Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ




Ήταν παραμονές πρωτοχρονιάς1

Στο χρυσό σύννεφο των ονείρων που κατοικεί ο Αι Βασίλης, όλα ήταν σχεδόν έτοιμα για την μεγάλη αποστολή.

Τα δώρα ήταν έτοιμα τυλιγμένα σε όμορφα πακέτα με χριστουγεννιάτικα χρωματιστά χαρτιά και χρυσούς φιόγκους. Για άλλοι μια φορά τα ξωτικά,  οι βοηθοί του Αι Βασίλη , τα είχαν καταφέρει περίφημα. Δούλεψαν, αγχώθηκαν, κουράστηκαν… αλά τα κατάφεραν!

Κι απόψε έπεσαν νωρίς για ύπνο. Έπρεπε να ξεκουραστούν για να είναι δυνατοί αύριο που θα φόρτωναν όλα αυτά τα δώρα στο έλκηθρο για να παραδοθούν στα παιδιά που τα ζήτησαν.

Κι οι τάρανδοι ήταν σχεδόν έτοιμοι κι αυτοί. Έκαναν τις καθημερινές τους ασκήσεις γυμναστικής για είναι γεροί και δυνατοί, ώστε να αντέξουν στο μεγάλο ταξίδι. Έπεσαν λοιπόν νωρίς κι αυτοί για ύπνο για να σηκωθούν το πρωί και να ξεκινήσουν τις τελευταίες τους ετοιμασίες. Δηλ να γυαλίσουν και να φορέσουν τα μαγικά τους κέρατα.

 Ξέρετε βέβαια πως αυτά τα κέρατα κρέμονται πάνω από τα κρεβάτια τους για να μην τα μπερδεύουν γιατί αν κάνουν λάθος και φορέσουν κάποιου άλλου, δεν μπορούν να πετάξουν.

Α, να μην ξεχάσουν και το μαγικό κουδουνάκι που κρέμεται στο λαιμό τους  κι όταν ταξιδεύουν χτυπάει κι ο κόσμος καταλαβαίνει ότι έρχεται ο Αι Βασίλης. Το κουδουνάκι έχει και μια άλλη χρησιμότητα, αν  κάποιος τάρανδος χαθεί στην νύχτα η στην ομίχλη, τότε οι άλλοι τον βρίσκουν από τον χτύπο του κουδουνιού του.

Ο Αι Βασίλης, αφού έκανε έναν τελευταίο έλεγχο για να διαπιστώσει ότι όλα ήταν καλά κι όλες οι δουλειές είχαν γίνει σωστά, πήγε κι εκείνος νωρίς για ύπνο .Είναι πια κι εκείνος πολύ μεγάλος και πρέπει να κοιμηθεί για να  πάρει δυνάμεις για το μεγάλο ταξίδι που κάνει κάθε χρόνο, εδώ και πάρα πολλά  χρόνια.

Όλα λοιπόν ήταν ήσυχα στο σπίτι του Αι Βασίλη και μόνο τα ξύλα ακούγονταν. που καίγονταν στο τζάκι, για να είναι ζεστά.

Έξω οι χιονονιφάδες συνέχιζαν το μαγικό τους χορό με τα λευκά τους πέπλα και στόλιζαν όλη τη φύση με λεπτό, απαλό, αφράτο χιόνι.

Ξαφνικά και από το πουθενά ξεφύτρωσαν κάτι κακομούτσουνα μαύρα πλασματάκια που χαχανίζοντας, μπήκαν στο σπίτι του Αι Βασίλη.

-Μμμ , ωραία ζεστασιά έχει εδώ, είπε ένα και πλησίασε  τα χέρια του στο αναμμένο τζάκι, είπε ένα πονηρούτσικο. Μου ήρθε μια ιδέα. Πήρε λοιπόν μια κανάτα με νερό και φσσσς την έριξε στο τζάκι και το έσβησε

-Μμμ ώραία γλυκά βλέπω ετοίμασε το ξωτικό μάγειρας και φέτος, είπε ένα παχουλούλικο. Μου ήρθε μια ιδέα. Ελάτε να φάμε όσα μπορούμε. Και πραγματικά έφαγαν, έφαγαν μέχρι που δεν χωρούσε άλλο η κοιλίτσα τους.

-Και τώρα το θαύμα, είπε κι έφερε αλάτι. Έβγαλε προσεκτικά όλη τη ζάχαρη που ήταν πασπαλισμένη πάνω στα γλυκά και έριξε αλάτι, πολύ αλάτι. Μετά έβαλε  πάνω στα πρώην γλυκά, το δάχτυλό του και το έγλυψε.

-Λύσσα….. είπε και κυλίστηκε κάτω από τα γέλια.

-Κι εγώ έχω μια ιδέα, είπε ένα με χαλασμένα δόντια. Όλη αυτή τη ζάχαρη να τη βάλουμε στο γάλα των ταράνδων για να χαλάσουν και τα δικά τους δόντια, όπως τα δικά μου, είπε και χαμογέλασε  δείχνοντας τα μαυροκίτρινα δόντια του ( όσα βέβαια του είχαν απομείνει γιατί εκτός του ότι τρελαινόταν για γλυκά και ζαχαρωτά δεν τα έπλενε κιόλας γιατί σιχαινόταν το νερό και την οδοντόκρεμα).

Κι έτσι έκαναν.

-Μμμμ εγώ τι να κάνω… Τι να κάνω…..., είπε ένα με κουρελιασμένα ρούχα. Το βρήκα!!! θα πάρω και θα φορέσει αυτή την όμορφη στολή του Αι Βασίλη. Σκεφτείτε τι πλάκες θα κάνουμε όταν με μπερδεύουν και με περνάνε για τον Αι Βασίλη και περιμένουν να τους πάω δώρα!

