Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

 

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ,

 ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ




Φωτιά! Καίγεται το δάσος! Τρέξτε να σωθείτε!!!!! Ακούστηκαν φωνές ξαφνικά, σπάζοντας την ηρεμία και την γαλήνη του δάσους.

΄Ολοι , ζώα, πουλιά και έντομα έτρεχαν να σωθούν από την μανία της φωτιάς. Μαζί με όλους, τρομαγμένος, πετούσε δεξιά κι αριστερά , προσπαθώντας να σωθεί κι ο κότσυφας.

Ίου, Ίου…., ακούστηκε κι εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα της πυροσβεστικής και πολλοί άνθρωποι ( άλλοι ήταν πυροσβέστες, άλλοι ήταν απλοί άνθρωποι σαν και μας) ξεχύθηκαν στο δάσος και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά..

Αφού πάλευαν πολλές ώρες, κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά, όμως το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Τα δέντρα ήταν καμένα ,χορταράκι δεν υπήρχε πουθενά, λουλουδάκι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.

 Εκεί που κάποτε ήταν ένα πανέμορφο δάσος που ζούσαν τόσα ζώα, που κελαηδούσαν τόσα πουλιά, που το στόλιζαν τόσα πολύχρωμα λουλούδια  τώρα έβλεπες παντού μαυρίλα και εικόνες καταστροφής.

Ο Κότσυφας δεν άντεχε να το βλέπει κι έφυγε μακριά. Πήγε στην πόλη, έφτιαξε πρόχειρα μια φωλιά σ΄ένα παλιό εγκατελειμένο σπίτι κι εκεί η κοτσυφίνα του γέννησε τα αυγά, απ΄όπου βγήκαν τα μικρά κοτσυφόπουλα τους.

Όμως ο κότσυφας δεν άντεχε τη ζωή στην πόλη και συχνά σκεπτόταν  τον καθαρό αέρα και το πόσο όμορφα περνούσε στο όμορφο δάσος του.

 Και μια μέρα που τον είχε πιάσει ένας δυνατός βήχας από τα καυσαέρια στην πόλη, αποφάσισε να επιστρέψει με την οικογένειά του πίσω στο δάσος.

Στο δρόμο , καθώς πετούσαν προς τα κει, είδε τον Χάρη τον βάτραχο να κλαίει στην όχθη του ποταμού.

-Πετάχτηκα να κάνω παρέα στην καημένη τη χελώνα που δεν είναι καθόλου καλά, γιατί όπως είπε ο γιατρός τα λαχανόφυλλα που έφαγε είχαν πάνω τους φυτοφάρμακα. Κι έμεινα εκεί λίγο καιρό μέχρι να νοιώσει καλύτερα. Καθώς επέστρεφα κόντεψε να με πατήσει ένα αυτοκίνητο. Και τώρα ψάχνω το ποταμάκι μου με το γάργαρο νεράκι και δεν το βρίσκω. Μόνο σκουπίδια έχει εδώ πέρα.

-Ακολούθησέ μας στο καμένο δάσος να δούμε τι μπορεί να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε, του είπε ο κότσυφας.

Πετώντας  είδε  πιο κάτω τον Μίμη τον λαγό να έχει πιαστεί σ΄ένα δόκανο  και να κλαίει γιατί πονούσε πολύ

-΄Ετρεχα πολύ βιαστικός να ειδοποιήσω κάποιον να έρθει να βοηθήσει τον καημένο τον αετό, που τον χτύπησε κάποιος κυνηγός κι έχει σπάσει τη φτερούγα του, δεν πρόσεξα και πιάστηκα στο δόκανο. Κάνε κάτι σε παρακαλώ να με βοηθήσεις.

-Θα πάω στο δάσος να συζητήσω με τους φίλους μου και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε.

-Κάνε γρήγορα όμως γιατί πονάω.

Ο Κότσυφας συνέχισε να πετάει κι είδε πολλά μικρά και μεγαλύτερα ζωάκια κι έντομα, να ακολουθούν το μονοπάτι που οδηγούσε στο καμένο δάσος .

Φαίνεται πως κι άλλοι επιστρέφουν, σκέφτηκε.

Όμως, όταν πήγε πιο κοντά και κοίταξε πιο προσεκτικά είδε ότι δεν ήταν κανείς από τους φίλους του.

-Ει… που πάτε όλοι εσείς;

-Πάμε να βρούμε ένα δάσος για να μείνουμε γιατί στο δικό μας ήρθαν αρχικά οι ξυλοκόποι κι άρχισαν να κόβουν τα δέντρα μας για να φτιάξουν λέει χαρτί , έπιπλα κι άλλα ξύλινα είδη και μετά μπήκαν μπουλντόζες που μούγκριζαν  κι εμείς δεν είχαμε πια φωλιές για να μείνουμε κι έτσι φύγαμε, είπε μια αλεπουδίτσα.

-Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε το φίλο μας τον Μίμη τον λαγό να ελευθερωθεί από το δόκανο;

-Πάω εγώ λέει μια αρκουδίτσα, που ξέρω από αυτά. Κι επιστρέφω να ζήσουμε όλοι μαζί στο δάσος.

-Εδώ όμως το δάσος είναι καμένο. Δεν έχει καθόλου δέντρα και λουλούδια..

-Έχει εμένα ,είπε μια άσπρη παπαρούνα.

-Και τι λουλούδι είσαι εσύ;

-Παπαρούνα.

-Μα οι παπαρούνες είναι κόκκινες….

-Όταν είναι χαρούμενες. Όταν είναι λυπημένες είναι άσπρες.

- Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ξαναζωντανέψει το δάσος.

-Ναι αλλά ποιο τρόπο. Εμείς είμαστε ζωάκια τι μπορούμε να κάνουμε;

-Το βρήκα! Λέει ο κότσυφας . Θα μας βοηθήσουν τα παιδιά

Που ακούν την ιστορία μας. Τα παιδιά έχουν καθαρή καρδιά και σκέπτονται όμορφα πράγματα γιατί είναι πολύ έξυπνα.

Κι επίσης θα μας βρουν τρόπους να προστατέψουμε το δάσος, που  με τα δέντρα του χαρίζει σε όλους μας οξυγόνο και τρόπους για να γίνει όλων μας η ζωή καλύτερη πάνω στον όμορφο πλανήτη μας .

Τι λέτε λοιπόν , πώς μπορείτε να βοηθήσετε για να γίνει η γη μας ένας μικρός παράδεισος;  

1. ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΕ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ

2. ΝΑ ΛΥΣΟΥΜΕ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΖΛ.

3.. ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΑΔΕΣ ( ΔΕΝΤΡΑ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΕΝΤΟΜΑ, ΖΩΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ Ν ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ.

 Η ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ
 

 

΄Ηταν  μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα όταν η μικρή χρυσαλίδα άνοιξε σιγά-σιγά το κουκούλι της κι από κει βγήκε μια άσπρη πεταλουδίτσα.

Η πεταλουδίτσα τέντωσε τα φτερά της να στεγνώσουν στον ήλιο και κοίταξε γύρω της. Πόση ομορφιά!

Τότε άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα κόκκινο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  κόκκινο λουλουδάκι (νομίζω ότι ήταν παπαρούνα).

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα κίτρινο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  κίτρινο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια κίτρινη μαργαρίτα)

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα γαλάζιο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το γαλάζιο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια γαλάζια καμπανούλα) Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

 

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα πορτοκαλί λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  πορτοκαλί λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα πορτοκαλί κρινάκι) Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα μωβ λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  μωβ λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα μωβ ζουμπούλι)

 Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα ροζ λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  ροζ λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν μια ροζ ανεμώνη)

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα άσπρο λουλουδάκι.

-Μπορώ να καθίσω στα πέταλά σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το άσπρο λουλουδάκι ( νομίζω πως ήταν ένα άσπρο γιασεμί)

 Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Εκεί που πετούσε δίψασε πολύ και κατέβηκε κοντά σ΄ένα πράσινο χορταράκι.

-Μπορώ να καθίσω πάνω σου να ξεκουραστώ και να ξεδιψάσω λίγο με τους χυμούς στο; Το ρώτησε.

-Ναι απάντησε το  πράσινο χορταράκι.

 

Αφού ξεδίψασε και ξεκουράστηκε αρκετά η πεταλουδίτσα άνοιξε τα φτερά της, κούνησε τις κεραίες και πέταξε πάλι ψηλά!

