Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

 


 

ΧΙΟΣ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ, 

ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΟΥ



Έχεις κοιτάξει ποτέ τα σύννεφα στον ουρανό την ώρα που δύει ο ήλιος; Ε λοιπόν αυτά τα σύννεφα είναι διαφορετικά. Δεν είναι ούτε άσπρα, ούτε γκρί.  Αυτά τα σύννεφα έχουν χρώμα ροζμωβουλί( δηλ . έχουν ένα μαγικό χρώμα ροζ και μωβ μαζί). Σ΄αυτά λοιπόν τα ξεχωριστά σύννεφα ζουν κάποια ξεχωριστά πλάσματα οι Αγγελούδες…


Οι Αγγελούδες είναι πολύ όμορφες κοπέλες , που φορούν πλούσια μακριά φορέματα με απαλά χρώματα, έχουν μακριά μαλλιά και στα μαλλιά τους φορούν ένα πέπλο που στερεώνεται στο κεφάλι τους σε ένα στεφάνι από μικρά πουπουλένια  σύννεφα. 

Οι Αγγελούδες είναι πολύ φίλες με τις γνωστές μας νεράϊδες και ξέρεις γιατί; Γιατί τα δικά τους ροζμωβουλί σύννεφα και μόνο αυτά βρέχουν και γεμίζουν τα ποτάμια, τα λίμνες και τη θάλασσα, εκεί όπου χορεύουν και παίρνουν το μπάνιο τους οι νεράϊδες. Και απ΄αυτό το μαγικό νερό παίρνουν τις μαγικές τους δυνάμεις και μπορούν να πετάνε και να πραγματοποιούν τις ευχές μας.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς  οι Αγγελούδες περνούσαν με τα σύννεφά τους πάνω από τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους, έβλεπαν και θαύμαζαν το χρυσάφι που άπλωνε ο ήλιος στο πέρασμά του. Φως στα άσπρα νησάκια, χρυσάφι στη θάλασσα!

-Αχ! Πόσο θάθελα να είχα ένα νησί δικό μου, κατάδικό μου, είπε η Αγγελίνα, η πιο μικρή από τις Αγγελούδες. Η Αγγελίνα είναι πολύ όμορφη. Έχει μεγάλα πράσινα μάτια , μακριά καστανά μαλλιά και φορά ένα γαλαζοπράσινο φόρεμα που κάτω κάτω έχει μια σειρά από απαλά λευκά συννεφάκια.

-Και γιατί δεν φτιάχνεις ένα; Τα είπε μια από τις αδερφές της.

-ΜΜΜ…, μ΄αρέσει πολύ αυτή η ιδέα, είπε η Αγγελίνα και βάλθηκε να συγκεντρώνει πηλό και να τον πλάθει με τα χέρια της για να του δώσει ένα σχήμα που θα της άρεσε.

Κι όταν τελικά έμεινε ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα της δουλειάς της, είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο κομμάτι γης, που είχε ψηλές κορφές ( βουνά) και χαμηλά ίσια μέρη ( πεδιάδες). Το έβαλε μέσα στη θάλασσα, ανάμεσα στα άλλα νησάκια και το καμάρωνε. Επιτέλους είχε το δικό της νησί. Ήταν πολύ περήφανη και χαρούμενη γι αυτό.

Τότε κάλεσε τις αδελφές της για να το δουν.

-Και πως θα το λέμε αυτό το ωραίο νησί σου; Ρώτησε μία από τις αδελφές της .

 -Εεεε…... Δεν ξέρω , αυτό δεν το σκέφτηκα.

-Να το λέμε Αγγελονήσι, γιατί το δημιούργησε μια Αγγελούδα, είπε μία.

-Ομορφονήσι, γιατί είναι πολύ όμορφο.

-Πηλονήσι, γιατί είναι φτιαγμένο από πηλό.

-Χι, γιατί μοιάζει με το γράμμα χι.

-Ναι , αλλά τα γύρω του νησάκια έχουν ονόματα που τελειώνουν σε ος δηλαδή  Σάμος, Ρόδος, Λέσβος, Λήμνος, Θάσος, Τήνος, Μύκονος, Πάρος, Νάξος κλπ.

-Τότε να το πούμε Χίος, είπε η Αγγελίνα! Έτσι λοιπόν η μικρή αγγελούδα έφτιαξε το δικό της νησί και του έδωσε το όνομα Χίος.

Σε λίγες μέρες η Αγγελίνα , που είχε τα γεννέθλιά της, κάλεσε όλες τις αδελφές της και τις φίλες της τις νεράιδες να γιορτάσουν όλες μαζί πάνω στο νησί της.

Κι όπως συνηθίζεται στα γενέθλια κάθε μια που ερχόταν στο νησί έφερε και από ένα πολύτιμο δώρο.

Άλλη έφερε πορτοκαλιές, άλλη λεμονιές, άλλη μανταρινιές, άλλη συκιές, άλλη αμυγδαλιές, άλλη ροδιές, άλλη τσικουδιές, άλλη κερασιές, άλλη πεύκα,            

 άλλη σπόρους για λαχανικά, άλλη σπόρους για δημητριακά, άλλη έφερε σπόρους για αγριολούλουδα,   

κι η πιο μικρή έφερε σπόρους από ένα σπάνιο λουλούδι τη λαλάδα ( που μόνο σ΄αυτό το νησί θα την έδινε)


 άλλη έφερε πεταλούδες ,

 μέλισσες, πασχαλίτσες κι άλλα έντομα, άλλη έφερε μικρά  άγρια ζωάκια ( λαγούς, χελώνες , ποντίκια, αλεπούδες, λύκους),

 άλλη έφερε μικρά ήμερα ζώα ( γάτες, σκύλους, κουνέλια, πάπιες, χήνες, κότες, κοκόρια, πρόβατα , κατσίκια), άλλη έφερε μεγάλα ήμερα ζώα ( αγελάδες, άλογα, γαϊδούρια), άλλη έφερε πουλιά ( αετούς, πέρδικες, περιστέρια, κουκουβάγιες, κοράκια, τρυγόνια, τσίχλες, γλάρους)


 άλλη έφερε βότσαλα…..ναι βότσαλα στρογγυλά,( άλλα μαύρα, άλλα άσπρα, άλλα γκρι, άλλα μικρά, άλλα μεγάλα….) και άμμο.     

Και ξαφνικά φύσηξε αέρας κι ένα κύμα σταλμένο από τη θάλασσα, όρμησε και πήρε τις πέτρες και την άμμο και μ΄αυτά τα υλικά στόλισε τις παραλίες του νησιού.  

Σ΄άλλη παραλία, έβαλε τα μαύρα βότσαλα, σ’ άλλη τα άσπρα, σ΄άλλη τα γκρι κι όσα της περίσσεψαν τα  έβαλε  ανακατεμένα σε κάποιες παραλίες.

Μα και την άμμο δεν την ξέχασε… Πασπάλισε μ΄αυτή μερικές παραλίες που από τότε χρυσίζουν κάτω από τον ήλιο


Εν τω μεταξύ ενώ οι καλεσμένες της είχαν σηκώσει τα μανίκια κι είχαν αρχίσει να φυτεύουν τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια που έφεραν, κατέφθασε τελευταία κι αργοπορημένη η πιο όμορφη νεράιδα απ΄όλες κι έφερε σκίνα.

-Ουφ, ευτυχώς σας πρόλαβα. Ξέρετε τα είχατε πάρει όλα και δυσκολεύτηκα πολύ να βρω κι εγώ ένα δώρο να φέρω. Αφήστε μου λοιπόν και μένα λίγο χώρο να φυτέψω τα δεντράκια που έφερα.

-΄Ελα εδώ προς τα νότια του νησιού έχει αρκετό χώρο!

Έτσι μπήκε κι η αργοπορημένη νεράιδα στη δουλειά και μέχρι το βράδυ το νησί της Αγγελίνας είχε αλλάξει όψη.

Μετά οι Αγγελούδες έριξαν την μαγική τους βροχή,


 από κείνα τα ροζμωβουλιά τους σύννεφα και γέμισαν τις πηγές και τα ποτάμια με νεράκι, πότισαν τα φυτά, τα δέντρα  και τα λουλούδια που φούντωσαν κι έκαναν το νησί να μοιάζει με μικρό παράδεισο .      


Είχε όμορφες παραλίες  με βότσαλα ή άμμο ή κι από τα δυο. Είχε δάση, όπου ανάμεσα στα δέντρα έτρεχαν ζώα και κελαηδούσαν πουλιά. Είχε χωράφια με δέντρα , φυτά , λουλούδια και ήρεμα ζώα να βόσκουν στην πρασινάδα.

-Είναι πολύ όμορφο το νησί σου Αγγελίνα, αλλά του λείπει κάτι, είπε μια μικρή σειρήνα που ώρες τώρα κολυμπούσε γύρω από το νησί, παρατηρώντας τις εργατικές νεράιδες φίλες της. Του λείπει μια επιγραφή που θα γράφει το όνομά του. Κι αυτό θα το αναλάβω εγώ. Θα είναι το δικό μου δώρο για τα γενέθλια σου, είπε και χάθηκε στην αγκαλιά της θάλασσας.