Όμως όταν φόρεσε τα ρούχα του Αι Βασίλη, του έπεφταν πολύ μεγάλα και τότε το μόνο που σκέφτηκε ήταν:

-Να του τα λερώσουμε με λάσπες, έτσι δεν θα μπορέσει να τα βάλει και να ταξιδέψει έγκαιρα κι έτσι θα χαλάσουμε τις γιορτές των ανθρώπων.

Όμως η στολή του Αι Βασίλη είναι μαγική και δεν λεκιάζει. Φαντάζεστε πως θα γινόταν μέσα στις τόσες καμινάδες που μπαίνει;

Λύσσαξε από το κακό του το καλικατζαράκι.

-Τότε κι εγώ θα του κρύψω τις μπότες του, είπε και τις πήρε κι εξαφανίστηκε.

-Εγώ  βρήκα τι θα σκανταλιά θα σκαρώσω, είπε ένα στραβομύτικο. Θα μπερδέψω τα μαγικά κέρατα των ταράνδων. ΄Ακουσα πως για να πετάξουν, πρέπει ο καθένας να φοράει τα δικά του κέρατα, αλλιώς… και πατώντας στις μύτες των ποδιών , για να μην τον πάρουν χαμπάρι, πήγε ξεκρέμασε ,  ανακάτεψε τα κέρατα και τα ξανακρέμασε  έτσι ώστε πάνω από το κρεβάτι του τάρανδου να υπάρχουν τα κέρατα ενός άλλου.

 -Καλά θα γίνει τρελή πλάκα, είπε τρίβοντας τα χέρια του.

Ο τελευταίος είχε μεγάλος θράσος. Πήγε ο πονηρός να βγάλει τα μαγικά κουδουνάκια που φορούσαν οι τάρανδοι στο λαιμό τους. Στην αρχή τα κατάφερε κι έβγαλε 2-3, όμως το τέταρτο , του έπεσε  κι ακούστηκε δυνατά ο ήχος γκλιν γκλιν. Αμέσως τα παράτησε κι εξαφανίστηκε μαζί με του υπόλοιπους πίσω από την πόρτα της αποθήκης, όπου τα ξωτικά φύλαγαν τα υλικά ,που μ αυτά έφτιαχναν τα δώρα. Ευκαιρία λοιπόν όλοι μαζί να τα κάνουν άνω- κάτω.

Δεν πρόλαβαν να κάνουν και πολλή ζημιά γιατί, από τη μια ο θόρυβος από το κουδουνάκι που έπεσε, απ΄την άλλη οι πρώτες αχτίνες του ήλιου , που ήρθαν για να φέρουν το γλυκό φως της μέρας, τους ανάγκασαν να κρυφτούν σε μια σκοτεινή γωνιά.

 Ξέρετε βέβαια πως δεν αντέχουν δύο πράγματα: το φως και την καθαριότητα. Δεν γνωρίζουν καν τι είναι το σαπούνι.

 -Δεν πειράζει , είπε ένας, θα συνεχίσουμε το βράδυ.

-Μα το βράδυ θα ξεκινήσουν για το μεγάλο ταξίδι γιατί αύριο είναι Πρωτοχρονιά, είπε ένα άλλο, δεν προλαβαίνουμε.

-Αν τα καταφέρουν  να ξεκινήσουν ,με όλα αυτά που τους σκαρώσαμε χιχιχι…, είπε το πρώτο.[

Εν τω μεταξύ όλοι σιγά- σιγά ξυπνούσαν στο σπίτι του Αι Βασίλη κι άρχιζαν τις προετοιμασίες.

Οι τάρανδοι, αφού φόρεσαν τα μαγικά τους κουδουνάκια ,βγήκαν στην αυλή και ξεκίνησαν τις  καθημερινές τους ασκήσεις για να δυναμώσουν. Μετά κάθισαν στην μεγάλη στολισμένη τραπεζαρία για να πάρουν το πρωινό τους: γάλα με δημητριακά. ΄Όμως σαν κάτι να είχε αλλάξει στη γεύση του πρωινού τους. Ήταν πιο γλυκό, απ΄ό,τι συνήθως και τους άρεσε περισσότερο. Γι αυτό κι όλοι ζήτησαν δεύτερη μερίδα. Που νάξεραν….

Μετά πήγαν ένας ένας πήραν , γυάλισαν και φόρεσαν τα καλογυαλισμένα τους κέρατα.. Κι όταν όλοι ήταν έτοιμοι έκαναν μια δοκιμή και προσπάθησαν να πετάξουν.

Αμ δε…

Ο ένας έκανε κύκλους μέχρι που ζαλίστηκε κι έπεσε κάτω, ο άλλος χοροπηδούσε σαν ελατήριο, ο άλλος δεν μπορούσε να κινηθεί καθόλου, ο άλλος μπορούσε μόνο να χτυπάει παλαμάκια, ο άλλος πήγαινε μόνο προς τα πίσω….. κανείς  όμως δεν μπορούσε να πετάξει.

 Π α ν ι κ ό ς!!!

Κάποιοι τάρανδοι άρχισαν να κλαίνε σπαραχτικά.

-Και τώρα τι κάνουμε; , είπε ο μεγάλος τάρανδος που ήταν κι αρχηγός της ομάδας.

Τα ξωτικά, ακούγοντας τη φασαρία βγήκαν να δουν τι συμβαίνει.

Κι οι τάρανδοι τους εξήγησαν τι συμβαίνει.

-Κάποιος που δεν θέλει να μοιράσει ο Αι Βασίλης τα δώρα, μας έκανε μάγια, είπε ο τάρανδος που συνέχιζε να χτυπά παλαμάκια.