Καθώς πετούσε λοιπόν η πεταλουδίτσα έφτασε πάνω από ένα ποταμάκι κι όπως καθρεφτίστηκε στα νερά του, είδε πως τα φτερά της είχαν πάρει χρώμα απ’ όλα τα λουλούδια και το χορταράκι που κάθισε κι είχαν όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Είχε γίνει στ΄αλήθεια μια πολύχρωμη κα πανέμορφη πεταλούδα!

 

 

 ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΛΑΣ ΚΑΡΕΤΟΥΛΑΣ




΄Ηταν ένα ζεστό πρωινό του Μάη, όταν η μικρή χελωνίτσα καρέτα-καρέτα, ένοιωσε πως δεν χωρούσε πια στο στρογγυλό άσπρο σπιτάκι που την φιλοξενούσε  εδώ και δυο μήνες , άσε πια που η ζέστη είχε γίνει αφόρητη.

΄Ετσι πήρε κουράγιο και με όλη της τη δύναμη έπεσε πάνω στα τοιχώματα του που μ΄ένα κρακκκκ έσπασαν κι εκείνη βγήκε κι ανάσανε καθαρό αέρα        και θαμπώθηκε από το φως του ήλιου. Όταν συνήθισε αυτό το λαμπερό φως είδε πως ήταν σ΄ένα πολύ όμορφο , ζεστό μέρος και περπατούσε πάνω σε μια χρυσαφένια σκόνη, ενώ γύρω της ήταν κα΄τι μικρά καφέ πλασματάκια που της χαμογελούσαν.

-Καλώς ήρθε αδελφούλα ! της είπε ένα απ΄αυτά.

-΄Αργησες λίγο, αλλά τα κατάφερες, της είπε ένα άλλο.

- Εγώ… τι… δηλαδή; Είπε δειλά το χελωνάκι.

-Τι δεν ξέρεις; Είσαι ένα μικρό χελωνάκι σαν εμάς,! κι είμαστε όλα μαζί αδελφάκια!

-Δηλαδή είμαι…χελωνάκι;

-Ναι, ναι, είσαι ένα αδελφάκι μας!

-Και τώρα τι πρέπει να κάνω;

-Ακολούθησέ μας. Θα πάμε να συναντήσουμε τη θάλασσα. Εκεί θα είναι κι η μαμά μας . Αλλά πρώτα πρέπει να σου δώσουμε ένα όνομα. Μμμμ… πως σου φαίνεται να σε λέμε Αρετούλα η καρετούλα μιας κι είσαι η πιο μικρούλα;

-Μ΄αρέσει πολύ, σας ευχαριστώ.

Κι έτσι τα χελωνάκια ξεκίνησαν για την θάλασσα. Περπατούσαν, περπατούσαν πάνω στη ζεστή άμμο της παραλίας κι η Αρετούλα άρχισε να κουράζεται και σταμάτησε να ξεκουραστεί λίγο.

-Ει Αρετούλα, μην σταματάς! Θα χαθούμε. ΄Αλλωστε να κοίτα κοντεύουμε, άκου το κύμα της θάλασσας που μας προσκαλεί να παίξουμε μαζί του.

-Αυτό το απέραντο γαλάζιο που κάνει πλαφ πλαφ είναι η θάλασσα;

-Ναι  και προχώρα γρήγορα να την χαρούμε…

Τα χελωνάκια άρχισαν να μπαίνουν στο νερό, να πλατσουρίζουν και γρήγορα έμαθαν να κολυμπούν σαν τον καλύτερο κολυμβητή.

Η Αρετούλα φοβόταν να μπει μόνο καθόταν και θαύμαζε την ομορφιά της  καθαρής παραλίας που απλωνόταν γύρω της.

-΄Ελα Αρετούλα, χάνεις, είναι υπέροχα, της φώναξε μια από τις αδελφούλες της.

-Σε λίγο….

-΄Ελα γρήγορα να συνηθίσεις, γιατί πρέπει να ετοιμαστούμε για το μεγάλο ταξίδι.

-Πεινάω….

-Τότε πέσε στη θάλασσα και θα βρει μπόλικα φύκια και μικρά ψαράκια για να χορτάσεις!

΄Ετσι η Αρετούλα πήρε θάρρος ,κι έπεσε στο νερό. Στην αρχή της φάνηκε κρύο, αλλά μετά το συνήθισε και της άρεσε. Γρήγορα έμαθε κι εκείνη να επιπλέει και να κολυμπά και να κάνει βουτιές για να βρει φύκια και μικρά ψαράκια για να φάει.

Αφού δυνάμωσαν αρκετά τα χελωνάκια, ήρθε κι η μαμά τους από μακριά για να τα συμβουλεύει και να τα οδηγήσει στο πρώτο τους μεγάλο ταξίδι σε άλλα μέρη , όπου θα εύρισκαν πλούσια τροφή. Βέβαια σε λίγα χρόνια θα επιστρέψουν σ΄αυτή τη μαγευτική , καθαρή, αμμουδένια παραλία για να γεννήσουν μέσα στη φωλιά τους πολλά μικρά αυγουλάκια,  απ΄όπου θα βγουν  πάλι τα νέα μικρά χελωνάκια.

΄Ετσι ξεκίνησαν ,μπροστά η μαμά και πίσω της τα μικρά χελωνάκια της. Όταν κουραζόταν, έβγαιναν σε κάποια παραλία να ξεκουραστούν και μετά να συνεχίσουν πάλι το ταξίδι τους.

Η μαμά χελώνα, τους μάθαινε ένα σωρό πράγματα:

-Προσέχετε, τους έλεγε, μην πηγαίνετε πολύ κοντά σε πλοία γιατί μπορεί να πληγωθείτε από την προπέλα τους.

-Μην πηγαίνετε πολύ κοντά σε ψαροκάικα γιατί μπορεί να μπλεχτείτε στα δίχτυα τους.

- Προσέχετε να είστε μακριά από τους ανθρώπους γιατί κάποιοι ανόητοι, ρίχνουν δυναμίτη στο βυθό και μας σκοτώνουν

-Αν συναντήσετε ένα πολύ μεγάλο ψάρι με κοφτερά δόντια , αυτό είναι καρχαρίας. Μπείτε ολόκληρα μέσα στο καβούκι σας και μείνετε ακίνητα, αυτός θα σας περάσει για βράχο και θα φύγει.

-Προσέχετε πού κολυμπάτε, πρέπει το νερό γύρω σας να είναι καθαρό, γιατί διαφορετικά αρρωστήσετε. Κι αλλοίμονό σας αν πέσετε σε καμιά πετρελαιοκηλίδα, κανείς δεν θα μπορέσει να σας σώσει.

-Να είστε πολύ προσεκτικά με ό,τι τρώτε γιατί συχνά στην θάλασσα επιπλέουν και σκουπίδια, που άμα τα φάτε, θα σας καθίσουν στο λαιμό και θα πνιγείτε.

-΄Εχουμε  βέβαια και φίλους όπως ο γλάρος που συχνά μας λέει ιστορίες από τα ταξίδια του.

-Στο βυθό ζουν πολλά πλάσματα που είναι φίλοι μας, να όπως αυτό το όστρακο, είπε κι έδειξε ένα υπέροχο όστρακο που ήταν ανοιχτό κι είχε  στο κέντρο του ένα υπέροχο μωβ μαργαριτάρι  με χρυσές ανταύγειες .

Η μαμά χελώνα συνέχιζε να λέει και να κολυμπάει και τα μικρά χελωνάκια την ακολουθούσαν ,ακούγοντάς τη πολύ προσεκτικά.

 Η Αρετούλα όμως θαμπώθηκες από το μαργαριτάρι. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο. Γύρω του είχαν μαζευτεί καβουράκια, ιππόκαμποι, αχινιοί καλαμάρια, χταπόδια, αστερίες και πολλά πολύχρωμα ψαράκια. Κι όλοι το κοιτούσαν με θαυμασμό.

-Είναι μαγικό μαργαριτάρι, άκουσε δίπλα της μια γλυκιά φωνή και ξαφνιάστηκε. Όταν γύρισε είδε ένα πανέμορφο πλάσμα να την κοιτά.