 

Αφού ταξίδεψε μέρες πολλές, έφτασε στην άκρη του κόσμου κι εκεί συνάντησε το ουράνιο τόξο, που εκείνη τη στιγμή, ξεκουραζόταν καθαρίζοντας τα πινέλα του.


 

-Καλώς τη μικρή μου φίλη, της είπε. Συμβαίνει κάτι σοβαρό που σ΄έφερε στα μέρη μου;

-χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, του είπε. Και με λίγα λόγια του εξήγησε την ιστορία, όπως ακριβώς εμείς την γνωρίζουμε και τι ακριβώς βοήθεια ήθελε από κείνο. Ότι δηλ. ήθελε να της φτιάξει μια τεράάάάάστια επιγραφή, όπου θα χρησιμοποιούσε όλα του τα χρώματα και μ΄όλη του της τέχνη θα έγραφε τη λέξη ΧΙΟΣ για να την βάλουν στο λιμάνι του νησιού της Αγγελίνας.

-με μεγάλη μου χαρά να  ετοιμάσω  αυτό το δώρο για την Αγγελίνα, αλλά πώς θα της το στείλω;

-Ετοίμασέ το εσύ, βάλε το προσεκτικά σ΄ένα μεγάλο  μπουκάλι, καπάκωσέ το πολύ καλά και ρίξτο στη θάλασσα. Κι εκείνη θα αναλάβει να το παραδώσει ,όταν έρθει η ώρα ,εκεί που πρέπει.

Έτσι κι έινε….

         Χ Ι Ο ΣΤο ουράνιο τόξο, δημιούργησε την πολύχρωμη επιγραφή πάνω σε ένα κομμάτι δέρμα με την λέξη ΧΙΟΣ, την έβαλε σ΄ένα μπουκάλι, το έκλεισε πολύ καλά και το έριξε στη θάλασσα. Κι εκείνη το πήρε τρυφερά στην αγκαλιά της για να το πάει στον προορισμό του. Πριν το παραδώσει όμως η μικρή σειρήνα το άνοιξε κι έβαλε κι εκείνη κάτι μέσα        .

 

 

 

 

                       ……………………………………………………………

 

 

Στο μεταξύ πίσω στο νησί η Αγγελίνα ήταν πολύ χαρούμενη

-Είναι το πιο όμορφο δώρο που μου έκαναν ποτέ στα γενέθλια μου, φώναξε η Αγγέλα. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ, είπε κι αγκάλιαζε μια μια τις φίλες της, την ώρα που τις αποχαιρετούσε.

Κι από τότε πού την έχανες, πού την εύρισκες, η Αγγελίνα έκανε βόλτες πάνω στο όμορφο νησί της. 


Κάποια μέρα όμως, που είχε κατέβει πάλι από το σύννεφό της , καθώς περπατούσε ένοιωσε ξαφνικά πως κάτι έλειπε. Ένοιωσε μια θλίψη και μια….μοναξιά. Σκέφθηκε πως είναι άδικο ένα τέτοιο όμορφο νησί να μην έχει χαρούμενα παιδιά να τρέχουν, να παίζουν και να το χαίρονται. 

Ακούμπησε λοιπόν λυπημένη στον κορμό ενός σκίνου κι άρχισε να κλαίει. Κι όπως τα δάκρυά της έσταζαν πάνω στο δεντράκι, άρχισε κι αυτό να κλαίει μαζί της και μαζί μ΄αυτό όλα τα σκίνα της περιοχής. 

 Κι όταν το δάκρυ τους στέγνωσε , έγινε διάφανο και λαμπερό σαν διαμάντι και σκορπούσε γύρω του ένα υπέροχο , μεθυστικό, διαφορετικό άρωμα.

Την άλλη μέρα ο καιρός χάλασε. Ο αέρας λυσσομανούσε και σήκωνε πελώρια κύματα στην θάλασσα. Σε ένα μικρό ξύλινο πλοίο με κουπιά και πανιά, ταξίδευε μια οικογένεια, που έφευγαν από τη χώρα τους για να γλυτώσουν από τον πόλεμο.

Κι όταν βρέθηκαν μέσα στην φουρτούνα φοβήθηκαν πολύ. Αλλά πήραν μεγάλη χαρά όταν είδαν μπροστά τους ένα νησί που θα ήταν η σωτηρία τους.  Μπήκαν λοιπόν σε μια βάρκα και κάνοντας κουπί βγήκαν στην ακτή.

Όταν συνήλθαν έκαναν μια βόλτα στο άγνωστο νησί .

-Είναι πολύ ωραίο αυτό το νησί, είπε ο πατέρας.

-Κι έχει όλα όσα χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, είπε η μητέρα.

-Άραγε πως το λένε αυτό το νησί που δεν το είχε ο χάρτης μας; Αναρωτήθηκε ο πατέρας.

Εκείνη τη στιγμή, ένα δυνατό κύμα έβγαλε ένα μπουκάλι στην ακτή.

-Πατέρα κάτι έχει μέσα αυτό το μπουκάλι, να το ανοίξω; Είπε το αγόρι.

-Ναι παιδί μου, αλλά πολύ προσεκτικά.

Κι ανοίγοντας το μπουκάλι βρήκαν δύο πράγματα. (Μπορείτε να φανταστείτε και να ζωγραφίσετε τι μπορεί να βρήκαν;)

Ακριβώς βρήκαν την πολύχρωμη επιγραφή με την λέξη ΧΙΟΣ κι ένα σημείωμα από την μικρή σειρήνα που έγραφε:

-Αγαπητοί άνθρωποι, είστε οι πρώτοι που έρχεστε σ΄αυτό το νησί και θέλω να σας πληροφορήσω ότι το νησί αυτό λέγεται……

-‘ Ελα πατέρα, μην σταματάς πώς λέγεται το νησί;

-Δεν γράφει κάτι άλλο…., ‘ίσως στο άλλο κομμάτι που είναι φτιαγμένο από δέρμα, είπε ο πατέρας και ξετύλιξε την επιγραφή διαβάζοντας ΧΙΟΣ. ΄Ετσι λοιπόν λένε το νησί μας …..ΧΙΟΣ

-Ωραίο ακούγεται, είπε η μητέρα.΄

 -Πολύ θα μου άρεσε να μέναμε εδώ είπε ο γιος της οικογένειας.

-Και γιατί δεν μένουμε; , είπε το κορίτσι.

Τόπαν και τόκαναν. Έφτιαξαν κι ένα σπίτι με τι ωραίες κοκκινωπές πέτρες που βρήκαν στα βουνά και μετά ο πατέρας έφυγε με το πλοίο για να ειδοποιήσει κι άλλους να έρθουν να μείνουν μαζί τους στο όμορφο νησί.

Και πραγματικά σε λίγο  καιρό ήρθαν κι άλλοι άνθρωποι.

Κι έφτιαξαν κι αυτοί σπίτια σπουδαία, αρχοντικά .

Και στόλισαν τις αυλές τους με όμορφα βοτσαλωτά σχέδια και μαρμάρινες στέρνες με ψάρια και νούφαρα και με τα μαγκανοπήγαδα πότιζαν τα χωράφια που τα καλλιεργούσαν και τους έδιναν πλουσιοπάροχα τους καρπούς τους για να ζήσουν.

Κι  από τα ζώα έπαιρναν το γάλα κι έφτιαχναν γιαούρτι και τυρί.

Και χρησιμοποιούσαν τα άλογα και τα γαϊδούρια για να μετακινούνται και να μετακινούν τα προϊόντα τους.

Κι έφτιαξαν βάρκες και καΐκια για να ψαρεύουν. Κι η θάλασσα γύρω από το νησί τους χάριζε πλούσιες ψαριές για να ζήσουν.


Τα λεμόνια , τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια του νησιού, ήταν εξαιρετικά  κι ήταν περιζήτητα ( μην ξεχνάμε πως τα φύτεψαν νεράιδες και Αγγελούδες) ,γι αυτό έφτιαξαν πλοία μεγάλα και δυνατά και μ΄αυτά ταξίδευαν σ΄όλη τη γη και πουλούσαν τα προϊόντα τους.

Κι έτσι έγιναν πλούσιοι και περνούσαν αυτοί καλά κι η Αγγελίνα, που τους καμάρωνε από το ροζμωβουλί σύννεφό της, καλύτερα.

Κι έστηναν γλέντια και χορούς και χόρευαν με τα δικά τους χιώτικα τραγούδια (θέλεις να τα μάθουμε και να τα χορέψουμε κι εμείς); . και γεννούσαν παιδιά και γινόταν όλο και πιο πολλοί.