-Μη λες ανοησίες, ποιος δεν θέλει δώρο; Του είπε αυτός που πήγαινε μόνο προς τα πίσω και του έριξε μια ελαφριά σφαλιάρα. Με τη σφαλιάρα του έπεσαν τα μαγικά κέρατα, έτσι κι αλλιώς, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, δεν ήταν καλά στερεωμένα στο κεφάλι του κι αμέσως σταμάτησε να χτυπάει παλαμάκια.

-Αυτό είναι…Τα μαγικά σας κέρατα, κάποιος μπέρδεψε τα μαγικά σας κέρατα, είπε ο αρχηγός των ξωτικών.

-Μα πώς…. Πήγε να πει ένας τάρανδος.

-Μα ποιος…. Πήγε να πει να πει ένα ξωτικό.

-Μη χάνουμε τον καιρό μας με ερωτήσεις, εμπρός βγάλτε τα όλοι, βάλτε εδώ στη μέση κι ένας- ένας να έρχεται να δοκιμάζει για να βρει το δικό του, που θα του εφαρμόζει ακριβώς στο κεφάλι του και θα μπορεί μ΄αυτό να πετά, είπε ο αρχηγός των ταράνδων.

Τους πήρε πολλή ώρα, αλλά στο τέλος τα κατάφεραν και όταν πια  κάθε τάρανδος φορούσε τα δικά του κέρατα, ήταν  έτοιμοι για το ταξίδι.

-Ουφ, τι περιπέτεια, εμπρός παιδιά, έχουμε ένα ολόκληρο έλκηθρο να γεμίσουμε είπε ο αρχηγός των ξωτικών κι όλοι μαζί ξεκίνησαν την δουλειά ,όταν ξαφνικά….

-Ωχχχχχ!!!!!

-Αχχχχχ!!!!!

Οι τάρανδοι ένας- ένας άρχισαν να βογγάνε και να κρατούν τα μάγουλά τους.

Εκείνη τη στιγμή βγήκε φρέσκος- φρέσκος κι ο Αι Βασίλης στην αυλή για να δει πως πάνε οι ετοιμασίες για το μεγάλο ταξίδι.

-Καλημέρα αγαπημένοι μου φίλοι! είπε.

Κι αντί για καλημέρα, είδε τους τάρανδους του να κάθονται κάτω και να κλαίνε, γιατί πονούσαν πάρα πολύ τα δόντια τους.

Η πολλή  ζάχαρη στο πρωινό τους είχε κάνει τη ζημιά της.

 Βλέπετε οι τάρανδοι δεν είναι συνηθισμένοι να τρώνε ζάχαρη και δεν ήξεραν ότι μετά έπρεπε να πλύνουν καλά τα δόντια τους.

-Μα τι έχει συμβεί. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε πρόβλημα, είπε ο Αι Βασίλης. Και τώρα μέρα που είναι που να βρούμε ταραντοδοντίατρο;

-Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά συνέβη και κάτι άλλο περίεργο, είπε ένα ξωτικό και του εξήγησε τι είχε συμβεί με τα μαγικά κέρατα.

-Κάποιος μας έκανε μάγια, είπε ένα άλλο ξωτικό.

Ο Αι Βασίλης, χάιδεψε τη γενειάδα του σκεφτικός.

-Κάποιος κάτι έκανε, αλλά δεν ήταν μάγια. Μάλλον με σκανταλιές μου μοιάζουν όλα αυτά και  υποψιάζομαι ποιος μπορεί να είναι αυτός που τις έκανε.

-Οι καλικάτζαροι!!! Είπαν μ΄ένα στόμα όλα τα ξωτικά μαζί.

-Ναι αλλά τώρα δεν έχουμε χρόνο. Πρέπει να βιαστούμε, τα παιδιά κάτω στη γη μας περιμένουν. Όταν γυρίσουμε με το καλό θα τους περιποιηθούμε τους κακομαθημένους.

-Παρακαλώ πολύ δώστε στους τάρανδους παυσίπονο και συνεχίστε τις ετοιμασίες, γιατί έχουμε ήδη αργήσει , είπε ο Αι Βασίλης και πήγε να ετοιμαστεί.

‘Έπρεπε να βάλει την κόκκινη στολή , που γνωρίζουν όλοι. Γιατί αν πήγαινε στα σπίτια με άλλα ρούχα , με μπλε ας πούμε, ποιος ξέρει τι θα σκέφτονταν οι άνθρωποι. Μπορεί να τον πέρναγαν  για κλέφτη και άντε  να δίνει εξηγήσεις.

Φόρεσε λοιπόν, το κόκκινο παντελόνι του, το κόκκινο σακάκι του με την άσπρη γούνα, το κόκκινο σκουφί του, τη μαύρη ζώνη του κι έσκυψε κάτω από το κρεβάτι του για να βρει και να φορέσει τις μαύρες μπότες του.

Έψαξε, εδώ, έψαξε εκεί, πουθενά οι μπότες του, άφαντες…

-Μα δεν μπορεί, χτες τις γυάλισα και τις έβαλα εδώ κάτω από το κρεβάτι μου, είπε και ξανάψαξε.

Έψαξε προσεκτικά σε όλο το δωμάτιο, αλλά δεν τις βρήκε πουθενά.

Φώναξε τα ξωτικά.

-Βρε παιδιά μήπως κάποιος πήρε τις μπότες μου και τι έχει βάλει κάπου αλλού, ρώτησε.

-Όχι, του απάντησαν κουνώντας  πέρα-δώθε τα κεφάλια τους.