-Γεια σου, είμαι η μικρή γοργόνα πριγκίπισσα του βυθού κι έρχομαι συχνά εδώ για να βλέπω το μωβ μαργαριτάρι και πολλούς από τους φίλους μου που έρχονται για τον ίδιο λόγο. Λένε πως αν του ζητήσεις μια ευχή, θα την πραγματοποιήσει αμέσως.

-Είμαι η Αρετούλα Καρετούλα και περνούσα από πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας με την μαμά και τις αδελφές μου.

Η Αρετούλα κοίταξε πάνω και με τρόμο ανακάλυψε ότι οι δικοί της είχαν εξαφανιστεί κι έβαλε τα κλάματα.

-΄Ελα μη στεναχωριέσαι, όλοι εμείς εδώ θα σε βοηθήσουμε να βρεις τους δικούς σου, της είπε η γοργονίτσα.

Δεν πρόλαβε όμως να τελειώσει τα λόγια της κι ένα δυνατό μπααααμ! Ακούστηκε κι από την έκρηξη που έγινε μέσα στο νερό κι όλα θόλωσαν, το χελωνάκι ένοιωσε να πετάει στον αέρα και να προσγειώνεται σε μια βρώμικη παραλία. Το χελωνάκι φοβισμένο και ζαλισμένο όπως ήταν και καθώς πονούσε παντού ,έμεινε ακίνητο πάνω στην άμμο.

Σ΄αυτή την παραλία είχε έρθει μια ομάδα παιδιών που μάζευαν τα  σκουπίδια και τα ξεχώριζαν ανά είδος για να δώσουν στην ανακύκλωση. Τα παιδιά μαζεύτηκαν γύρω από το χελωνάκι κι ένα παιδί έτρεξε να βρει κάποιο γιατρό ειδικό για χελώνες, ενώ τα άλλα , λυπημένα, συνέχιζαν να καθαρίζουν.

Στο μεταξύ, όταν καθάρισε το νερό η γοργονίτσα έψαξε παντού για την καινούργια της φίλη  κι επειδή δεν τη βρήκε πουθενά, πλησίασε ,  χάιδεψε το μωβ μαργαριτάρι κι ευχήθηκε, νάναι καλά η Αρετούλα και να συναντήσει τη μανούλα της.

Ξαφνικά ένας δυνατός ανεμοστρόβιλος πήρε την Αρετούλα από την βρώμικη παραλία και την έριξε πίσω στη θάλασσα και μάλιστα κοντά στη μαμά της και τις αδελφές της, που εν τω μεταξύ κατάλαβαν ότι την έχασαν και επέστρεψαν για να την ψάξουν και να την βρουν.

Αγκαλιάστηκαν τότε όλες μαζί χαρούμενες, αλλά πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους, η Αρετούλα είδε την γοργονίτσα που την κοίταζε χαρούμενη και πήγε κοντά της.

- Πόσο χαίρομαι που βρήκες τους δικούς σου! Είπε η γοργονίτσα.

- Κι εγώ χαίρομαι  γατί πρέπει να έγινε ένα θαύμα. Αλλά χαίρομαι και που σε γνώρισα και θάρχομαι συχνά να τα λέμε, είπε η Αρετούλα. Φεύγω τώρα γιατί με περιμένουν.

Από τότε , όταν η Αρετούλα Καρετούλα περνάει απ΄αυτό το σημείο της θάλασσας πηγαίνοντας η επιστρέφοντας από  τον τόπο που γεννήθηκε, , βρίσκει πάντα την γοργονίτσα ( που της ειδοποιεί πάντα ένα μικρό ψαράκι-φύλακας) να την περιμένει  με χαρά και να λένε τα νέα τους.


                                  ΦΙΛΟΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

        


  Κάποια μέρα του καλοκαιριού  γεννήθηκε στο βυθό  της θάλασσας ένας μικρός αστερίας . Άνοιξε τα ματάκια του

και κοίταξε παραξενεμένος   γύρω του  

- Μμ , τι ωραία  που  είναι εδώ , φώναξε.

 Η μαμά του και ο μπαμπάς του  , αστερίες και αυτοί  ήταν πολύ περήφανοι  για το μικρό παιδί τους .

 Η μαμά του  έφυγε , για να βρει τροφή να το ταΐσει  , όταν ξαφνικά  την περικύκλωσε μια μεγάλη  μαύρη κηλίδα  πετρελαίου και τη μόλυνε . Με μεγάλη δυσκολία γύρισε πίσω και έπεσε άρρωστη βαριά.

 Αμέσως φώναξαν  τη  μεγάλη γιατρό  της θάλασσας , τη χελώνα καρέτα καρέτα . Εκείνη  αφού  εξέτασε προσεκτικά τη μαμά  αστερία  , είπε:

-Χρειάζεσαι να πάρεις  ένα  ειδικό φάρμακο  , που για να φτιαχτεί  πρέπει να φέρετε  ένα μαγικό  φύκι  και  το μαγικό  μεγάλο γαλάζιο  μαργαριτάρι  που βρίσκονται  στην άκρη του ωκεανού  σε μια  άγρια σκοτεινή  σπηλιά  και φρουρός  στη σπηλιά είναι ένας τρομερός καρχαρίας.

- Δύσκολα πράγματα μας ζητάς  , είπε ο μπαμπάς αστερίας.

- Μη στεναχωριέσαι  πατέρα θα πάω  εγώ , είπε ο μικρός καρχαρίας.

-Που θα πας ,παιδί μου , εσύ που είσαι μικρό  και αδύναμο.

-Θα τα καταφέρω  , είπε ο μικρός κα ξεκίνησε .

Περπατούσε , περπατούσε ώσπου κουράστηκε  και κάθισε  σ’ ένα βράχο  να ξεκουραστεί. Τότε πέρασε από  μπροστά του ένας μικρός ξιφίας.

-Τι παράξενη μύτη  που έχεις , του είπε  ο μικρός αστερίας.

-Ναι αλλά είναι πολύ χρήσιμη  , απάντησε ο ξιφίας.

-Θέλεις να γίνουμε φίλοι και να εξερευνήσουμε  μια  σκοτεινή σπηλιά ; Ξέρεις ψάχνω  για ένα  μαγικό  φύκι  και το μεγάλο γαλάζιο  μαγικό μαργαριτάρι για να γίνουν  φάρμακο  για την άρρωστη  μαμά μου.

-Τρελαίνομαι για περιπέτειες .Πάμε ,είπε ο μικρός ξιφίας.

 Αφού περπάτησαν πολύ ακόμα έφτασαν  έξω από τη φοβερή  σπηλιά .

Πώς να  πλησιάσουν  όμως που στην είσοδο  στέκοταν άγρυπνος φρουρός  ένας  τρομερός  και τεράστιος  καρχαρίας;

-Το βρήκα! Θα ανοίξω μια τρύπα  από  την άλλη πλευρά  και θα μπούμε , είπε ο μικρός ξιφίας κα  έπιασε αμέσως δουλειά.

 Σε λίγο  η τρύπα  ήταν αρκετά μεγάλη  κι οι φίλοι χώρεσαν  και μπήκαν μέσα.

-Πω, πω  κρύα που είναι εδώ  !  είπε ο μικρός ξιφίας .

-Σκοτεινά και τρομακτικά  είναι, αλλά εμείς  έχουμε ο ένας  τον  άλλον ,δεν πρέπει να φοβόμαστε.

-Να  το μεγάλο κοχύλι  , αλλά πως θα πάρουμε το μαργαριτάρι ;

-Μόλις ανοίξει το κοχύλι  θα ορμίσω   και θα το αρπάξω, είπε ο μικρός ξιφίας.

Και έτσι  έγινε .Σε λίγο  το μαγικό γαλάζιο μαργαριτάρι  το κρατούσε στο ξίφος του .

-Μπράβο ,φώναξε ο μικρός αστερίας . Είσαι καταπληκτικός .Αλλά κοίτα και εγώ βρήκα  μερικά από τα μαγικά  φύκια ,πιστεύω να φτάνουν. Πάμε γρήγορα  πίσω  για να γίνει καλά  η μανούλα μου.

 Βγήκαν  από τη μαγική   τρύπα της σπηλιά  και πήραν το δρόμο  του γυρισμού .

 Ο μικρός αστερίας περπατούσε στο βυθό  κι ο μικρός ξιφίας  κολυμπούσε  από πάνω του.