 

Και τα παιδιά μεγάλωναν παίζοντας παιχνίδια ( θέλετε να παίξουμε τέτοια παιχνίδια κι εμείς;)

          Κι οι εποχές άλλαζαν φέρνοντας κάθε μια τα δικά της έθιμα ( τα χριστούγεννα με τα γλυκά , την πρωτοχρονιά με τα χιώτικα κάλαντα , τα παινέματα, τις απόκριες με το έθιμο του Αγά και την Μόστρα,  την άνοιξη με τα χελιδονίσματα, το Πάσχα με τον Λάζαρο και τον ρουκετοπόλεμο για να τους θυμίζει πως έφυγαν από την πατρίδα τους γιατί είχε αληθινό πόλεμο….., αλήθεια θέλεις να τα κάνουμε κι εμείς όλα αυτά;)

                                                        

Μέχρι που μια μέρα μια κακομούτσουνη, κακάσχημη, καμπούρα μάγισσα, η Μοχθηρή ( αυτό ήταν το μικρό της όνομα) Σεισμοτρομάρα ( το επίθετο), που ζούσε στα βάθη της γης, έτυχε ν΄ακούσει από τους καλικάτζαρους,  που κάθε Χριστούγεννα ανεβαίνουν πάνω στη γη και πειράζουν τους ανθρώπους, για το νησί της Αγγελίνας και ζήλεψε πολύ.

Αποφάσισε να το καταστρέψει γιατί κανείς δεν έπρεπε να χαίρεται ζώντας σ΄ένα όμορφο νησί , ενώ εκείνη ζούσε στα σκοτάδια της γης, επειδή φοβόταν το φως του ήλιου.

΄Ετσι λοιπόν άρχισε να βγάζει φωτιά και λάβα από το στόμα της και να κουνά πέρα – δώθε το νησί σαν λυσσασμένη. Κι ό,τι είχαν χτίσει οι άνθρωποι μέσα σε λίγα λεπτά, γκρεμίστηκε. Κι έτριβε τα χέρια της από την χαρά της, όταν είδε την καταστροφή που προκάλεσε . ( αλήθεια σας θυμίζει κάτι αυτό το γεγονός;)

Η Αγγελίνα στην αρχή τρόμαξε πολύ, όπως κι οι κάτοικοι του νησιού της. Μετά όμως ζήτησε τη βοήθεια του φίλου της του ήλιου, που γρήγορα έστειλε τις ακτίνες του και πριν προλάβει να κρυφτεί στα βάθη της γης, έπιασαν την Μοχθηρή Σεισμοτρομάρα και την έκλεισαν  σε μια φωτεινή φυλακή κάπου μακριά. Η φυλακή αυτή έχει  γύρω- γύρω κάγκελα από φως, που εκείνη φοβάται πολύ ν΄αγγίξει για να μην καεί κι αλλοίμονο μας, αν ποτέ κατορθώσει και δραπετεύσει από κει.

Κι έτσι οι άνθρωποι πάνω στο νησί ξεκίνησαν κι έφτιαξαν από την αρχή πιο γερά κι ακόμα πιο όμορφα τα νέα τους κτίρια.

Κι έφτιαξαν  νέες πόλεις και χωριά με  σπίτια που τα στόλισαν με γεωμετρικά σχέδια σε άσπρο και μαύρο.

Κι έχτισαν νερόμυλους για να αλέθουν το σιτάρι τους και να φτιάχνουν ψωμί.

Κι έφτιαξαν κάστρα και καστροχώρια για  να προφυλάσσονται από τους πειρατές που συχνά έβγαιναν στο νησί και λήστευαν και σκότωναν.

Κι έφτιαξαν βίγλες- φυλάκια σε όλο το νησί με φύλακες, που άγρυπνοι παρακολουθούσαν με τα κιάλια τους κι ειδοποιούσαν τους κατοίκους, αν κάποιο πειρατικό πλοίο πλησίαζε.


Κι έτσι οι κάτοικοι ετοιμάζονταν, τους αντιμετώπιζαν και τους έδιωχναν. 

Κι η ζωή κυλούσε σαν το νεράκι….

Μια μέρα ένας αγρότης πρόσεξε ότι οι σκίνοι του νησιού  ήταν …..διαφορετικοί.  Κι ότι από τον κορμό τους έτρεχε δάκρυ διαμαντένιο. Κάλεσε λοιπόν και τους άλλους κατοίκους του νησιού για να συζητήσουν τι θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό το δάκρυ και πώς θα έλεγαν αυτό τον σκίνο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί κανείς απ΄αυτούς ,παρόλο που είχαν ταξιδέψει σε όλη τη γη ( και ήταν λογικό γιατί τα άλλα σκίνα δεν τα φύτεψαν νεράιδες….). Ναι σκίνα υπήρχαν κι αλλού, αλλά δεν….δάκρυζαν.

-Να το πούμε διαμαντένιο δάκρυ, αυτό το δέντρο, είπε κάποιος.

-Αυτό το δέντρο είναι η τύχη μας , είπε κάποιος άλλος, γιατί ήταν στην τύχη μας , μόνο  εμείς να έχουμε τέτοιο δέντρο.

-Πώς θα σας φαινόταν να αλλάξουμε τη σειρά των λέξεων και να βγει μια νέα λέξη που θα χαρακτηρίζει αυτό το δέντρο και το ιδιαίτερο προϊόν του;

-Δηλαδή;

-Εμπρός παιδιά βοηθείστε, πώς  νομίζετε πως θα το λένε;

-ΜΑΣΤΙΧΙ , ακριβώς!

-Καλό ακούγεται, είπαν κι έφεραν επιστήμονες για να μάθουν τι θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό το υλικό.

Κι οι επιστήμονες έφτιαξαν ένα σωρό φάρμακα μ΄αυτό.

Κι οι νοικοκυρές ένα σωρό υπέροχα γλυκά και ποτά.

 


 

Και σιγά- σιγά το μαστίχι έγινε ξακουστό σ΄όλο τον κόσμο κι έκανε και το νησί γνωστό σ΄όλο τον κόσμο.

Κι η Αγγελίνα που τάβλεπε όλα αυτά από το σύννεφό της, καμάρωνε  κι ήταν πολύ περήφανη για το νησί της.

Και κάποια μαύρη μέρα μεγάλη φωτιά έκαψε το μεγάλο δάσος του νησιού. Οι άνθρωποι προσπάθησαν να το σώσουν , αλλά δεν τα κατάφεραν..

 

 Η Αγγελίνα ήταν πολύ λυπημένη, αλλά τότε σκέφτηκε και ζήτησε τη βοήθεια των αδελφών της, που έστειλαν στο νησί καινούρια δέντρα. Οι άνθρωποι με χαρά τα φύτεψαν κι οι αγγελούδες τα πότισαν με το μαγικό νερό απ΄τα ροζμωβουλί τους σύννεφα. Και σε λίγο καιρό το δάσος ξαναφούντωσε κι έδωσε πάλι τις ομορφιές του στους κατοίκους του νησιού. Κι οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι  έπρεπε να προσέχουν καλύτερα το πολύτιμο δάσος τους για να μην ξανακαεί.


Πολλές φορές  άνθρωποι κακοί ζήλεψαν κι ήρθαν με τα όπλα να κατακτήσουν το όμορφο νησί.

 Κάποιοι τα κατάφεραν, όπως παλαιότερα τα είχαν καταφέρει και κάποιοι πειρατές, αλλά μετά οι κάτοικοι του νησιού, τους έδιωξαν και συνέχισαν να ζουν μέχρι σήμερα χαρούμενοι κι ελεύθεροι να απολαμβάνουν όλες τις ομορφιές του νησιού της Αγγελίνας.

Κι έτσι ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτό το νησί στη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους, που λούζεται στο φως του ήλιου και σκορπίζει γύρω του έντονα τα αρώματα της μαστίχας και των λεμονοπορτοκαλομαντερινιών του.

Και σ΄αυτό το υπέροχο νησί, μένουμε σήμερα εμείς και χαιρόμαστε τις πολλές ομορφιές του.

Τι λέτε , θέλετε να γίνουμε εξερευνητές και να γνωρίσουμε τον τόπο μας, το νησί της Αγγελίνας;, το νησί της μαστίχας!

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2024

 




ΧΙΟΣ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ

ΤΟ ΝΗΣΙ ΜΟΥ




Έχεις κοιτάξει ποτέ τα σύννεφα στον ουρανό την ώρα που δύει ο ήλιος; Ε λοιπόν αυτά τα σύννεφα είναι διαφορετικά. Δεν είναι ούτε άσπρα, ούτε γκρί.  Αυτά τα σύννεφα έχουν χρώμα ροζμωβουλί( δηλ . έχουν ένα μαγικό χρώμα ροζ και μωβ μαζί). Σ΄αυτά λοιπόν τα ξεχωριστά σύννεφα ζουν κάποια ξεχωριστά πλάσματα οι Αγγελούδες…


Οι Αγγελούδες είναι πολύ όμορφες κοπέλες , που φορούν πλούσια μακριά φορέματα με απαλά χρώματα, έχουν μακριά μαλλιά και στα μαλλιά τους φορούν ένα πέπλο που στερεώνεται στο κεφάλι τους σε ένα στεφάνι από μικρά πουπουλένια  σύννεφα. 


