παίξουν έστειλε κάποιον και τα προσκάλεσε να παίξουν στην αυλή τους.

Το μικρό αρχοντόπουλο χάρηκε τόσο που είδε πάλι τα παιδιά , που ζήτησε να του φέρουν γάλα. Και το ήπιε όλο.

Τα παιδιά από την αυλή γύρισαν και τον κοίταξαν , σήκωσαν τα χέρια τους και τον χαιρέτησαν. Κι εκείνος έκανε το ίδιο.

Κάθε μέρα από τότε τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν στην αυλή του αρχοντικού και το μικρό αρχοντόπουλο ζητούσε κάθε μέρα γάλα και σιγά- σιγά άρχισε να τρώει και φαγητό.

Η χαρά της αρχόντισσα δεν περιγράφεται.

Κι όταν δυνάμωσε λίγο, κάλεσαν τα παιδιά να παίξουν στον μεγάλο εκείνο χώρο με τα χιλιάδες όμορφα παιχνίδια, που εκείνα δεν είχαν δει ούτε στον ύπνο τους. Και παρ΄όλο που ήταν στο κρεβάτι , τα παιδιά έπαιζαν μαζί του. Και το μικρό αρχοντόπουλο χαιρόταν με την παρέα των άλλων παιδιών και συνέχιζε να τρώει και να δυναμώνει σιγά- σιγά.

Μια μέρα , τα παιδιά τον βοήθησαν να σηκωθεί λίγο από το κρεβάτι τους και να παίξει μαζί τους. Την άλλη μέρα σηκώθηκε κι έπαιξε λίγο περισσότερο. Και κάθε μέρα δυνάμωνε και πιο πολύ, μέχρι που κάποια μέρα κατάφερε να σηκωθεί μόνο του και να περιμένει τους φίλους του για να παίξουν. Εν τω μεταξύ άρχισε να παίρνει βάρος και τα μάγουλά του να παίρνουν ένα ροδαλό χρώμα , το χρώμα της υγείας.

Όλοι ήταν χαρούμενοι στο μεγάλο αρχοντικό. Η αρχόντισσα γιατί έγινε καλά το παιδί της, το αρχοντόπουλο γιατί είχε φίλους, τα παιδιά γιατί έπαιζαν με έναν νέο φίλο και πολλά όμορφα παιχνίδια.

Κι όταν το αρχοντόπουλο έγινε τελείως καλά και δυνάμωσε αρκετά, κατέβηκε στην αυλή κι έπαιζε με τα άλλα παιδιά μπάλα, κυνηγητό ,κρυφτό κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια.

Η αρχόντισσα που τα έβλεπε όλα αυτά , δεν πίστευε στα μάτια της. Κι επειδή σε λίγες μέρες ήταν τα γενέθλια του μικρού αρχοντόπουλου σκέφτηκε να οργανώσει μια μεγάλη γιορτή και να καλέσει όλα τα παιδιά για να γιορτάσουν μαζί.

Έτσι λοιπόν έστησαν στην αυλή ένα σωρό παιχνίδια ( κούνιες, τραμπάλες, τσουλήθρες, κάστρα, μπασκέτες, τέρματα ποδοσφαίρου κ.α ), ετοίμασε πολλά διαλεχτά φαγητά πάνω στο τραπέζι και μια υπέροχη τούρτα με πολλή σοκολάτα και κάλεσε τα παιδιά.

Και τα παιδιά ήρθαν . Κι όλοι μαζί πέρασαν πάρα πολύ όμορφα. Έπαιξαν με τα παιχνίδια της αυλής και διασκέδασαν.

Κι όταν πέρασε η ώρα κι έπρεπε να φύγουν, το μικρό αρχοντόπουλο κάλεσε τους φίλους του στο μεγάλο δωμάτιο που είχε όλα τα παιχνίδια του και τους είπε να διαλέξει ο καθένα όποιο παιχνίδι του άρεσε και να το πάρει. Και πραγματικά έτσι έγινε.

Κι από τότε όλοι μαζί , αχώριστοι φίλοι έπαιζαν στην  αυλή του σπιτιού, μερικές φορές στην πλατεία του τόπου, στα σπίτια των άλλων παιδιών μα και στο σχολείο, γιατί ξέχασα να σας πω ότι το μικρό αρχοντόπουλο ζήτησε από τη μαμά του , σαν δώρο για τα γενέθλιά του, να πάει στο σχολείο μαζί με τα άλλα παιδιά κι εκείνη  φρόντισε να τον στείλει εκεί που θα  του άρεσε.

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...