 Όλα πήγαιναν καλά όταν ένας πειρατής που κολυμπούσε  δίπλα  στο πειρατικό καράβι  είδε το μαγικό γαλάζιο μαργαριτάρι  στο στόμα του ξιφία. Ήξερε πως ήταν πολύ σπάνιο  και πάρα πολύ ακριβό  , δεν ήξερε όμως  ότι ήταν και τόσο όμορφο.

-Συναγερμός ! φώναξε.

 Αμέσως μια ντουζίνα  πειρατές έπεσαν με τα σπαθιά τους  στο νερό κι άρχισαν να ξιφομαχούν  με το ξιφία.

-Πάρε γρήγορε  το μαργαριτάρι  και φύγε  !  είπε ο μικρός ξιφίας  ενώ ξιφομαχούσε  με τόσους πειρατές.

 Ο μικρός αστερίας  έτρεξε  όσο πιο γρήγορα  μπορούσε  και βρήκε το δελφίνι  και το παρακάλεσε να ειδοποιήσει τους ξιφίες  να βοηθήσουν  τον μικρό του φίλο που κινδύνευε  . Αυτοί έτρεξαν αμέσως και μπήκαν στη μάχη διώχνοντας τους πειρατές.

 Μετά  ο αστερίας  πήρε τα  μαγικά υλικά στη θαλασσογιατρίνα . Η χελώνα  έφτιαξε  το φάρμακο  , το έδωσε στη μαμά του αστερία  και εκείνη σε λίγο άνοιξε τα μάτια της  κι άρχισε  σιγά σιγά να συνέρχεται.

 Τότε  ο μικρός  αστερίας  έφυγε γρήγορα  να μάθει τι γίνονταν ο φίλος του ο ξιφίας . Τον βρήκε να κολυμπά  χαρούμενος  με τους φίλου του ,τους άλλους ξιφίες  , αφού  είχαν νικήσει τους πειρατές  ,που το  έβαλαν στα πόδια  και όπου φύγει - φύγει.

 Όλα  ,λοιπόν  είχαν τελειώσει καλά κι η ζωή στο βυθό  συνεχίστηκε  με τους φίλους  να  είναι αγαπημένοι  κι αχώριστοι για πάντα.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025


 Ο ΠΕΡΔΙΚΟΣ ΖΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ




 Ήταν μια ανοιξιάτικη  μέρα όταν επισκεφτήκαμε  το κέντρο εκτροφής θηραμάτων. Εκεί είδαμε  πολλά  κλουβιά  με μικρές και μεγάλες πέρδικές . Οι μικρέ ς περίμεναν να μεγαλώσουν ,οι μεγάλες  να ζευγαρώσουν  και να γεννήσουν αυγά  από όπου  θα βγουν τα νέα  περδικόπουλα. Όλα τα πουλιά θα περίμεναν  στα ασφαλή κλουβιά τους με την φροντίδα κάποιων υπεύθυνων  μέχρι την ημέρα  που θα τα άφηναν να ζήσουν  ελεύθερα στη φύση.

  Ο υπεύθυνος που ήταν εκεί  και φρόντιζε τα πουλιά ,για να μας  ευχαριστήσει έφερε έναν πέρδικο ( αν μπορούμε να πούμε έτσι  το αγόρι της πέρδικας) και μας εξήγησε  πως η διαφορά  του από το κορίτσι πέρδικά  ήταν κάτι  μικρά καρουμπαλάκια  στα πόδια του. Με πολύ χαρά  και ενθουσιασμό το χαϊδέψαμε  όλοι μας  και ζητήσαμε από κάποιον υπεύθυνο  να τον αφήσει  ελεύθερο. Εκείνος δεν μας χάλασε το χατίρι  και σε λίγο αυτό το όμορφο πουλί  πετούσε ψηλά.

 Ο φίλος μας ο  πέρδικος (γιατί έτσι τον θεωρούσαμε πια) δεν ήταν μαθημένος να πετάει πολύ και  έτσι αφού έκανε μερικούς γύρους  προσγειώθηκε κουρασμένος  στα κλαδιά του δέντρου  στο διπλανό δάσος. Εκεί ήταν η φωλιά μιας κουκουβάγιας που ξύπνησε ξαφνιασμένη από τον απρόσμενο επισκέπτη της.

- «Τι συμβαίνει ;Τι θέλεις εδώ  ;»  ,τον ρώτησε.

-« Συγγνώμη που ενοχλώ αλλά εσύ τι είσαι;» .

-«Είμαι  κουκουβάγια . Ακόμα και τα πολύ μικρά παιδιά με ξέρουν, κι ακόμα  ξέρουν πως τη μέρα κοιμάμαι  και δεν μου αρέσει να με ενοχλούν .»

-«Λυπάμαι , δεν ήθελα να σε ενοχλήσω, αλλά μια  και σε ξύπνησα ,μπορώ  να σε ρωτήσω  μερικά πράγματα;»

-« Αν ξέρω  θα σου  απαντήσω . Και να ξέρεις  είσαι πολύ τυχερός γιατί ξέρω πολλά πράγματα»

-« Σ’ ευχαριστώ . Ε … Χμ , λοιπόν μάθε πως ξαφνιάστηκα  που σε είδα γιατί δεν μοιάζεις σαν και  εμένα»

-« Φυσικά αφού είμαι κουκουβάγια και εσύ πέρδικα.»

-« Πέρδικος  καλύτερα γιατί είμαι  αγόρι.»

-« Λοιπόν τι θες να μάθεις;»

-«Να εγώ  μέχρι σήμερα ζούσα μαζί  με πολλά άλλα πουλιά ίδια σαν εμένα σε μεγάλα κλουβιά κι ένας άνθρωπος  μας έφερνε  φαγητό και νερό. Αυτή ήταν η ζωή μου . τώρα  βρίσκομαι σε άλλο τόπο που δεν γνωρίζω  τίποτα γι’ αυτόν.»

-« Αυτός ο τόπος λέγεται δάσος.»

-« Μάλιστα . Και ζουν  εδώ  κι άλλα  πουλιά σαν εμένα».

-« Και σαν και εμένα και σαν και σένα ,αλλά και πολλά άλλα  διαφορετικά από  μας».

-« Υπάρχει και  κάποιος  άνθρωπος εδώ  να   σας φροντίζει ».

-« Όχι βέβαια. Ο καθένας εδώ φροντίζει μόνος του να βρει  φαγητό ,νερό  και να φτιάξει  τη φωλιά του. Και προσοχή οι άνθρωποι που έρχονται στο δάσος  δεν είναι πάντα φιλικοί . Ιδιαίτερα  δε αν δεις  ανθρώπους να  κρατούν  ένα μακρύ σιδερένιο μπαστούνι , πέτα μακριά ,πέτα γρήγορα. Αυτοί είναι κυνηγοί  κι έρχονται εδώ  για να μας κυνηγήσουν και να μας σκοτώσουν».

-« Γιατί τι τους κάνουμε;»

-« Δεν νομίζω να τους κάνουμε κάτι , αλλά αυτό το γιατί ούτε εγώ δεν μπορώ να σου το απαντήσω. Το μόνο που μπορώ να σου  πω είναι ‘ φυλάξου’»

-« Σαν  να μη μ’ αρέσει αυτό . Για πες μου  όμως υπάρχει  κάτι άλλο που πρέπει να προσέχω;»

-« Τα κυνηγόσκυλα».

-« Είναι πάλι αυτό;»

« Είναι κάτι ζώα , σκύλους τα λένε , που τα έχουν μαζί τους οι κυνηγοί  και μπορούν  και να σε μυρίσουν  και να σε καταλάβουν από πολύ μακριά».

-« Πω, πω! Αυτό είναι φοβερό!»

-«Και να ήταν μόνο αυτό .Πρέπει να προσέχεις  τους  λύκους  και τις αλεπούδες  που είναι πολύ πονηρές και ύπουλες. Αυτές  ειδικά  σ’ αρπάνε  χωρίς να το πάρεις χαμπάρι».

-«Μ’ έχεις  φοβίσει στ’ αλήθεια  πολύ. Και πως είναι  αυτά τα ζώα;»

-«Μοιάζουν  λίγο με το σκύλο , αλλά και ο λύκος  είναι πιο μεγάλος και πιο άγριος , ενώ η αλεπού  είναι πιο μακριά  κι έχει πονηρό μουσούδι , με έξυπνα μάτια και μια φουντωτή  ουρά . Να παρακαλάς να μη τους συναντήσεις γιατί δε θα προλάβεις να τους  αναγνωρίσεις».