Οι Αγγελούδες είναι πολύ φίλες με τις γνωστές μας νεράϊδες και ξέρεις γιατί; Γιατί τα δικά τους ροζμωβουλί σύννεφα και μόνο αυτά βρέχουν και γεμίζουν τα ποτάμια, τα λίμνες και τη θάλασσα, εκεί όπου χορεύουν και παίρνουν το μπάνιο τους οι νεράϊδες. Και απ΄αυτό το μαγικό νερό παίρνουν τις μαγικές τους δυνάμεις και μπορούν να πετάνε και να πραγματοποιούν τις ευχές μας.

Μια μέρα λοιπόν, καθώς  οι Αγγελούδες περνούσαν με τα σύννεφά τους πάνω από τη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους, έβλεπαν και θαύμαζαν το χρυσάφι που άπλωνε ο ήλιος στο πέρασμά του. Φως στα άσπρα νησάκια, χρυσάφι στη θάλασσα!

-Αχ! Πόσο θάθελα να είχα ένα νησί δικό μου, κατάδικό μου, είπε η Αγγελίνα, η πιο μικρή από τις Αγγελούδες. Η Αγγελίνα είναι πολύ όμορφη. Έχει μεγάλα πράσινα μάτια , μακριά καστανά μαλλιά και φορά ένα γαλαζοπράσινο φόρεμα που κάτω κάτω έχει μια σειρά από απαλά λευκά συννεφάκια

.

-Και γιατί δεν φτιάχνεις ένα; Τα είπε μια από τις αδερφές της.

-ΜΜΜ…, μ΄αρέσει πολύ αυτή η ιδέα, είπε η Αγγελίνα και βάλθηκε να συγκεντρώνει πηλό και να τον πλάθει με τα χέρια της για να του δώσει ένα σχήμα που θα της άρεσε.

Κι όταν τελικά έμεινε ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα της δουλειάς της, είχε δημιουργήσει ένα μεγάλο κομμάτι γης, που είχε ψηλές κορφές ( βουνά) και χαμηλά ίσια μέρη ( πεδιάδες). Το έβαλε μέσα στη θάλασσα, ανάμεσα στα άλλα νησάκια και το καμάρωνε. Επιτέλους είχε το δικό της νησί. Ήταν πολύ περήφανη και χαρούμενη γι αυτό.

Τότε κάλεσε τις αδελφές της για να το δουν.

-Και πως θα το λέμε αυτό το ωραίο νησί σου; Ρώτησε μία από τις αδελφές της .


-Εεεεε…... Δεν ξέρω , αυτό δεν το σκέφτηκα.

-Να το λέμε Αγγελονήσι, γιατί το δημιούργησε μια Αγγελούδα, είπε μία.

-Ομορφονήσι, γιατί είναι πολύ όμορφο.

-Πηλονήσι, γιατί είναι φτιαγμένο από πηλό.

-Χι, γιατί μοιάζει με το γράμμα χι.

-Ναι , αλλά τα γύρω του νησάκια έχουν ονόματα που τελειώνουν σε ος δηλαδή  Σάμος, Ρόδος, Λέσβος, Λήμνος, Θάσος, Τήνος, Μύκονος, Πάρος, Νάξος κλπ.

-Τότε να το πούμε Χίος, είπε η Αγγελίνα! Έτσι λοιπόν η μικρή αγγελούδα έφτιαξε το δικό της νησί και του έδωσε το όνομα Χίος.

Σε λίγες μέρες η Αγγελίνα , που είχε τα γεννέθλιά της, κάλεσε όλες τις αδελφές της και τις φίλες της τις νεράιδες να γιορτάσουν όλες μαζί πάνω στο νησί της.

Κι όπως συνηθίζεται στα γενέθλια κάθε μια που ερχόταν στο νησί έφερε και από ένα πολύτιμο δώρο.

Άλλη έφερε πορτοκαλιές, άλλη λεμονιές, άλλη μανταρινιές, άλλη συκιές, άλλη αμυγδαλιές, άλλη ροδιές, άλλη τσικουδιές, άλλη κερασιές, άλλη πεύκα,

              

 άλλη σπόρους για λαχανικά, άλλη σπόρους για δημητριακά, άλλη έφερε σπόρους για αγριολούλουδα

   

κι η πιο μικρή έφερε σπόρους από ένα σπάνιο λουλούδι τη λαλάδα ( που μόνο σ΄αυτό το νησί θα την έδινε)

,

 άλλη έφερε πεταλούδες ,


 μέλισσες, πασχαλίτσες κι άλλα έντομα, άλλη έφερε μικρά  άγρια ζωάκια ( λαγούς, χελώνες , ποντίκια, αλεπούδες, λύκους),


 άλλη έφερε μικρά ήμερα ζώα ( γάτες, σκύλους, κουνέλια, πάπιες, χήνες, κότες, κοκόρια, πρόβατα , κατσίκια), άλλη έφερε μεγάλα ήμερα ζώα ( αγελάδες, άλογα, γαϊδούρια),


άλλη έφερε πουλιά ( αετούς, πέρδικες, περιστέρια, κουκουβάγιες, κοράκια, τρυγόνια, τσίχλες, γλάρους)


 άλλη έφερε βότσαλα…..ναι βότσαλα στρογγυλά,( άλλα μαύρα, άλλα άσπρα, άλλα γκρι, άλλα μικρά, άλλα μεγάλα….) και άμμο.     

 

Και ξαφνικά φύσηξε αέρας κι ένα κύμα σταλμένο από τη θάλασσα, όρμησε και πήρε τις πέτρες και την άμμο και μ΄αυτά τα υλικά στόλισε τις παραλίες του νησιού.

  

Σ΄άλλη παραλία, έβαλε τα μαύρα βότσαλα, σ’ άλλη τα άσπρα, σ΄άλλη τα γκρι κι όσα της περίσσεψαν τα  έβαλε  ανακατεμένα σε κάποιες παραλίες.


Μα και την άμμο δεν την ξέχασε… Πασπάλισε μ΄αυτή μερικές παραλίες που από τότε χρυσίζουν κάτω από τον ήλιο

.

Εν τω μεταξύ ενώ οι καλεσμένες της είχαν σηκώσει τα μανίκια κι είχαν αρχίσει να φυτεύουν τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια που έφεραν, κατέφθασε τελευταία κι αργοπορημένη η πιο όμορφη νεράιδα απ΄όλες κι έφερε σκίνα.


-Ουφ, ευτυχώς σας πρόλαβα. Ξέρετε τα είχατε πάρει όλα και δυσκολεύτηκα πολύ να βρω κι εγώ ένα δώρο να φέρω. Αφήστε μου λοιπόν και μένα λίγο χώρο να φυτέψω τα δεντράκια που έφερα.


-΄Ελα εδώ προς τα νότια του νησιού έχει αρκετό χώρο!

Έτσι μπήκε κι η αργοπορημένη νεράιδα στη δουλειά και μέχρι το βράδυ το νησί της Αγγελίνας είχε αλλάξει όψη.

Μετά οι Αγγελούδες έριξαν την μαγική τους βροχή,


 από κείνα τα ροζμωβουλιά τους σύννεφα και γέμισαν τις πηγές και τα ποτάμια με νεράκι, πότισαν τα φυτά, τα δέντρα  και τα λουλούδια που φούντωσαν κι έκαναν το νησί να μοιάζει με μικρό παράδεισο .      


Είχε όμορφες παραλίες  με βότσαλα ή άμμο ή κι από τα δυο. Είχε δάση, όπου ανάμεσα στα δέντρα έτρεχαν ζώα και κελαηδούσαν πουλιά. Είχε χωράφια με δέντρα , φυτά , λουλούδια και ήρεμα ζώα να βόσκουν στην πρασινάδα.

-Είναι πολύ όμορφο το νησί σου Αγγελίνα, αλλά του λείπει κάτι, είπε μια μικρή σειρήνα που ώρες τώρα κολυμπούσε γύρω από το νησί, παρατηρώντας τις εργατικές νεράιδες φίλες της. Του λείπει μια επιγραφή που θα γράφει το όνομά του. Κι αυτό θα το αναλάβω εγώ. Θα είναι το δικό μου δώρο για τα γενέθλια σου, είπε και χάθηκε στην αγκαλιά της θάλασσας.

 

Αφού ταξίδεψε μέρες πολλές, έφτασε στην άκρη του κόσμου κι εκεί συνάντησε το ουράνιο τόξο, που εκείνη τη στιγμή, ξεκουραζόταν καθαρίζοντας τα πινέλα του.


-Καλώς τη μικρή μου φίλη, της είπε. Συμβαίνει κάτι σοβαρό που σ΄έφερε στα μέρη μου;

-χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, του είπε. Και με λίγα λόγια του εξήγησε την ιστορία, όπως ακριβώς εμείς την γνωρίζουμε και τι ακριβώς βοήθεια ήθελε από κείνο. Ότι δηλ. ήθελε να της φτιάξει μια τεράάάάάστια επιγραφή, όπου θα χρησιμοποιούσε όλα του τα χρώματα και μ΄όλη του της τέχνη θα έγραφε τη λέξη ΧΙΟΣ για να την βάλουν στο λιμάνι του νησιού της Αγγελίνας.