-Τότε τι έχει συμβεί; Μόνες τους σηκώθηκαν κι έφυγαν οι μπότες μου; Τι στην οργή, αποφάσισαν να κάνουν απεργία, είπε γελώντας γιατί ναι μεν συγχύστηκε, αλλά του φαινόταν και πολύ αστείο όλο αυτό..

-Μήπως κι αυτό είναι δουλειά των καλικατζαραίων; Ρώτησε δειλά ένα ξωτικούλι.

-Μάλλον…., πώς δεν το σκέφτηκα. Εμπρός λοιπόν όλοι μαζί να ψάξουμε παντού και γρήγορα να βρούμε τις μπότες μου ( βρε τι  ατυχία να μην έχω ένα δεύτερο ζευγάρι, σκέφτηκε), γιατί ο χρόνος τρέχει και δεν θα προλάβουμε.

Κι όλοι μαζί Αι Βασίλης, ξωτικά και τάρανδοι άρχισαν να ψάχνουν.

Έψαξαν πολλή ώρα στις ντουλάπες με τα ρούχα, έψαξαν κάτω απ΄όλα τα κρεβάτια, έψαξαν στα ντουλάπια της κουζίνας, έψαξαν στο ντουλάπι του μπάνιου, κάτω από το τραπέζι, κάτω από τις καρέκλες, κάτω από τους καναπέδες, στο γραφείο του Αι Βασίλη, αλλά πουθενά δεν βρήκαν τις μπότες.

Κουρασμένοι κάθισαν να φάνε ένα σοκολατάκι και να σκεφτούν πού αλλού μπορεί να είναι κρυμμένες οι μπότες.

-΄Εχω μια τρελή ιδέα, αλλά μπα μάλλον δεν ….οχι…. Είπε ο Αι Βασίλης.

-Τι είναι, τι σκέφτηκες; ρώτησαν όλοι μαζί .

-Να λέω, μήπως αυτοί οι πονηροί  έβαλαν τις μπότες μου σ΄ένα κουτί και το τύλιξαν με ωραίο χαρτί και το ανακάτεψαν μαζί με τ΄άλλα δώρα κι άντε τώρα να το βρούμε.

-Καλέ, τι ωραία ιδέα, είπε ο στραβομύτης καλικάτζαρος, που παρακολουθούσε όλα αυτά  από την χαραμάδα της πόρτας  τρίβοντας τα χέρια του από χαρά, πώς δεν την σκεφτήκαμε εμείς νωρίτερα . Δεν πειράζει θα το κάνουμε μιαν άλλη φορά.

-Είναι λίγο τρελή η ιδέα σου, αλλά από αυτούς όλα τα περιμένει κανείς. Πάμε λοιπόν γρήγορα να ξετυλίξουμε όλα τα δώρα, είπε ο αρχηγός των ξωτικών.

-Μα σοβαρευτείτε, δεν θα προλάβουμε, είπε ένας τάρανδος.

-Και τι να κάνουμε;

-Πάμε γρήγορα, μη χάνουμε άλλο χρόνο, είπε ένα ξωτικό.

Και άρχισαν να κόβουν τις κορδέλες και να  ξετυλίγουν τα δώρα.

Οι καλικάτζαροι κυλιόντουσαν κάτω, κρατώντας τις κοιλιές τους από τα γέλια. Κι όπως κυλιόνταν, δεν πρόσεξαν κι έπεσε κάτω μια μεγάλη κούτα με κομμάτια από παιχνίδια ( νομίζω πως ήταν κομμάτια από τρενάκια) κι ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος.

Ο Αι Βασίλης άκουσε το θόρυβο και πατώντας στις μύτες των  ποδιών, άνοιξε απότομα την πόρτα της αποθήκης και πριν προλάβουν να κρυφτούν, τους τσάκωσε.

-Α, εδώ μου είστε κρυμμένα! Είπε.

-Παιδιά, αφήστε ήσυχα τα δώρα κι  ελάτε στην αποθήκη, σας έχω μια έκπληξη, φώναξε.

Κι όταν όλοι μαζεύτηκαν στην αποθήκη, βρήκαν τις μπότες του Αι Βασίλη , κρυμμένες μέσα στην κούτα με τα κομματάκια του τρένου.

-Τι γυρεύετε εσείς στην αποθήκη μας; Ρώτησε τα καλικατζαράκια.

-Περαστικοί είμαστε, είδαμε φως και μπήκαμε.

-Δική σας είναι η αποθήκη; δεν το ξέραμε.

-Να… ταξιδεύουμε πολλές μέρες κι επειδή ήταν ζεστά, μπήκαμε να ξεκουραστούμε.

-Δεν σας ενοχλούμε ε;

-Και βέβαια  μας ενοχλείτε. Ποιος έκανε τόσες ζαβολιές;

-Ζαβολιές τι είναι αυτό; Φαγητό; Όπως λέμε σεφταλιές;.

-Ζαβολιές, ο..όχι εμείς.

-Εμείς…. είμαστε καλά καλικατζαράκια.

-Εμείς σας αγαπάμε…. Και ματς μουτς φιλούσαν  το χέρι του Αι Βασίλη, που τους κράταγε σφιχτά.

-Λοιπόν για να μας αποζημιώσετε για όλα τα κακά που κάνατε, θα έρθετε μαζί μας στο μεγάλο ταξίδι και σ΄όλο το δρόμο θα τυλίγετε τα δώρα , θα τους βάζετε όμορφες κορδέλες κι ένα καρτελάκι με το όνομα του παιδιού που θα το πάρει. Κι όταν γυρίσουμε θα σας περιποιηθώ.

-Εγώ δεν μπορώ  , ζαλίζομαι στα ταξίδια….

-Κι εγώ δεν μπορώ, είμαι κρυουλιάρης και δεν αντέχω το κρύο πάνω στο έλκηθρο, θα αρρωστήσω….