-«Νομίζω πως θέλω να γυρίσω πίσω στη φυλακή μου .Εκεί  τουλάχιστον  ήμουν ασφαλής . Δεν  είχα το νου μου σε κυνηγούς ,κυνηγόσκυλα .λύκους αλεπούδες…»

-«Και φίδια»

-«Άντε πάλι. Τι θα πει φίδια;»

-«Το φίδι λοιπόν είναι σαν ένα χοντρό σκοινί  που σέρνεται  στο χώμα και αγαπημένος του μεζές είναι κάθε  είδους πουλάκι».

-«Καλά όλοι αυτοί θέλουν να μας φάνε, εμείς τι  τρώμε;»

-«Σποράκια σκουληκάκια ,κάποιοι  που ζουν κοντά σε λίμνες  , θάλασσες , ποτάμια  τρώνε  ψάρια  και κάποιοι άλλοι όπως  ο βασιλιάς μας  τρώει  μικρά ζωάκια».

-«Έχουμε και βασιλιά; Τι είναι αυτό;»

-«Ας  πούμε  ότι ο βασιλιάς  είναι ο αρχηγός μας  και οι άνθρωποι  θεωρούν σαν βασιλιά των πουλιών  τον αετό  επειδή είναι μεγάλος και δυνατός.»

-«Και τι κάνει για  μας αυτός ο  μεγάλος και δυνατός; Μας φροντίζει ; Μας προστατεύει;»

-«Τίποτα δεν κάνει  όπως όλοι οι βασιλιάδες άλλωστε. Σου είπα και πριν  εδώ ο καθένας φροντίζει τον εαυτό του».

-«Εσύ όμως  φροντίζεις για μένα».

-«Πώς το κάνω δηλαδή αυτό;»

-«Να , σαν να είσαι δάσκαλος σε σχολείο , μου  έμαθες  ένα σωρό πράγματα».

-«Ναι …μάλλον  έχεις δίκιο . Μα  μου φαίνεται  πως κάτι μυρίζω  και βλέπω μια γκρι σκιά  ν’ ανεβαίνει  προς τον ουρανό. Τι να  συμβαίνει;»

-«Φωτιά ! Φωτιά! Κίνδυνος! Πάμε γρήγορα  να δούμε.

 

   Τα δυο πουλιά πέταξαν  γοργά εκεί δίπλα  οπού παρέα  έκανε πικ νικ και έψηνε λουκάνικα και μπιφτέκια. Όταν τελείωσαν έσβησαν  πολύ προσεκτικά την φωτιά.

-«Αυτοί είναι κυνηγοί» Ρώτησε τρέμοντας  ο πέρδικος.

-«Όχι , αυτοί  είναι άνθρωποι που αγαπάνε και σέβονται το δάσος  κι όλους  όσοι ζούμε  εδώ , γι’ αυτό  έρχονται εδώ περνούν  όμορφα , προσέχουν που και πως  θα ψήσουν  τα φαγητά τους  και μετά φροντίζουν να σβήσουν  καλά τη φωτιά  να μην αφήσουν σκουπίδιά  και ασχημαίνει ο τόπος , αλλά  ψιχουλάκια  και μπουκίτσες και  ψωμάκια  σε διάφορα σημεία  για να τα βρούμε και να τα φάμε εμείς. Αυτοί είναι φίλοι μας και φίλοι του  δάσους».

-«Τώρα με μπέρδεψες. Κι εσύ γιατί τσιρίζεις  φωτιά! Κίνδυνος! Με κατατρόμαξες πριν».

-«Κοίτα  η φωτιά  είναι καλό πράγμα  και χρήσιμο , όταν οι άνθρωποι την χρησιμοποιούν σωστά  , αλλά και κακό και καταστροφικό εν π.χ. πάρει φωτιά το δάσος . Γιατί απλώνεται πολύ γρήγορα  , καίει δέντρα  που χρειάστηκαν  χρόνια  για να γίνουν . Καίει ζώα  και πουλιά και παγιδεύονται  και δεν προλαβαίνουν  να φύγουν και να σωθούν».

-«Μεγάλη καταστροφή  λοιπόν».

-«Ας τ’ αφήσουμε  τώρα  αυτά . Κουράστηκα .Πάω να κοιμηθώ  .Αλήθειά  που θα κοιμηθείς  το βράδυ;»

-«Δεν ξέρω . Και δεν ξέρω ούτε που , ούτε πως   να φτιάξω  μια φωλιά».

-«Αυτό είναι πρόβλημα . Η φωλιά  μου είναι  μικρή για σένα  και δεν μπορώ να σε φιλοξενήσω . Κι  εγώ δεν  ξέρω πως  , που φτιάχνετε εσείς  οι πέρδικες  τις φωλιές σας. Τι να κάνω ; Τι να κάνω;»

  Η κουκουβάγια  άρχισε πάλι  να  περπατά  πέρα δώθε  στο κλαδί για να βρει  την λύση όταν ξαφνικά βγάζει μια δυνατή φωνή .

- « Το βρήκα. Απόψε  θα κάνουμε πάρτι».

-«Α. πολύ ωραία ! Ποιος γιορτάζει;»

-«Κανείς».

-«Ε , τότε;»

-«Θα στείλω το φίλο μου το κοτσύφι να ειδοποιήσει  όλα τα πουλιά αυτού του δάσους  να μαζευτούμε κάτω από  το μεγάλο πλάτανο .΄Ετσι  θα τους γνωρίσεις και θα σε γνωρίσουν και θα  έχεις  την ευκαιρία  να μάθεις  ότι χρειάζεσαι  από  τις άλλες  πέρδικες που ζουν  ελεύθερα εδώ».

-«Μπράβο !Πολύ καλή ιδέα ! Καλά λένε  πως είσαι ένα  σοφό πουλί».

-«Σ’ ευχαριστώ , πάμε  όμως  γρήγορα να βρούμε το κοτσύφι. Να ,εδώ πιο κάτω μένει».

 Και έτσι τα πράγματα  το ίδιο βράδυ  κάτω  απ’ το μεγαλείο  πλάτανο μαζεύτηκαν χιλιάδες πουλιά , μικρά και μεγάλα που ήρθαν χαρούμενα να γνωρίσουν το νέο τους φίλο. Η  βραδιά ξεκίνησε με διαγωνισμό ομορφιάς  όπου κέρδισε το αρσενικό παγώνι. Συνέχισε με διαγωνισμό  τραγουδιού  , όπου κέρδισε το  πρώτο βραβείο το αηδόνι .Έκαναν πολλούς αγώνες  όπως  ποιος θα πετάξει  πιο γρήγορα , ποιος  θα μαζέψει πιο πολλά  σκουληκάκια , ποιος θα  φτιάξει  την καλύτερη φωλιά κ.α. Όμως  σε μια  γωνιά  κάθονταν  στεναχωρημένη μια όμορφη  πέρδικα και ο φίλος μας ο πέρδικος τη είδε και την πλησίασε δειλά.

-«Τι  έχεις  κι είσαι στεναχωρημένη;» τη ρώτησε.

-«Είχα  έναν όμορφο  πέρδικα για  σύντροφο  αλλά τώρα δεν υπάρχει  πια και νιώθω μόνη  και δυστυχισμένη. Τι θα πω  τώρα εγώ  για τον πατέρα τους  στα περδικόπουλα μου  που σε λίγο  καιρό θα βγουν  από τα αυγά τους;»

-«Τι έγινε  ο σύντροφός σου ;Έφυγε σε άλλο δάσος ; Τον σκότωσαν κυνηγοί; Τον έφαγε κάποιο ζώο;»

-«Τίποτα από  αυτά . Έφαγε κάτι σποράκια  όπου οι άνθρωποι  είχαν βάλει  κάποιο φάρμακο , φυτοφάρμακο το λένε  και αρρώστησε και πάει».

-«Δεν ήξερα  τίποτα για φυτοφάρμακο και νομίζω ότι πολλά ακόμα  που δεν ξέρω και πρέπει  οπωσδήποτε να μάθω . Ξέρεις σκέφτηκα κάτι. Θέλεις να έρθω στη φωλιά σου  και να μεγαλώσουμε μαζί  τα περδικόπουλά σου σαν να ήμουν εγώ ο πατέρας τους».