-με μεγάλη μου χαρά να  ετοιμάσω  αυτό το δώρο για την Αγγελίνα, αλλά πώς θα της το στείλω;

-Ετοίμασέ το εσύ, βάλε το προσεκτικά σ΄ένα μεγάλο  μπουκάλι, καπάκωσέ το πολύ καλά και ρίξτο στη θάλασσα. Κι εκείνη θα αναλάβει να το παραδώσει ,όταν έρθει η ώρα ,εκεί που πρέπει.

Έτσι κι έινε….


Το ουράνιο τόξο, δημιούργησε την πολύχρωμη επιγραφή πάνω σε ένα κομμάτι δέρμα με την λέξη ΧΙΟΣ, την έβαλε σ΄ένα μπουκάλι, το έκλεισε πολύ καλά και το έριξε στη θάλασσα. Κι εκείνη το πήρε τρυφερά στην αγκαλιά της για να το πάει στον προορισμό του. Πριν το παραδώσει όμως η μικρή σειρήνα το άνοιξε κι έβαλε κι εκείνη κάτι μέσα .

 

                        ……………………………………………………………

 

Στο μεταξύ πίσω στο νησί η Αγγελίνα ήταν πολύ χαρούμενη

-Είναι το πιο όμορφο δώρο που μου έκαναν ποτέ στα γενέθλια μου, φώναξε η Αγγέλα. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πολύ, είπε κι αγκάλιαζε μια μια τις φίλες της, την ώρα που τις αποχαιρετούσε.

Κι από τότε πού την έχανες, πού την εύρισκες, η Αγγελίνα έκανε βόλτες πάνω στο όμορφο νησί της. 


Κάποια μέρα όμως, που είχε κατέβει πάλι από το σύννεφό της , καθώς περπατούσε ένοιωσε ξαφνικά πως κάτι έλειπε. Ένοιωσε μια θλίψη και μια….μοναξιά. Σκέφθηκε πως είναι άδικο ένα τέτοιο όμορφο νησί να μην έχει χαρούμενα παιδιά να τρέχουν, να παίζουν και να το χαίρονται. 

 Ακούμπησε λοιπόν λυπημένη στον κορμό ενός σκίνου κι άρχισε να κλαίει. Κι όπως τα δάκρυά της έσταζαν πάνω στο δεντράκι, άρχισε κι αυτό να κλαίει μαζί της και μαζί μ΄αυτό όλα τα σκίνα της περιοχής. 

 Κι όταν το δάκρυ τους στέγνωσε , έγινε διάφανο και λαμπερό σαν διαμάντι και σκορπούσε γύρω του ένα υπέροχο , μεθυστικό, διαφορετικό άρωμα.

Την άλλη μέρα ο καιρός χάλασε. Ο αέρας λυσσομανούσε και σήκωνε πελώρια κύματα στην θάλασσα. Σε ένα μικρό ξύλινο πλοίο με κουπιά και πανιά, ταξίδευε μια οικογένεια, που έφευγαν από τη χώρα τους για να γλυτώσουν από τον πόλεμο.

Κι όταν βρέθηκαν μέσα στην φουρτούνα φοβήθηκαν πολύ. Αλλά πήραν μεγάλη χαρά όταν είδαν μροστά τους ένα νησί που θα ήταν η σωτηρία τους.  Μπήκαν λοιπόν σε μια βάρκα και κάνοντας κουπί βγήκαν στην ακτή.

Όταν συνήλθαν έκαναν μια βόλτα στο άγνωστο νησί .

-Είναι πολύ ωραίο αυτό το νησί, είπε ο πατέρας.

-Κι έχει όλα όσα χρειαζόμαστε για να ζήσουμε, είπε η μητέρα.

-Άραγε πως το λένε αυτό το νησί που δεν το είχε ο χάρτης μας; Αναρωτήθηκε ο πατέρας.

Εκείνη τη στιγμή, ένα δυνατό κύμα έβγαλε ένα μπουκάλι στην ακτή.


-Πατέρα κάτι έχει μέσα αυτό το μπουκάλι, να το ανοίξω; Είπε το αγόρι.

-Ναι παιδί μου, αλλά πολύ προσεκτικά.

Κι ανοίγοντας το μπουκάλι βρήκαν δύο πράγματα.

Βρήκαν  λοιπόν την πολύχρωμη επιγραφή με την λέξη ΧΙΟΣ κι ένα σημείωμα από την μικρή σειρήνα που έγραφε:

-Αγαπητοί άνθρωποι, είστε οι πρώτοι που έρχεστε σ΄αυτό το νησί και θέλω να σας πληροφορήσω ότι το νησί αυτό λέγεται……

-‘ Ελα πατέρα, μην σταματάς πώς λέγεται το νησί;

-Δεν γράφει κάτι άλλο…., ‘ίσως στο άλλο κομμάτι που είναι φτιαγμένο από δέρμα, είπε ο πατέρας και ξετύλιξε την επιγραφή διαβάζοντας ΧΙΟΣ. ΄Ετσι λοιπόν λένε το νησί μας …..ΧΙΟΣ

-Ωραίο ακούγεται, είπε η μητέρα.΄

 -Πολύ θα μου άρεσε να μέναμε εδώ είπε ο γιος της οικογένειας.

-Και γιατί δεν μένουμε; , είπε το κορίτσι.

Τόπαν και τόκαναν. Έφτιαξαν κι ένα σπίτι με τι ωραίες κοκκινωπές πέτρες που βρήκαν στα βουνά και μετά ο πατέρας έφυγε με το πλοίο για να ειδοποιήσει κι άλλους να έρθουν να μείνουν μαζί τους στο όμορφο νησί.

 

 Τ  Ε Λ Ο Σ

 

Η ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ ΤΕΛΟΣ;


 

Και πραγματικά σε λίγο  καιρό ήρθαν κι άλλοι άνθρωποι.

Κι έφτιαξαν κι αυτοί σπίτια σπουδαία, αρχοντικά .

    

 

 

Και στόλισαν τις αυλές τους με όμορφα βοτσαλωτά σχέδια και μαρμάρινες στέρνες με ψάρια και νούφαρα και με τα μαγκανοπήγαδα πότιζαν τα χωράφια 

που τα καλλιεργούσαν και τους έδιναν πλουσιοπάροχα τους καρπούς τους για να ζήσουν.

Κι  από τα ζώα έπαιρναν το γάλα κι έφτιαχναν γιαούρτι και τυρί.

 Και χρησιμοποιούσαν τα άλογα και τα γαϊδούρια για να μετακινούνται και να μετακινούν τα προϊόντα τους.


Κι έφτιαξαν βάρκες και καΐκια για να ψαρεύουν. Κι η θάλασσα γύρω από το νησί τους χάριζε πλούσιες ψαριές για να ζήσουν.

.Τα λεμόνια , τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια του νησιού, ήταν εξαιρετικά  κι ήταν περιζήτητα ( μην ξεχνάμε πως τα φύτεψαν νεράιδες και Αγγελούδες) ,γι αυτό έφτιαξαν πλοία μεγάλα και δυνατά και μ΄αυτά ταξίδευαν σ΄όλη τη γη και πουλούσαν τα προϊόντα τους.

Κι έτσι έγιναν πλούσιοι και περνούσαν αυτοί καλά κι η Αγγελίνα, που τους καμάρωνε από το ροζμωβουλί σύννεφό της, καλύτερα.

Κι έστηναν γλέντια και χορούς και χόρευαν με τα δικά τους χιώτικα τραγούδια (θέλεις να τα μάθουμε και να τα χορέψουμε κι εμείς); . και γεννούσαν παιδιά και γινόταν όλο και πιο πολλοί.

 Και τα παιδιά μεγάλωναν παίζοντας παιχνίδια

          κι οι εποχές άλλαζαν φέρνοντας κάθε μια τα δικά της έθιμα ( τα χριστούγεννα με τα γλυκά , την πρωτοχρονιά με τα χιώτικα κάλαντα , τα καραβάκια με τα παινέματα, τις απόκριες με το έθιμο του Αγά και την Μόστρα,  την άνοιξη με τα χελιδονίσματα, το Πάσχα με τον Λάζαρο και τον ρουκετοπόλεμο για να τους θυμίζει πως έφυγαν από την πατρίδα τους γιατί είχε αληθινό πόλεμο…..,

                                                          

 Μέχρι που μια μέρα μια κακομούτσουνη, κακάσχημη, καμπούρα μάγισσα, η Μοχθηρή ( αυτό ήταν το μικρό της όνομα) Σεισμοτρομάρα ( το επίθετο), που ζούσε στα βάθη της γης, έτυχε ν΄ακούσει από τους καλικάτζαρους,  που κάθε Χριστούγεννα ανεβαίνουν πάνω στη γη και πειράζουν τους ανθρώπους, για το νησί της Αγγελίνας και ζήλεψε πολύ.