-Κι εγώ δεν μπορώ, έχω κάτι δουλίτσες να κάνω, γιορτές βλέπετε..

-Ούτε εγώ μπορώ, με περιμένει η μαμά μου να γυρίσω νωρίς θα ανησυχεί , ξέρετε τώρα, μαμάδες…

-Εγώ δεν μπορώ να ταξιδεύω νύχτα, φοβάμαι..

-Αφήστε τις δικαιολογίες και φεύγουμε γιατί έχουμε αργήσει είπε κι έβαλε τις μπότες του.

Οι τάρανδοι μπήκαν στη θέση τους, ο Αι Βασίλης στη δική του και πίσω του, μέσα στο έλκηθρο  οι καλικάτζαροι είχαν πολλή δουλειά να κάνουν. Ο Αι Βασίλης έδωσε εντολή και το ταξίδι ξεκίνησε.

Σ΄όλο το δρόμο οι καλικάτζαροι τύλιγαν δώρα.

-Παιδιά, είπε ψιθυριστά ο αρχικαλικάτζαρος, βρήκα κάτι πολύ καλό να κάνουμε. Θα ανακατέψουμε τα ονόματα των παιδιών και θα βάλουμε λάθος καρτελάκι πάνω στα δώρα, τι λέτε;

-Τέλειο, είπαν κι έβαλαν σε εφαρμογή το νέο τους σχέδιο.

-Παιδιά, έχω κι εγώ μια ιδέα, τι λέτε, να βγάλουμε τις βρώμικες μαύρες μπέρτες μας και μ΄αυτές να τυλίγουμε τ΄αστέρια καθώς περνάμε από δίπλα τους και να τα σβήνουμε;

-Πολύ καλό!!! Είπαν κι άρχισαν να σβήνουν και τ΄αστέρια.

Ο Αι Βασίλης έφτασε στη γη κι άρχισε να μοιράζει τα δώρα. Είχε δώσει εντολή στους τάρανδους να προσέχουν τους καλικάτζαρους για να μην κάνουν καμιά καινούρια ανοησία.

-Μου  φαίνεται πως παραμεγάλωσα και το φως των αστεριών δεν με βοηθάει να διαβάσω τα ονόματα των παιδιών, ευτυχώς που έχω ένα φακό μαζί μου, είπε ο Αι Βασίλης, που δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει πως είχαν λιγοστέψει τ΄αστέρια στον ουρανό.

-Ααααχ , τι ταξίδι  ήταν κι αυτό και τι κούραση που έχω! λέω να πάρω ένα υπνάκο, είπε και χασμουρήθηκε, ένας καλικάτζαρος κλείνοντας πονηρά το μάτι στους άλλους.

-Κι εγώ… κι εγώ…. Κι εγώ… είπαν κι οι άλλοι κι έκαναν πως έκλεισαν τα μάτια τους να κοιμηθούν.

Τότε κι οι τάρανδοι χαλάρωσαν κι άρχιζαν να βλέπουν πόσο όμορφα ήταν στολισμένα τα σπίτια γύρω τους, το μεγάλο δέντρο στην πλατεία, ο χιονάνθρωπος…

-Επιτέλους, τελειώσαμε και φέτος, είπε κάποια στιγμή ο Αι Βασίλης, την ώρα ακριβώς που άρχιζε να ξημερώνει. Εμπρός αγαπημένοι μου φίλοι, πάμε στο ζεστό μας σπιτικό για να γιορτάσουμε κι εμείς την πρωτοχρονιά.

- Κι όσο για σας, είπε γυρίζοντας προς το έλκηθρο…. Επ ! που είναι οι καλικάτζαροι, δεν σας είπα να τους προσέχετε;

-Λυπούμαστε πολύ, αλλά μας ξεγέλασαν για άλλη μια φορά γιατί έκαναν πως ήταν κουρασμένοι και πως κοιμήθηκαν…

-Και βρήκαν ευκαιρία και το έσκασαν… δεν πειράζει , θα τους τσακώσω κάποιαν άλλη φορά. Πάμε τώρα γιατί είμαι πολύ κουρασμένος.

Εν τω μεταξύ οι καλικάτζαροι σκορπίστηκαν σε όλα τα σπίτι κι έκαναν τις γνωστές τους ανοησίες.

 Ξέρετε τώρα εσείς, κατέστρεψαν τα γλυκά,  ξεστόλισαν τα δέντρα, γέμισαν το σπίτι πούπουλα γιατί έπαιζαν μαξιλαροπόλεμο, μπέρδεψαν τα δώρα, έκρυψαν πράγματα κλπ όλα αυτά που κάνουν κάθε χρόνο για να γελάνε.

Την άλλη μέρα το πρωί που ο Αι Βασίλης πήρε το μαγικό του κιάλι για να δει τις χαρούμενες φατσούλες των παιδιών την ώρα που θα άνοιγαν τα δώρα, δεν πίστευε στα μάτια του. Είδε παιδιά κατσούφικα, απογοητευμένα, στενοχωρημένα και δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί.

Κοίταξε τον κατάλογο με τα δώρα που είχαν ετοιμάσει οι βοηθοί του κι είδε πως τα είχε παραδώσει σωστά. Μα τι στην ευχή μπορεί να πήγε στραβά; αναρωτιόταν.

-Οι καλικάτζαροι, εμ βέβαια, έπρεπε να το φανταστώ πως δεν θα κάθονταν φρόνιμα. Και τώρα τι μπορώ να κάνω;

Περπατούσε λοιπόν γύρω- γύρω στο δωμάτιο με τα χέρια του δεμένα  πίσω, όταν ξαφνικά του ήρθε η ιδέα: Πήρε μολύβι και χαρτί κι έγραψε γράμμα σε όλα αυτά τα παιδιά  που με την τελευταία αυτή ζαβολιά των καλικατζάρων, τα απογοήτευσε.