-«Και βεβαία θέλω ¨,απάντησε ανακουφισμένη η πέρδικα.

 Εκείνη την στιγμή έτυχε να περνάει  δίπλα τους η κουκουβάγια που τα’ άκουσε όλα. Κι είπε δυνατά:

-«Φίλοι μου αγαπημένοι από σήμερα ο πέρδικος κι η πέρδικα  θα ζήσουν μαζί!»

«Μπράβο!» φώναξαν όλα τα πουλιά  μαζί κι έκαναν ένα γλέντι  που όμοιό του δεν είχε ξαναγίνει στο δάσος.

            
                Ο ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΗΘΡΑΣ 

 

 



 

   Μια φορά και έναν καιρό  ήταν ένα αγόρι που το έλεγαν  Ρουμπίνο  κι είχε  φοβερή  αδυναμία  σ’ ό,τι είχε σχέση  με τη θάλασσα.

 Λάτρευε τα παραμύθια  με τους πειρατές  , τις γοργόνες  ,  τους ξιφίες, του ιππόκαμπους ,  τους αστερίες και τα ταξίδια .

Στα  γενέθλιά του  ο νονός του ,  του χάρισε   ένα σπουδαίο δώρο…… Ένα ενυδρείο  γεμάτο κοχύλια  και πολύχρωμα  ψαράκια.

  Το αγάπησε πολύ το δώρο  ο Ρουμπίνο . Καθόταν  με τις ώρες και χάζευε  τα ψαράκια  του . Μάλιστα  είχε δώσει  κι από ένα όνομα στο καθένα.  Το πιο αγαπημένο του  όμως ήταν ο Μπουρμπουλήθρας  , ένα ψαράκι  όχι πολύ μικρό   ούτε και πολύ μεγάλο , που είχε χρωματιστά  λέπια  με όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου ( κόκκινα , κίτρινα ,πορτοκαλιά ,  μπλε, θαλασσιά , άσπρα μαύρα και καφέ) και είχαν το σχήμα του διαμαντιού.

  Ο Ρομπίνο  δεν πήγαινε  πουθενά  χωρίς τον  μπουρμπουλήθρα  του. Αγόρασε  μάλιστα  ένα  ειδικό γυάλινο κουτί  τον έβαζε μέσα και τον έπαιρνε  παντού .

 Έτσι έγινε και εκείνη την ημέρα  που πήγε με τον μπαμπά του για ψάρεμα στο ποτάμι. Με μεγάλη προσοχή  κράταγε στα χέρια του   το γυάλινο κουτί , σαν να ήταν πολύτιμος θησαυρός και ο Μπουρμπουλήθρας   τον κοίταζε όπως πάντα με γουρλωμένα τα μάτια.

  Εκεί  λοιπόν που καθόταν  ο Ρουμπίνο   , ήσυχα ήσυχα  , δίπλα στον μπαμπά του και τον παρακολουθούσε  καθώς ψάρευε  , ακούστηκε ένα δυνατό μπαμ  από κάποιον κυνηγό . Το παιδί τινάχτηκε  και του έφυγε από τα χέρια  το γυάλινο κουτί  έπεσε κάτω έγινε θρύψαλα και  χάθηκε ο Μπουμπουλήθρας.

 Σοκ  έπαθε ο μικρός  Ρουμπίνο που έκλαιγε απαρηγόρητα.

 Το μεγαλύτερο  όμως σοκ το έπαθε  το ψαράκι μας που έπεσε στο ποτάμι . Τι παγωμένο που ήταν το νερό  και πολύ σκούρο ! Δεν  μπορούσε να διακρίνει  τίποτα γύρω του   . Σιγά , σιγά  άρχισε να  συνηθίζει  και τότε  είδε δίπλα του  ένα αλλόκοτο πλάσμα να το κοιτάει με  απορία.

Ήταν  ένα περίεργο  πολύ χοντρουλό   ψάρι με αγκάθια και λέπια  στις αποχρώσεις  του μωβ και του φούξια. Του είπε πως τον έλεγαν Φούσκα  κι  είχε  χάσει το δρόμο του ,αντί να  είναι στη θάλασσα  βρέθηκε στο ποτάμι. Δεν ανησυχούσε  ,όμως  γιατί  κάποια στιγμή  αν ακολουθούσε το ποτάμι θα έβγαινε στη θάλασσα.

  Πολύ δύσκολα φάνηκαν όλα αυτά στον Μπουρμπουλήθρα . Στο κάτω κατώ  αυτός ήταν ένα  μικρό ψαράκι  που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει  στο ενυδρείο . Κι εξήγησε  στο νέο του  φίλο  πώς ήταν η ζωή του   εκεί. Του είπε πως το νερό ήταν πιο ζεστό ,    του έριχναν  έτοιμο φαγητό  αλλά  είχε βαρεθεί πολύ εκεί μέσα γιατί τα  άλλα ψάρια που ζούσαν  μαζί του όλο μάλωναν και είχε βαρεθεί πια τους καβγάδες για ασήμαντα  πράγματα.

-Έτσι που τα περιγράφεις μοιάζει με  φυλακή εκεί που ζούσες , είπε ο Φούσκας  κι άρχισε να του λέει ιστορίες με ναύτες  και ναύτες με καράβια μεγάλα  και μικρά ψάρια  ,με  γοργόνες , ξιφίες , δελφίνια , τεράτιες χελώνες και ένα σωρό  άλλα που είχε  γνωρίσει  εκείνο στη θάλασσα.

 Κουβέντα στη κουβέντα  δεν κατάλαβαν πως έγινε  και ξαφνικά  βρεθήκαν στον αέρα  κι  έπεσαν με ένα δυνατό πλαφ  στη μεγάλη γαλάζια θάλασσα . Τρομάρα που την πήραν!

  Τι  είχε συμβεί  όμως; Το ποτάμι τελείωσε  κι έπεφτε σαν καταρράχτης  στη θάλασσα. Αφού συνήλθαν τα δύο  ψαράκια , άρχισαν να κολυμπούν  για να βρουν  τους φίλους  και τους συγγενείς του Φούσκα. Κολυμπούσαν  , κολυμπούσαν  κι ο Μπουρμπουλήθρας  , που άρχισε να προσαρμόζεται στο θαλασσινό περιβάλλον, δεν  χόρταινε  να  βλέπει ένα σωρό  καινούρια πράγματα  , αστερίες , αχινιούς  , κοχύλια , ιππόκαμπους κ.α.

  Ξαφνικά ο φούσκας φώναξε  :

-Κρύψου γρήγορα!

- Δηλαδή τι να κάνω ; ρώτησε τρομαγμένος ο Μπουρμπουλήθρας.

-Άσε τα λόγια και έλα μαζί μου . Κινδυνεύουμε σου λέω…

 Τα δύο ψαράκια  κρύφτηκαν σε ένα μικρό άνοιγμα  ανάμεσα σε δυο βράχια  κι αμέσως όλα σκοτείνιασαν. Η καρδούλα τους κόντευε να σπάσει  από το φόβο τους  και κυρίως του Μπουρμπυλήθρα που δεν καταλάβαινε  τίποτα. Μετά από λίγο  ο βυθός   ξαναέγινε φωτεινός και γαλάζιος .

_Μα  τι έγινε; Ρώτησε απορημένος    ο Μπορπμουλήθρας.

-Καρχαρίας!

-Δηλαδή;

-Δηλαδή ένα τεράστιο ψάρι  , σαν μικρό καράβι  που κάνει τις   βόλτες του και μας  κόβει τη χολή  γιατί όποιον συναντήσει  στο δρόμο του τον κατασπαράζει. Πρέπει να ξέρεις  πως ο βασικός νόμος  εδώ στο βυθό είναι  ότι « Το μεγάλο  ψάρι τρώει το μικρό» . Αυτός είναι πολύ μεγάλος  και  εμείς πάρα πολύ μικροί.

-Και θα μας τρομοκρατεί  έτσι , κάθε φορά  που θα τον συναντάμε;

-Αυτό θα συμβεί αν  είμαστε τυχεροί.

-Κι αν δεν είμαστε;

-Τότε θα προλάβει να μας φάει.

-Αυτό δεν μου αρέσει καθόλου.

-Σε κανέναν μας δεν αρέσει .

-Νομίζω ότι κάτι πρέπει να κάνουμε.