Αποφάσισε να το καταστρέψει γιατί κανείς δεν έπρεπε να χαίρεται ζώντας σ΄ένα όμορφο νησί , ενώ εκείνη ζούσε στα σκοτάδια της γης, επειδή φοβόταν το φως του ήλιου.

΄Ετσι λοιπόν άρχισε να βγάζει φωτιά και λάβα από το στόμα της και να κουνά πέρα – δώθε το νησί σαν λυσσασμένη. Κι ό,τι είχαν χτίσει οι άνθρωποι μέσα σε λίγα λεπτά, γκρεμίστηκε. Κι έτριβε τα χέρια της από την χαρά της, όταν είδε την καταστροφή που προκάλεσε .

Η Αγγελίνα στην αρχή τρόμαξε πολύ, όπως κι οι κάτοικοι του νησιού της. Μετά όμως ζήτησε τη βοήθεια του φίλου της του ήλιου, που γρήγορα έστειλε τις ακτίνες του και πριν προλάβει να κρυφτεί στα βάθη της γης, έπιασαν την Μοχθηρή Σεισμοτρομάρα και την έκλεισαν  σε μια φωτεινή φυλακή κάπου μακριά. Η φυλακή αυτή έχει  γύρω- γύρω κάγκελα από φως, που εκείνη φοβάται πολύ ν΄αγγίξει για να μην καεί κι αλλοίμονο μας, αν ποτέ κατορθώσει και δραπετεύσει από κει.

Κι έτσι οι άνθρωποι πάνω στο νησί ξεκίνησαν κι έφτιαξαν από την αρχή πιο γερά κι ακόμα πιο όμορφα τα νέα τους κτίρια.

Κι έφτιαξαν  νέες πόλεις και χωριά με  σπίτια που τα στόλισαν με γεωμετρικά σχέδια σε άσπρο και μαύρο που τα λένε ξυστά.

 

 

 

Κι έχτισαν νερόμυλους για να αλέθουν το σιτάρι τους και να φτιάχνουν ψωμί.


 

Κι έφτιαξαν κάστρα

 και καστροχώρια για  να προφυλάσσονται από τους πειρατές που συχνά έβγαιναν στο νησί και λήστευαν και σκότωναν.


Κι έφτιαξαν βίγλες- φυλάκια σε όλο το νησί με φύλακες, που άγρυπνοι παρακολουθούσαν με τα κιάλια τους κι ειδοποιούσαν τους κατοίκους, αν κάποιο πειρατικό πλοίο πλησίαζε.


Κι έτσι οι κάτοικοι ετοιμάζονταν, τους αντιμετώπιζαν και τους έδιωχναν. 

Κι η ζωή κυλούσε σαν το νεράκι….

Μια μέρα ένας αγρότης πρόσεξε ότι οι σκίνοι του νησιού  ήταν …..διαφορετικοί.  Κι ότι από τον κορμό τους έτρεχε δάκρυ διαμαντένιο. Κάλεσε λοιπόν και τους άλλους κατοίκους του νησιού για να συζητήσουν τι θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό το δάκρυ και πώς θα έλεγαν αυτό τον σκίνο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί κανείς απ΄αυτούς ,παρόλο που είχαν ταξιδέψει σε όλη τη γη ( και ήταν λογικό γιατί τα άλλα σκίνα δεν τα φύτεψαν νεράιδες….). Ναι σκίνα υπήρχαν κι αλλού, αλλά δεν….δάκρυζαν.

 

 

-Να το πούμε διαμαντένιο δάκρυ, αυτό το δέντρο, είπε κάποιος.

-Αυτό το δέντρο είναι η τύχη μας , είπε κάποιος άλλος, γιατί ήταν στην τύχη μας , μόνο  εμείς να έχουμε τέτοιο δέντρο.

-Πώς θα σας φαινόταν να αλλάξουμε τη σειρά των γραμμάτων και να βγει μια νέα λέξη που θα χαρακτηρίζει αυτό το δέντρο και το ιδιαίτερο προϊόν του;

-Δηλαδή;

-Εμπρός λοιπόν βοηθείστε, πώς  νομίζετε πως θα το λένε; Πείτε πολλές φορές « ΤΥΧΗ ΜΑΣ, ΤΥΧΗ ΜΑΣ, ΤΥΧΗ ΜΑΣ…»

-ΜΑΣΤΙΧΙ , ακριβώς!


-Καλό ακούγεται, είπαν κι έφεραν επιστήμονες για να μάθουν τι θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό το υλικό.

Κι οι επιστήμονες έφτιαξαν ένα σωρό προιόντα και  φάρμακα μ΄αυτό.

Κι οι νοικοκυρές  έφτιαξαν ένα σωρό υπέροχα γλυκά και ποτά.

 


 

Και σιγά- σιγά το μαστίχι έγινε ξακουστό σ΄όλο τον κόσμο κι έκανε και το νησί γνωστό σ΄όλο τον κόσμο.

Κι η Αγγελίνα που τάβλεπε όλα αυτά από το σύννεφό της, καμάρωνε  κι ήταν πολύ περήφανη για το νησί της.

Και κάποια μαύρη μέρα μεγάλη φωτιά έκαψε το μεγάλο δάσος ,μαζί με πολλά από τα σχίνα του νησιού. Οι άνθρωποι προσπάθησαν να τα σώσουν , αλλά δεν τα κατάφεραν.

.

 

 Η Αγγελίνα ήταν πολύ λυπημένη, αλλά τότε σκέφτηκε και ζήτησε τη βοήθεια των αδελφών της, που έστειλαν στο νησί καινούρια δέντρα.

 Οι άνθρωποι με χαρά τα φύτεψαν κι οι αγγελούδες τα πότισαν με το μαγικό νερό απ΄τα ροζμωβουλί τους σύννεφα. Και σε λίγο καιρό το δάσος ξαναφούντωσε κι έδωσε πάλι τις ομορφιές του στους κατοίκους του νησιού.

  Κι οι σχίνοι μεγάλωσαν και ξανάδωσαν το λαμπερό τους δάκρυ.

Κι οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι  έπρεπε να προσέχουν καλύτερα τα πολύτιμα δέντρα  τους για να μην ξανακαούν.


Πολλές φορές  άνθρωποι κακοί , που έμαθαν για τις ομορφιές του νησιού, ζήλεψαν κι ήρθαν με τα όπλα να  το κατακτήσουν .

     

 


 Κάποιοι τα κατάφεραν, όπως παλαιότερα τα είχαν καταφέρει και κάποιοι πειρατές, αλλά μετά οι κάτοικοι του νησιού, τους έδιωξαν και συνέχισαν να ζουν μέχρι σήμερα χαρούμενοι κι ελεύθεροι να απολαμβάνουν όλες τις ομορφιές του νησιού της Αγγελίνας.

Κι έτσι ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτό το νησί στη θάλασσα του Αιγαίου Πελάγους, που λούζεται στο φως του ήλιου και σκορπίζει γύρω του έντονα τα αρώματα της μαστίχας και των λεμονοπορτοκαλομαντερινιών του.

Σ΄αυτό το υπέροχο νησί, μένουμε σήμερα εμείς και χαιρόμαστε τις πολλές χάρες και τις ομορφιές του!

Στο νησί της μαστίχας!


( Το συγκεκριμένο κείμενο υπάρχει εικονογραφημένο με φωτογραφίες απ το διαδίκτυο. Όποιος το χρειάζεται ας επικοινωνήσει μαζί μου )

 

ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΙ ΑΡΩΜΑΤΑ
ΣΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ ΤΑ ΠΕΡΒΟΛΙΑ



Ζούσε κάποτε στον κάμπο με τις λεμονο-πορτοκαλιές, ένας πλούσιος άρχοντας με την οικογένειά του.
Το σπίτι ήταν χτισμένο  δεξιά , στην είσοδο του μεγάλου κτήματος όπου έμπαινες από μια μεγάλη σιδερένια πόρτα με το οικόσημο της οικογένειας που ήταν ένας γυπαετός.

Πίσω από την πόρτα η αυλή ήταν στρωμένη με άσπρα και μαύρα βότσαλα σε υπέροχα βοτσαλωτά σχέδια.

Αριστερά ήταν και ο μάγκανος που έδινε νερό στην μαρμάρινη στέρνα. Το νερό κυλούσε από την στέρνα κι έφτανε στο περιβόλι για να ποτίσει τα δέντρα.

Εκεί δίπλα ήταν κι ο μεγάλος λαχανόκηπος που φύτευαν λαχανικά, ανάλογα με την εποχή, για τις ανάγκες του σπιτιού.

Στο κτήμα εκτός από λεμονιές και πορτοκαλιές, είχε συκιές,
αμυγδαλιές, ροδιές και πιο μέσα έναν μεγάλο ελαιώνα που έμοιαζε σαν ασημένια θάλασσα κάτω από τον ήλιο.

Την είσοδο του περιβολιού, στόλιζαν τριανταφυλλιές, γιασεμιά, αγιόκλημα και λογής, λογής πολύχρωμα λουλούδια.