 

 

 

 

Αγαπημένα μου παιδιά,

Λυπάμαι πολύ, αν σας απογοήτευσα

και δεν πήρατε το δώρο που μου ζητήσατε φέτος.

Είναι κι αυτό άλλη μια σκανταλιά

των γνωστών ανόητων καλικατζάρων.

Όμως μην στενοχωριέστε οι βοηθοί μου έπιασαν ήδη δουλειά

κι ετοιμάζουν πολλά – πολλά δώρα ,

για να σας τα χαρίσουμε του χρόνου.

Μέχρι τότε λοιπόν χαρείτε με το δώρο που σας έφερα ,

γιατί κι αυτό ήταν η επιθυμία κάποιου άλλου παιδιού.

Χαρείτε επίσης με όλα τα ωραία

και πολύτιμα πράγματα που έχετε στη ζωή σας.

Χαρείτε με τους γονείς και τους φίλους σας.

Και του χρόνου  , υγεία να έχουμε, θα τα ξαναπούμε.

 

Με πολλή αγάπη

 

Ο Αι Βασίλης

 

 

 

 

Κι αυτό του το σημείωμα σας βεβαιώνω ότι μ΄ένα μαγικό τρόπο το έλαβαν όλα τα παιδιά.

Μπορείτε να σκεφτείτε ποιος ήταν αυτός ο μαγικός τρόπος;

 

 

Τ Ε Λ Ο Σ

 

ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΚΑΜΩΜΑΤΑ




 

 Ήταν παραμονή  Πρωτοχρονιάς. Ο Αϊ Βασίλης που ζει στο μαγικό σύννεφο των ονείρων , πήγε  στο δωμάτιο  που ζουν  οι τάρανδοι  του για να τους ετοιμάσει  για το μεγάλο ταξίδι  του. Ανοίγοντας την πόρτα μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη τον περίμενε .΄Ολοι οι τάρανδοι  βογκούσαν γιατί πονούσαν τα δόντια τους .

 -Μας πώς έγινε  αυτό , ρωτούσε  γεμάτος αγωνία ο  Αϊ Βασίλης.

-Αχ!

-Ωχ!

-Ουχ! Ήταν οι απαντήσεις που έπαιρνε.

 Ο Άγιος  ήταν σε πολύ δύσκολη θέση . Πρώτη φορά στη ζωή του  είχε αυτό το πρόβλημα και δεν ήξερε τι να κάνει.

-Ας μου πει κάποιος  πώς  στην ευχή συνέβει αυτό;

-Οι καλικάντζαροι φταίνε ! Ακούστηκε μια φωνούλα .

-Ποιος μίλησε;

-Εγώ ,είπε ένα μικρό ποντικάκι.

-Α! Εσύ είσαι   καλό μου ; Έλα  εδώ , είπε  ο  Αϊ  Βασίλης και άπλωσε την παλάμη του  για ν’ ανέβει  το ποντικάκι . Έλα πες μας τι ξέρεις ;

 Το ποντικάκι βολεύτηκε  μέσα στην παχουλή  ζεστή παλάμη  και είπε:

-Ήρθαν  οι καλικάντζαροι  κι έφεραν  καραμέλες . πολλές  καραμέλες . Βουνά από καραμέλες  κι οι τάρανδοι έτρωγαν  , συνέχεια έτρωγαν. Φοβήθηκα  πως θ’  αρρωστήσουν . Τελικά κατάφεραν  να χαλάσουν τα δόντια τους.

-

-Χμ! Και τώρα  έτσι όπως έγιναν πως θα κάνουν το μεγάλο ταξίδι ;

-Όπως βλέπεις είναι αδύνατον να ταξιδέψουν .

-Ναι, αλλά τα παιδιά  περιμένουν τα δώρα τους .

-Εγώ τι να κάνω για να σε βοηθήσω;

-Έτσι μικρός που είσαι  σίγουρα  δεν μπορείς να οδηγήσεις  το έλκηθρό μου .Πάμε  όμως να δώσουμε  ένα φάρμακο στους τάρανδους  για να  υποχωρήσει λίγο  ο πόνος  και να βρούμε μαζί μια λύση. Τι λες ;

- Ό,τι  θέλεις θα σε βοηθήσω  καλέ μου Αϊ  Βασίλη.

 Ο Αϊ Βασίλης  έδωσε παυσίπονο στους τάρανδους . Ξαφνικά του ήρθε μια ιδέα….

-Ίσως  θα μπορούσε  να βοηθήσει  η μεγάλη καφέ αρκούδα που ζει στο δάσος με τα  ψηλά έλατα . Θα μπορούσες να της πας ένα μήνυμά μου;

-Ευχαρίστως.

Ο Αϊ Βασίλης  έγραψε το παρακάτω μήνυμα:

« Αγαπημένη μου φίλη καφέ αρκούδα,

Χρειάζομαι επειγόντως  τη βοήθεια

σου. Έλα γρήγορα. Σε περιμένω με

Μεγάλη αγωνία.»

Το ποντικάκι πήρε στα δοντάκια του  το μήνυμα και έφυγε σαν αστραπή  να το παραδώσει. Ήξερε πόσο σημαντικό ήταν να πάρουν τα παιδιά τα δώρα τους στη σωστή ώρα. Σε λίγη ώρα όμως  γύρισε  απογοητευμένο.