-Δεν  ξέρω αλλά μπορούμε   να σκεφτούμε κάτι .

-Ξέρεις τι λέω  , είπε  ο Φούσκας,  να μαζέψουμε όσο  περισσότερα   ψάρια  μπορούμε, μικρά και μεγάλα και όλοι μαζί να βρούμε μια λύση.

- Και πράγματι  άρχισαν να κολυμπούν  και να ειδοποιούν  κάθε ψάρι και ψαράκι  που έβρισκαν , να συναντηθούν το απόγευμα δίπλα στο βυθισμένο μεγάλο καράβι. Το απόγευμα  μαζεύτηκαν  χιλιάδες ψάρια  στο καθορισμένο μέρος. Εκεί μίλησε πρώτος ο Φούσκας  που σύστησε τον καινούριο του φίλο  και μετά τους είπε το λόγο που συγκεντρώθηκαν.

-Πρέπει να βρούμε τη λύση  , τους είπε, για να ζήσουμε ειρηνικά στο βυθό.

-Να πάει  κάποιος να μιλήσει  στον Καρχαρία , να αλλάξει  διατροφικές  συνήθειες  και να  τρώει  φύκια , είπε η μαρίδα.

-Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα ,ποιος τολμά να τον πλησιάσει   , όχι να του μιλήσει κι όλας , είπε το δελφίνι.

-Να ειδοποιήσουμε  κάποιον να τον  βάλει  φυλακή  γι’ αυτά  που κάνει  , είπε η σαρδέλα.

-Εμείς να κάνουμε κάτι  και να μην περιμένουμε   βοήθεια από άλλους , είπε   η τσιπούρα.

-Λόγια , λόγια ,λόγια … πρέπει να κάνουμε  κάτι όλοι μαζί  γιατί  έναν έναν  χωριστά  σίγουρα μας νικάει  , όλοι μαζί ενωμένοι   όμως θα είμαστε  δυνατή ομάδα ,είπε  ο Φούσκας .

  Τα ψάρια σώπαιναν και σκέφτονταν.

- Νομίζω πως το βρήκα φώναξε,  ξαφνικά ο Μπουρμπουλήθρας. Καθώς ερχόμασταν  εδώ είδα  κάτι δίχτυα . Με τη βοήθεια  των πριονόψαρων  και του ξιφία μπορούμε να κόψουμε  ένα μεγάλο κομμάτι και  να του στήσουμε παγίδα . Κάποιος από μας ο πιο γρήγορος  θα τον παρασύρει  και θα τον τσακώσουμε

 Η ιδέα  αυτή άρεσε  στα ψάρια  πολύ κι άρχισαν  να καταστρώνουν τα σχέδιά τους.  Για δόλωμα διάλεξαν ένα μικρό ψαράκι  που λόγω της ταχύτητάς του τον  έλεγαν Γρηγόρη. Τα πριονόψαρα  με τον ξιφία δούλεψαν σκληρά . Έκοψαν το κομμάτι του  δίχτυ  που χρειάζονταν  κι όλοι μαζί  έστησαν  την παγίδα . Πήρε  ο καθένας τη θέση του  και περίμεναν . Το δίχτυ  είχε στηθεί πίσω από κάτι  βράχια   και δεν φαινόταν  κι έτσι ξαφνικά ο καρχαρίας   θα έπεφτε επάνω του. Σε μικρή απόσταση γύρω , γύρω  μπήκαν φρουροί οι ιππόκαμποι.

 Ξαφνικά ένας  ιππόκαμπος  κούνησε το κόκκινο  μαντήλι ήταν το σύνθημα  ότι ερχόταν ο καρχαρίας. Ο Γρηγόρης  πήρε  δυο τρεις ανάσες  και ξεκίνησε να τον συναντήσει. Ο καρχαρίας βλέπει τον Γρηγόρη  και καθώς πείναγε   πολύ  , μιας και δεν είχε συναντήσει κανένα  ψάρι  εκείνη την ημέρα  , αρχίζει να τον κυνηγά  , αν και του φάνηκε πολύ μικρό για να χορτάσει. Ο Γρηγόρης άρχισε να  κολυμπά πολύ γρήγορα και να του ξεγλυστρά, ώσπου σε μια στροφή  ο καρχαρίας τον έχασε και  ξαφνικά τυλίχτηκε  στα δίχτυα. Όλα τα ψαράκια  έβαλαν τα  δυνατά τους  τον τύλιξαν καλά ,καλά  και τον έδεσαν σφικτά.

- Λοιπόν καρχαρία  επειδή  βέβαια  δεν μας  αρέσει να μας τρως  σου δίνουμε μια ευκαιρία  , είπε ο Φούσκας. Μπορείς να μας αφήσεις ήσυχους στο βυθό και εσύ να τρως φύκια;

- Όχι ,μούγκρισε ο καρχαρίας . Εγώ είμαι πολύ δυνατός  και θα λυθώ και θα σας κανονίσω . Όλους θα σας περιποιηθώ  κι έχω  μια πείνα.

   Πάλεψε πολύ ώρα  για να λυθεί  αλλά τα ψαράκια  είχαν  κάνει πολύ καλή δουλειά  . Δεν τα κατάφερε  …  Τον άφησαν έτσι δεμένο  να τον παρασύρει το  κύμα . Νομίζω πως κάποιο ψαροκάικο   τον ψάρεψε λίγο πιο κάτω  κι έγινε εκλεχτός μεζές  στο τραπέζι των ψαράδων.

Όσο για τα ψαράκια έκαναν ένα γλέντι  που  ακόμα θυμούνται στο βυθό.

  Α, ναι  ήμουν και εγώ εκεί και τα είδαν να χορεύουν  διάφορους χορούς « την τράτα μας την κουρελού» , «τα καβουράκια» ,» μες του Αιγαίου» ,  «θα πάρω μια ψαρόβαρκα,»  ,» ένα καράβι από τη Χιό» κ.α.  Το γλέντι έκλεισε με τον διαγωνισμό  μπουρμπουλήθρων   προς τιμή φυσικά  του Μπουρμπουλήθρα που  είχε  αυτήν την καταληπτική ιδέα .

 Όσο για το μικρό Ρουμπίνο,  που είχε στενοχωρηθεί  πολύ  που έχασε  τον Μπουρμπουλήθρα  του , ο μπαμπάς του  ,του αγόρασε ένα ψαράκι  ίδιο  με τον αγαπημένο του Μπουρμπουλήθρα   , αλλά του είπε ένα μικρό ψεματάκι ότι τον ψάρεψε από το ποτάμι.

Ομως η Χαρά του Ρουμπίνο ήταν μεγάλη που είχε ξανά τον φίλο του κι αυτή τη φορά τον πρόσεχε σαν τα μάτια του.

  Κι έζησαν όλοι καλά και  εμείς καλύτερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

                                             Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΦΑΛΑΙΝΑΣ

 


Στα γαλανά κρυστάλλινα νερά της θάλασσας, στα βάθη του ωκεανού,  ζει η Ουρανία  Κοχυλένια, μια όμορφη μικρή γοργόνα που πήρε το όνομά της από τα μαλλιά της που έχουν το χρώμα του ουρανού  και το επίθετο από τα κοχύλια που έχει στα ρούχα της.

Ζει λοιπόν στη μέση του ωκεανού , σ΄ ένα παραμυθένιο κάστρο  που είναι φτιαγμένο από κοχύλια. Εκεί έρχονται όλοι οι φίλοι της και παίζουν μαζί και πολλές φορές εκείνη τους τραγουδάει.

Κι έχει πολλούς φίλους ,άλλες γοργόνες, μικρά και μεγάλα ψάρια, αστερίες, ιππόκαμπους ,θαλάσσιες  χελώνες, δελφίνια, ξιφίες, φάλαινες, καρχαρίες. Είναι καλή κι ευγενική γι αυτό είναι φίλη με όλα τα πλάσματα της θάλασσας.

Μια μέρα, ενώ καθόταν πάνω σ΄ένα βράχο , παρέα μ΄έναν αστερία που λιάζονταν κι εκείνος κάτω από τον ήλιο,  ήρθε λαχανιασμένος ο ξιφίας και της είπε:

- Η φάλαινα  δεν είναι καλά και χρειάζεται βοήθεια.