Μια εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα οδηγούσε στο επάνω πάτωμα του αρχοντικού, όπου έμενε το ζευγάρι.

Στο κάτω πάτωμα του σπιτιού ήταν η κουζίνα, το πλυσταριό, η αποθήκη και ο χώρος που έμενε το προσωπικό. Χρειαζόταν άνθρωποι για να κάνουν τις δουλειές του σπιτιού και να φροντίζουν το περιβόλι, κι αυτοί ήταν ένα
ζευγάρι, άξιοι άνθρωποι και προκομμένοι. Η γυναίκα φρόντιζε όλο το σπιτικό κι έφτιαχνε όμορφα φαγητά, γλυκά του κουταλιού και
ποτά από όλα τα καλούδια που έβγαζε το κτήμα ενώ ο άντρας φρόντιζε το περιβόλι.

Λίγο πιο πέρα ήταν οι στάβλοι όπου έμεναν τα καθαρόαιμα άλογα και το υποστατικό όπου έβαζαν την άμαξα για τις μετακινήσεις τους.

Το καλοκαίρι που παντρεύτηκαν οι άρχοντες, το ζευγάρι των εργατών απόκτησε το πρώτο και μονάκριβο του παιδί. Ήταν ένα
όμορφο αφράτο αγόρι με μάτια μελιά που όλο γελούσε κι η μανούλα του το νανούριζε κουνώντας μια πάνινη κούνια που έφτιαξαν ανάμεσα στα κλαδιά μιας συκιάς.

-Πάρε το ύπνε το παιδί,
κι άμε το στα περβόλια.
Γέμισε τα στηθάκια του,
γαρύφαλλα και ρόδα.
Κοιμήσου εσύ , μωράκι μου,
σε κούνια καρυδένια,
σε ρουχαλάκια κεντητά
και μαργαριταρένια.
Κοιμήσου με τη ζάχαρη,
κοιμήσου με το μέλι
και νίψου με το ανθόνερο,
που νίβονται οι αγγέλοι.

Κι εκείνο κοιμόταν ήρεμο κι ονειρευόταν……
Πέρασαν χρόνια μέχρι να αποκτήσει και το ζευγάρι των αρχόντων το πολυπόθητο παιδί τους.
Μια ανοιξιάτικη μέρα η αρχόντισσα γέννησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι που είχε μενεξεδιά μάτια και ξανθά μαλάκια κι όταν γελούσε τα
μαγουλάκια του έκαναν λακάκια.  Ήταν σαν μια μικρή νεράιδα. Ο άρχοντας ξετρελάθηκε με την μοναχοκόρη του. Πού τον έχανες, πού τον
έβρισκες ήταν συνεχώς πάνω από το στολισμένο κρεβατάκι της μονάκριβης του.

Κι η μητέρα της μικρούλας την νανούριζε…..

Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,
Στην Βενετιά τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου…..

Η Ανθή (έτσι έλεγαν το κοριτσάκι) κατέβαινε στην αυλή κι έπαιζε παιχνίδια με τον Λιοντή (το γιο του επιστάτη) κι εκείνος της μάθαινε ένα σωρό πράγματα
για τα λουλούδια, τα έντομα, τα δέντρα, τα πουλιά και τα ζώα που είχαν στο περιβόλι.

Ο Λιοντής πήγαινε σχολείο και μετά βοηθούσε τον πατέρα του. Μέρα με τη μέρα μάθαινε όλα τα μυστικά της δουλειάς του γεωργού. Έτσι έμαθε να διαβάζει τα σημάδια του καιρού, και πότε έπρεπε να γίνει κάθε δουλειά στο κτήμα. Ήταν πάντα ένα πρόθυμο κι εργατικό παιδί.

Κι ο χρόνος  ήρεμα κυλούσε  …
Τα παιδιά ξυπνούσαν με το γλυκό κελάηδημα των πουλιών και μεγάλωναν μέσα στ΄αρώματα και στα χρώματα του περιβολιού.

Ο μικρός Λιοντής ονειρευόταν να γίνει μια μέρα μεγάλος και τρανός, γιατί γρήγορα κατάλαβε ότι η καρδιά του, η ζωή του όλη ανήκε
στην Ανθή. Και μόνο αν γινόταν ένας πλούσιος άρχοντας θα μπορούσε να την ζητήσει από τον πατέρα της.

Η μικρή Ανθή ξετρελαινόταν με τα παιχνίδια και τα αστεία του Λιοντή.

Τα παιδιά μεγάλωναν αλλά αυτή η συναναστροφή δεν άρεσε καθόλου στον πατέρα της Ανθής, που έδωσε εντολή να μην μπαίνει στην
αυλή ο Λιοντής όταν κατέβαινε να παίξει η Ανθή.

Ο Λιοντής στεναχωρήθηκε, αλλά έπρεπε να υπακούσει στην εντολή του αφέντη. Κι έτσι όταν η μικρή κατέβαινε να παίξει εκείνος κρυβόταν πίσω από τον κορμό μιας μεγάλης συκιάς για να την βλέπει. Κάποια στιγμή, έβγαινε
κρυφά και της έδινε ένα τριαντάφυλλο.

Η Ανθή στην αρχή δεν καταλάβαινε γιατί δεν ερχόταν ο φίλος της να παίξουν. Ρώτησε όμως την μητέρα της κι εκείνη της είπε απλά ότι «δεν είναι πρέπον».

-Τι είναι αυτό το πρέπον μανούλα; Έκανε κάτι κακό ο Λιοντής;
-Όχι παιδί μου, αλλά δεν είναι σωστό να παίζετε μαζί εσύ η κόρη του άρχοντα με τον γιο του επιστάτη.
-Και γιατί δεν είναι σωστό;
-Γιατί δεν είναι…
απάντησε η μητέρα της που δεν είχε τι άλλο να της πει.


Κι ο χρόνος κυλούσε σαν το γάργαρο νεράκι…
Ο Λιοντής έγινε ένας ψηλός λεβέντης κι η Ανθή όμορφη σαν νεράιδα. Τότε ήταν που ο πατέρας της αποφάσισε να την παντρέψει και διάλεξε γι άντρα της τον πιο πλούσιο του κάμπου.

Σαν τόπε στην Ανθή, εκείνη έβαλε τα κλάματα.

Δεν ήθελε να παντρευτεί ακόμα γιατί ήταν μικρή, του είπε. Όμως εκείνη
ήξερε πως αγαπούσε τον Λιοντή και μόνο αυτόν θα παντρευόταν.

Σαν το ΄μαθε ο Λιοντής πήγε να πεθάνει. Αποφάσισε όμως να φύγει. Να μπει σ’ ένα καράβι και να φύγει. Πριν φύγει όμως της έστειλε ένα μήνυμα μ’ ένα περιστέρι.

Η Ανθή ξαφνιάστηκε σαν είδε το περιστέρι στο παραθύρι της, αλλά σαν
διάβασε το μήνυμα καταχάρηκε. Ο Λιοντής της ζητούσε να την συναντήσει το βράδυ στην άκρη του περιβολιού στη μαρμαρένια βρύση.

Έτσι όταν όλοι κοιμήθηκαν η Ανθή κι ο Λιοντής συναντήθηκαν κάτω απ’ το φως του φεγγαριού.

Ο Λιοντής της είπε:
-Ανθή θέλω να σε αποχαιρετήσω γιατί θα φύγω μακριά για πολύ καιρό, ίσως και για πάντα.
-Κι εγώ πώς θα ζήσω μακριά σου;
-Μα εσύ θα παντρευτείς τον άντρα που διάλεξε ο πατέρας σου. Έτσι γίνεται...
-Κι αν εγώ θέλω να παντρευτώ εσένα;
-Κι εγώ το θέλω, αλλά δεν είναι πρέπον
… έτσι μου είπε η μάνα μου.
-Μα εγώ από μικρό κορίτσι εσένα αγαπάω, εσένα ξεχώρισα κι εσένα θέλω γι άντρα μου.
-Κι εγώ σ’αγαπάω, αλλά αυτό δεν μπορεί
να γίνει. Εσύ είσαι η κόρη του άρχοντα κι εγώ ο γιος του επιστάτη ... πρέπει να φύγω να δουλέψω στα καράβια. Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω.

-Θα σε περιμένω για όσο κι αν χρειαστεί, είπε κι έφυγε κλαίγοντας.

Όμως τα δυο παιδιά δεν ήταν μόνα τους στο περιβόλι. Εκείνη την στιγμή είχε βγει να σεργιανίσει η θεά Δήμητρα και τα άκουσε όλα. Κι όταν είδε τον Λιοντή, δυο μέτρα παλικάρι να κλαίει, τον πλησίασε και του είπε:

-Μη στεναχωριέσαι κι όλα θα τακτοποιηθούν.

Ο Λιοντής κατατρόμαξε. Είχε ακούσει για ξωτικά, για αγγελούδες κι άλλα τέτοια πλάσματα και σκιάχτηκε.

Ξαφνικά όπως ήρθε, εξαφανίστηκε «η κυρά» από μπροστά του.