-Τι έγινε; Τον ρώτησε όλο αγωνία ο  Άγιος Βασίλης . Δεν μπόρεσες να πας γιατί είχε χιονίσει πολύ;

-Όχι! Δεν είναι αυτό εγώ πήγα  έφτασα στην πόρτα της μεγάλης  καφέ αρκούδας  ,όπου υπήρχε η   επιγραφή: «Μην ενοχλείτε κοιμάμαι».Χτύπησα και ξανακτύπησα . Κόντεψα να σπάσω την πόρτα αλλά την καφέ αρκούδα  δεν κατάφερα να την ξυπνήσω.

-Να πάρει η οργή ! Είπε  συγχυσμένος ο Άγιος Βασίλης. Τι να κάνω ; Τι να κάνω ;  Και η ώρα περνά τόσο γρήγορα.

 Εκείνη τη στιγμή ακουστήκαν  κάτι πονηρά  λαχανάκια  μέσα στην καμινάδα.

-Α! Ώστε εκεί  είστε κρυμμένα . Θα σας περιποιηθώ, είπε από μέσα του ο Άγιος Βασίλης .

Και  περπατώντας  στις μύτες των ποδιών  του έφτασε  στην καμινάδα , απλώνει  το χέρι του και τα τσακώνει. Έξι μαύρα , πονηρά  καλικαντζαράκια που δεν γελούσαν πια , αλλά έτρεμαν από το φόβο τους  για την οργή του  Άγιου Βασίλη.

-           Εσείς  είστε λοιπόν που αρρωστήσατε του τάρανδούς μου  και δεν μπορώ να πάω να μοιράσω  απόψε τα δώρα μου .-

-           Τάρανδοι ; Τι είναι αυτό ; Εμείς μόλις τώρα ήρθαμε.

-           Δώσε μας τα δώρα και καθάρισες.

-           Εμείς είμαστε καλά καλικαντζαράκια.

-           Εμείς δεν ξέρουμε τίποτα .

-           Εμείς σε  αγαπάμε.

 Ματς μουτς δώστου και του φίλαγαν το χέρι του.

-           Σταματήστε τις ανοησίες  και σας ξέρω καλά  , αλλά αυτό δεν θα περάσει  έτσι. Θα σας τιμωρήσω  και νομίζω  πως βρήκα τι θα σας κάνω . Θα σύρετε εσείς το έλκηθρό μου  απόψε.

-           Εμείς  δεν μπορούμε.

-           Έχουμε  μια δουλίτσα εδώ πιο κάτω , ξέρεις.

-             Είμαστε πολύ αδύναμοι.

-           Δεν  ξέρουμε πώς  γίνεται αυτό.

-           Έχουμε κάτι  τελευταία ψώνια  να κάνουμε .

-           Αφήστε τα αυτά  και πάμε γρήγορα  στο έλκηθρο. Έχουμε  αργήσει πολύ, είπε ο Αϊ Βασίλης.

  Και πράγματι  τους έζεψε στο  έλκηθρο και  ξεκίνησαν . Όμως  όπως ήταν  κουρασμένος , πήρε έναν υπνάκο  μέχρι να  φτάσουν στη γη  και τα καλικατζαράκια βρήκαν την ευκαιρία  να σκεπάσουν τα αστέρια  ,με την μαύρη μπογιά που  είχαν κρυμμένη στα μαύρα  σκουφιά τους  Κι όχι μόνο αυτό  ,ανακάτεψαν και τα δώρα  χωρίς  να τα πάρει  είδηση ο  Αϊ Βασίλης.

  Κάποια στιγμή  έφτασαν  επιτέλους  στη γη  κι ο Αϊ Βασίλης  άρχισε  να μοιράζει  τα  δώρα . Τα καλικαντζαράκια  δε, κάθε φορά  που εκείνος  έμπαινε στην καμινάδα , έκαναν διάφορες ανοησίες  και κρυφοχαχάνιζαν  από τη χαρά τους. Σ’ έναν σπίτι  που είχε φωτάκια στο δέντρο του κήπου , τα χάλασαν και το δέντρο έμεινε σκοτεινό. Σ’ ένα άλλο  έπιασαν  το σκυλάκι  και το κλείδωσαν  στ’ αυτοκίνητο . Σ’ ένα τρίτο  έκοψαν όλα  τα φρούτα  από τα δέντρα και τα έβαλαν  μπροστά στην  πόρτα ώστε να τα πατήσει κάποιος και να  χτυπήσει ,και άλλες πολλές ζαβολιές.

  Ο Αϊ Βασίλης  ήταν απασχολημένος και δεν πρόσεξε  τίποτε από αυτά. Κι όταν επιτέλους ,την ώρα περίπου που ξημέρωνε, τελείωσε , ήταν πολύ  πάρα πολύ κουρασμένος. Και ξεκίνησε για το σπίτι του.

  Όταν  επιτέλους έφτασε ,έστρωσε  το γιορτινό του τραπέζι  και κάλεσε και τους καλικάντζαρους  να φάνε μαζί του  για να τους ευχαριστήσει που τον βοήθησαν. Εκείνα πάντα χαχανίζοντας  πονηρά  στρωθήκαν σε  ένα τρελό φαγοπότι . Κι όταν ο Αϊ Βασίλης  σηκώθηκε να τους βάλει νερό  γέμισαν το φαγητό του με αλάτι.

-Πάλι την κάνατε την πονηριά σας . Δεν βάλατε καθόλου  μυαλό  που πληρώσατε τη ζαβολιά  με τους τάρανδους. Όμως  μέρα που είναι  θα σας συγχωρήσω  για τη νέα σας ανοησία. Άλλωστε  εγώ έχω  τώρα δουλειά. Θέλω να δω  με τα μαγικά μου κιάλια  τα παιδιά  κάτω στη γη. Θέλω να δω πόσο χαρούμενα  είναι τώρα  που ξύπνησαν και βρήκαν ακριβώς τα δώρα που μου ζήτησαν, είπε ο  Αϊ Βασίλης  και πήγε να φέρει  τα μαγικά του κιάλια , ενώ τα καλικαντζαράκια  εξαφανίστηκαν.