- -Τι έπαθε;  Μήπως έμπλεξε σε δίχτυα και δεν μπορεί να βγεί;

-Όχι, κάτι χειρότερο συμβαίνει. Αν ήταν μπλεγμένη σε δίχτυα θα την βοηθούσα εγώ. Θα έκοβα τα δίχτυα και θα την ελευθέρωνα.

-Μήπως είναι βαριά χτυπημένη από   δυναμίτη  που ρίχνουν οι άνθρωποι στο βυθό για να πιάνουν πολλά ψάρια μαζί;

-Όχι!!! Βέβαια οι άνθρωποι φταίνε γι αυτό που της συνέβη, αλλά δεν είναι από δυναμίτη.

-Ε, τότε  τι της συμβαίνει; Πες μας πια και μας έσκασες….

-Κατάπιε ένα πλαστικό μπουκάλι από νερό….

-Δηλαδή τι μας λες τώρα, ότι η φάλαινα που ζει μέσα στο νερό ήθελε να πιει ένα μπουκάλι νερό;

_ Όχι, όχι, δεν καταλάβατε…. Κατάπιε το ίδιο το μπουκάλι κι αυτό πήγε και σφήνωσε στον φυσητήρα της και δεν μπορεί πια να βγάλει νερό και κοντεύει να σκάσει….

-Πω, πω  η καημένη , πάμε γρήγορα να την βοηθήσουμε, είπε η γοργόνα και κολύμπησε γρήγορα εκεί που η φάλαινα βογκούσε  αχ, βαχ! , ξαπλωμένη στο βυθό.

-Ακούω προτάσεις , είπε η γοργόνα.  ΄Οποιος ξέρει να μιλήσει και να μας πει τι μπορούμε να κάνουμε για να βοηθήσουμε την φίλη μας την φάλαινα.

-Να της  ρίξουμε στο στόμα ένα υγρό που λιώνει το πλαστικό κι όταν αυτό λιώσει εκείνη θα νοιώσει καλύτερα, είπε κάποιο ψαράκι κλόουν.

-Δεν νομίζω ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό, είπε η γοργόνα. Αυτά τα υγρά είναι πολύ επικίνδυνα και μπορεί να πάθει χειρότερο κακό, ένα  βαθύ έγκαυμα.

-Να προσπαθήσει ο ξιφίας με το στόμα- ξίφος του να βγάλει το πλαστικό από το στόμα της, είπε ένα άλλο ψαράκι.

-Καλή ιδέα φαίνεται , είπε η γοργόνα. Εμπρός λοιπόν καλέ μου ξιφία, προσπάθησε σε παρακαλώ να βοηθήσεις τη φίλη μας.

Η φάλαινα άνοιξε το στόμα της κι ο ξιφίας δειλά -δειλά , προσπάθησε και ξαναπροσπάθησε να τσακώσει με το στόμα-ξίφος του το πλαστικό μπουκάλι, αλλά το μόνο που κατάφερε  ήταν να το σπρώξει ακόμα πιο μέσα κι η φάλαινα να πονάει ακόμα πιο πολύ.

-Να φωνάξουμε την καρέτα- καρέτα, την μεγάλη θαλασσογιατρό μας !είπε κάποιο άλλο ψαράκι.

-Πολύ καλή ιδέα, συμφώνησε κι η γοργονίτσα. Τρέχα καλό μου δελφινάκι, τρέχα γρήγορα να βρεις την θαλάσσια χελώνα και να πεις να έρθει όσο πιο γρήγορα μπορεί, γιατί η φάλαινα δεν είναι καθόλου καλά και δεν θα αντέξει για πολύ ακόμη.

Το δελφινάκι έφυγε και κολυμπούσε τόσο γρήγορα που σε αγώνα θα νικούσε ακόμα και το  πέταγμα των γλάρων.

Βρήκε τη θαλάσσια χελώνα  και της εξήγησε τι είχε συμβεί.

Εκείνη πήρε βιαστικά τα ακουστικά της και την τσάντα με τα γιατροσόφια της και πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να εξετάσει την κατάσταση της φάλαινας.

Αφού την εξέτασε προσεκτικά είπε:

-Λυπάμαι πολύ , αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι για να ανακουφίσω την φάλαινα, μόνο οι άνθρωποι μπορούν να βοηθήσουν.

-Και πώς θα γίνει να τους ειδοποιήσουμε;

-Το βρήκα, είπε η γοργόνα, θα δώσω ανθρώπινη φωνή στο δελφινάκι. Κι αυτό θα πάει να ειδοποιήσει τον ψαρά.

Πραγματικά έτσι κι έγινε. Το δελφινάκι με την ανθρώπινη φωνή συνάντησε μια βάρκα μ΄έναν ψαρά κι άρχισε να πηδάει έξω από το νερό. Και σε κάθε πήδημα έλεγε λίγα λόγια από το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί στη φάλαινα.

Ο ψαράς στην αρχή ενοχλήθηκε και δεν καταλάβαινε τι ήθελε αυτό το ενοχλητικό δελφίνι, όταν κατάλαβε όμως του είπε να βγει με κάποιο τρόπο η φάλαινα στα ρηχά κι εκείνος θα ειδοποιούσε τους Ανθρώπους της helmepa για να την βοηθήσουν.

Έτσι το δελφινάκι επέστρεψε στους φίλους του στο βυθό και του είπε ό,τι ακριβώς του είπε ο ψαράς. Κι όλοι μαζί προσπαθούσαν να σπρώξουν την φάλαινα προς τα ρηχά, αλλά ήταν πολύ μεγάλη κι ήταν πολύ δύσκολο.

Τότε ο καρχαρίας πήγε κι έφερε ένα μεγάλο δίχτυ που είχε φυλαγμένο, την έβαλαν μέσα προσεκτικά κι όλοι μαζί έπιασαν  το δίχτυ από τις άκρες , με πρώτο και καλύτερο τον καρχαρία και σιγά – σιγά την έσυραν στα ρηχά.

Τότε η γοργόνα άρχισε να τραγουδά  δυνατά κι οι άνθρωποι κατάλαβαν , μπήκαν σε βάρκες και πήραν την φάλαινα που πια ήταν πολύ αδύναμη, έξω στη στεριά και την έβαλαν σε μια πισίνα. Εκεί ο θαλασσοκτηνίατρος της έκανε μια ένεση και κοιμήθηκε και της άνοιξαν μια μικρή τρύπα στο κεφάλι κι έτσι έβγαλαν το πλαστικό μπουκάλι.

Όταν ξύπνησε η φάλαινα, ένοιωθε πια καλά και μπορούσε να φυσά πάλι νερό απ΄το κεφάλι της, αλλά ένοιωθε και φοβισμένη μακριά από το βυθό και τους φίλους της.

Όμως οι άνθρωποι τη φρόντισαν κι όταν ήταν τελείως καλά, την μετέφερα και την επέστρεψαν στην θάλασσα. Κι εκείνη χαρούμενη έβγαζε συνεχώς συντριβανάκια νερό για να τους ευχαριστήσει.

Πίσω στο βυθό οι φίλοι της, την περίμεναν με αγωνία κάθε μέρα  να επιστρέψει.

Κι όταν επιτέλους την είδαν να επιστρέφει και να είναι καλά , όπως και πριν, έκαναν ένα μεγάλο ψαρογλέντι στο κοχυλένιο κάστρο της γοργόνας Ουρανίας , όπου μουσική έπαιξαν οι  ξακουστοί  μουσικοί της περιοχής τα όστρακα και τα καβουράκια.

Κι από τότε όλοι στο βυθό πήραν ένα μάθημα κι έγιναν πολύ πιο προσεκτικοί για το τι τρώνε.

 Επίσης  μέσα σ΄ένα μπουκάλι έστειλαν μήνυμα στους ανθρώπους   που τους ευχαριστούν για τη βοήθεια που πρόσφεραν στην φάλαινα και την παρακάτω προσευχή.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ

«Παναγιά μας  κι Αϊ-Νικόλα,

 σας παρακαλούμε όλα

 πείτε στους τρελούς ανθρώπους

 που βρομίζουνε τους τόπους

 να προσέξουνε λιγάκι το γαλάζιο μας νεράκι.

 Αν σε μας βρομιές πετάνε,

Βρόμικα πως θα μας φάνε;

Και τη μύτη τους θα πιάνουν,

Βόλτα στο γιαλό θα κάνουν .»

 

 

 

 

 

 

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...