Την άλλη μέρα κάτι δεν πήγαινε καλά στο περιβόλι. Μια περίεργη αρρώστια απειλούσε φυτά και δέντρα που το ένα μετά το άλλο άρχισαν να ξεραίνονται.

Ο Επιστάτης ειδοποίησε τον άρχοντα για το ανεξήγητο κακό κι αυτό φώναξε αμέσως ειδικούς ανθρώπους που ήξεραν πολλά για τα δέντρα για να αντιμετωπίσουν την ζημιά. Το περίεργο όμως ήταν πως κανένα από τα  διπλανά περιβόλια δεν είχε πρόβλημα. Δοκίμασαν λοιπόν διάφορα φάρμακα και ματζούνια μα τα δέντρα συνέχισαν να ξεραίνονται. Αυτό ήταν μεγάλη καταστροφή! Ο άρχοντας δεν ήξερε τι να κάνει...

Είπε λοιπόν πως όποιος κατάφερνε να σώσει το περιβόλι του θα γινόταν γαμπρός του και θα παντρευόταν την μονάκριβη θυγατέρα του.

Εκείνο το βράδυ επισκέφτηκε η θεά Δήμητρα τον Λιοντή (στον ύπνο του για να μην τον τρομάξει πάλι) και του άφησε ένα κανάτι με μαγικό νερό.

 «Λίγες σταγόνες απ’ αυτό θα ρίξεις στη ρίζα κάθε δέντρου κι αυτό θα ξαναζωντανέψει. Μη φοβάσαι ότι θα τελειώσει. Είναι μαγικό και δεν τελειώνει ποτέ», του ψιθύρισε.

Όταν ξύπνησε ο Λιοντής δεν πίστευε στα μάτια του. Νόμιζε πως είχε δει στον ύπνο του την κυρά, αλλά δίπλα του είδε το κανάτι με το μαγικό νερό. Το πήρε και κατέβηκε γρήγορα στο περιβόλι. Πρώτη πότισε την κόκκινη τριανταφυλλιά που αμέσως ζωντάνεψε και γέμισε μοσχομυριστά τριαντάφυλλα.

Μετά πότισε μια λεμονιά, μια πορτοκαλιά, μια συκιά, μια ροδιά, μια αμυγδαλιά, μια ελιά κι όλα τα δέντρα άνθισαν και σκόρπισαν γύρω
τους μεθυστικές μυρωδιές, σαν να ξαναγεννήθηκαν.

Τότε πήγε στον άρχοντα και του είπε πως μπορούσε να βοηθήσει. Κι εκείνος που δεν είχε άλλη λύση δέχτηκε τη βοήθεια του Λιοντή.

Το παλικάρι  δούλεψε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ποτίζοντας με το μαγικό νερό «της κυράς» όλα τα δένδρα και τα φυτά περιβολιού.

Κι όταν το περιβόλι έγινε καλύτερο απ΄ό,τι ήταν πριν ο Λιοντής πλύθηκε, ντύθηκε και πήγε στον άρχοντα να ζητήσει το χέρι της Ανθής.

Ο άρχοντας όμως, που δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα έδινε την μονάκριβή του στο γιο του επιστάτη του, είπε:

-Το καλό που σου θέλω είναι να φύγεις γρήγορα από δω και να μην σε ξαναδώ. Ντρόπιασες τα γονικά σου μ’ αυτό που έκανες.

-Μα δεν έκανα τίποτα. Εγώ μόνο καλό έκανα και σας βοήθησα να μην χάσετε το περιβόλι σας.
-Και ποιος έριξε την αρρώστια στα δέντρα και τα φυτά μου;

-Δεν ξέρω..
-Εσύ το έκανες! Να φύγεις αμέσως από δω. Θα διώξω και τους γονείς σου από το κτήμα μου. Η κόρη μου δεν είναι για σένα
.

Ο Λιοντής μπάρκαρε στο πρώτο πλοίο που βρήκε κι έφυγε, ενώ οι γονείς του έφυγαν από το κτήμα κι έψαχναν δουλειά και σπίτι για να μείνουν.

Η Ανθή στεναχωρήθηκε πολύ. Ο πατέρας της, που τόσο τον αγαπούσε, ήταν άδικος. Ο Λιοντής δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Από τότε δεν ξαναμίλησε και δεν ξαναβγήκε από το σπίτι. Κατέβαινε μόνο κι έκανε βόλτες στο
περιβόλι κι έκλαιγε.

Πολλά παλικάρια που ήθελαν την Ανθή για την ομορφιά και την ζηλευτή προίκα της, ζήτησαν να την παντρευτούν αλλά εκείνη δεν ήθελε κανέναν.

Εν τω μεταξύ ο Λιοντής αφού δούλεψε σκληρά μερικά  χρόνια, μάζεψε αρκετά χρήματα, επέστρεψε στο νησί κι αγόρασε στους γονείς του ένα χωραφάκι που
είχε ένα μικρό σπίτι κι ένα πηγάδι για νερό.

Έμαθε τα νέα για την αγαπημένη του κι αποφάσισε να την συναντήσει στο ίδιο σημείο του περιβολιού. Έτσι πάλι με τον ίδιο τρόπο της έστειλε μήνυμα και το βράδυ εκείνος πήδησε τον πέτρινο  μαντρότοιχο και συναντήθηκαν πάλι.
Τότε για πρώτη φορά, μετά από χρόνια, μίλησε η Ανθή για να του πει «σ’αγαπώ!».

-Τώρα είμαι εγώ εδώ και μη φοβάσαι. Κάτι θα σκεφτώ για να είμαστε μαζί. Της είπε και την αγκάλιασε.

Το βράδυ η θεά Δήμητρα, που τα είδε όλα αυτά, ήρθε πάλι στον ύπνο του και του είπε:

«Επειδή είσαι τίμιο και άξιο παλικάρι θα σου αποκαλύψω ένα μυστικό. Σκάψε  γύρω από τον πλάτανο που είναι κοντά στο πηγάδι του χωραφιού σου. Ό,τι βρεις να είναι εκεί κρυμμένο, είναι από πειρατές, από τα πολύ παλιά χρόνια και τώρα θα γίνει δικό σου».

Ο Λιοντής ξύπνησε παραξενεμένος για το όνειρο που είχε δει, αλλά και την άλλη φορά αυτή η κυρά τον είχε βοηθήσει γι αυτό την εμπιστεύτηκε.  Την άλλη μέρα πήγε κι έσκαψε εκεί που του είχε πει «η κυρά» και βρήκε ένα μπαουλάκι γεμάτο χρυσά νομίσματα. Τώρα ήταν πια κι αυτός πλούσιος και θα μπορούσε να πάρει γυναίκα του την Ανθή και να μην τους λείψει τίποτα.

Αγόρασε λοιπόν ένα όμορφο αρχοντικό σπίτι με κτήμα και το ετοίμασε για να μείνει εκεί με την αγαπημένη του.

Αποφάσισε τότε να συναντήσει τον πατέρα της Ανθής να την ζητήσει για γυναίκα του, αλλά αυτός δεν καταδέχτηκε ούτε να τον δει.

Τα δυο παιδιά συνέχιζαν να συναντιούνται κρυφά τα βράδια. Κι όταν της είπε για την νέα άρνηση του πατέρα της, αποφάσισαν να παντρευτούν κρυφά σ’ ένα ξωκλήσι.

Τη βραδιά του γάμου τους, καθώς επέστρεφαν με την νυφοστόλιστη άμαξα στο αρχοντικό τους, είδαν μια σκιά να αφήνει στην πόρτα τους ένα μικρό δεντράκι που όμοιό του δεν είχαν ξαναδεί και να χάνεται στο κτήμα

«Δώρο από μένα για την αγάπη σααααας.

 Είναι μια μανταρινιάαααα.

 Ένα δέντρο που κανένα περιβόλι δεν έχει μέχρι σήμερα στον Κάμποοοο»
ακούστηκε  σαν ηχώ στον αέρα η γνωστή φωνή της «κυράς».

Ο Λιοντής φύτεψε με τα ίδια του τα χέρια το δέντρο που σε λίγο καιρό έδωσε τους μυρωδάτους πορτοκαλόχρωμους μικρούς καρπούς του και πλημύρισε
το κτήμα μ’ αυτό το νέο εσπεριδοειδές.

Ο πατέρας της Ανθής σαν έμαθε για το καινούριο τούτο προϊόν, μετάνιωσε που φέρθηκε τόσο άσχημα κι αδίκησε αυτό το άξιο παλικάρι κι επισκέφτηκε το σπίτι του Λιοντή και της Ανθής για να ζητήσει συγγνώμη και
να γνωρίσει τα δίδυμα εγγονάκια του, που γεννήθηκαν από το γάμο των δύο των παιδιών.

Κι από τότε μόνο η αγάπη κι η χαρά πλημυρίζουν το σπιτικό και το περβόλι τους στον κάμπο, καθώς κάθε μέρα ζουν κι απολαμβάνουν όλοι μαζί τις ομορφιές του!

ΤΕΛΟΣ

 

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...