 Στο μεταξύ  στη γη  τα παιδιά ξυπνούσαν  ένα ένα κι άνοιγαν χαρούμενα τα δώρα τους . Η απογοήτευσή τους ήταν μεγάλη. Τα αγόρια  είχαν πάρει  παιχνίδια που προορίζονταν για   κορίτσια και τα κορίτσια   παιχνίδια που  είχαν ζητήσει τα αγόρια.

 Ντύθηκαν  και βγήκαν  στους δρόμους  στεναχωρημένα . Όλοι  αναρωτιόντουσαν πώς  έγινε  αυτό . Μαζεύτηκαν στη μεγάλη πλατεία  της πόλης  όπου  είχε  στηθεί  ένα  πανέμορφο  Χριστουγεννιάτικο δέντρο  κι όπου  τα  παιδιά  είχαν  φτιάξει έναν  μεγάλο Χιονάνθρωπο. Σ΄αυτόν λοιπόν τον χιονάνθρωπο είχε αναθέσει  η καλή νεράιδα  των γιορτών την δύσκολη αποστολή να διορθώσει  το κακό που προκάλεσαν τα καλικαντζαράκια. Για να το κάνει αυτό του έδωσε ανθρώπινη φωνή.

-Φίλοι μου , είπε σε κάποια στιγμή ο χιονάνθρωπος , ησυχάστε. Φαίνεται πως κάτι έγινε εχθές  κι έσβησαν  τα αστέρια . Κι όπως ο ουρανός  δεν φώτιζε τη γη , ο Αϊ Βασίλης  δεν έβλεπε καλά   κι έκανε  αυτό το τεράστιο  λάθος . Μπορείτε όμως να αλλάξετε  τα δώρα μεταξύ σας και να πάρει ο καθένας αυτό που είχε ζητήσει.

Πράγματι έτσι έγινε και όλα τα παιδιά ήταν και πάλι  χαρούμενα.

Ο Αϊ Βασίλης  που τα είδε   όλα αυτά  με τα μαγικά του κιάλια δεν πίστευε στα μάτια του .

-Θα ψάξω  να τα βρω τα κατεργάρικά  και θα τα κλείσω σε  ένα  κλουβί να μην ξαναπειράξουν  ποτέ κανέναν , είπε θυμωμένος.

 Όσο όμως και να έψαχνε  δεν τα βρήκε πουθενά  και  είναι ακόμα πολύ θυμωμένος μαζί τους.

 

 

 

                         

 

 

 

 

ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΤΟ ΑΣΤΕΡΑΚΙ;

 


«Μέσα στο σαλόνι τα φωτάκια αναβοσβήνουν πάνω στο στολισμένο δέντρο. Όλα είναι ήσυχα όταν ξαφνικά ακούγεται η φωνή της μικρής λαμπερής νεραϊδούλας που κουράστηκε να κρέμεται στα κλαδιά του δέντρου κι είπε να κάνει ένα πέταγμα να ξεμουδιάσει.

-Ει τι γίνεται; Μα  Πού πήγε το αστέρι της κορυφής;

‘Όλα τα στολίδια του δέντρου ( άλλα κοιμόταν , άλλα ονειρευόταν ξύπνια, άλλα χάζευαν τα πολύχρωμα φωτάκια που αναβόσβηναν…) τρόμαξαν και  γύρισαν το βλέμμα προς τα πάνω. Πού ξανακούστηκε ένα καθώς πρέπει  δέντρο και να μην έχει ένα αστέρι στην κορυφή;

Τσουπ τσουπ , ένα ένα τα στολίδια πήδησαν κάτω , πάνω στο παχύ χαλί και κοιτούσαν απορημένα την κορυφή.

  • Ει τι καθόμαστε, είπε ένας χιονάνθρωπος . Να ψάξουμε όλοι μαζί να το βρούμε.

Και πραγματικά έψαξαν παντού μέσα στο δωμάτιο.

Κοίταξαν  μέσα στις πιατέλες με τα γλυκά, κάτω απ΄το χαλί , πάνω και κάτω από τις καρέκλες,  κάτω από το τραπέζι, πίσω  από τα κάδρα, γύρω από τα δώρα, αλλά τίποτα. Το αστέρι της κορυφής είχε εξαφανιστεί. Λες κι άνοιξε η γη και το κατάπιε.

  • Οι καλικάτζαροι, να δεις που αυτοί ήρθαν και το πήρανε, είπε  μια κόκκινη  γυαλιστερή μπάλα. Τους έχω δει εγώ άλλες χρονιές να κάνουν κάτι τέτοια.
  • Μπα δεν νομίζω, είπε ένα φαναράκι . αυτοί συνήθως κάνουν μεγάλες ζημιές. Άλλωστε τόσα στολίδια είμαστε εδώ, δεν θα τους παίρναμε χαμπάρι αν ερχόταν;
  • Τότε που μπορεί να πήγε; Ρώτησε ένα στολίδι ξωτικό.

Κανείς δεν ήξερε να του απαντήσει.

-Ναι αλλά δεν μπορεί να μείνει έτσι χωρίς στολίδι η κορυφή του δέντρου μας, είπε μια χιονονιφάδα. Κάποιος από μας πρέπει να καλύψει αυτή τη θέση.

- Εμείς  δεν μπορούμε είπε ο χιονάνθρωπος γιατί τα βράδια φεύγουμε  κρυφά από το δέντρο  και πηγαίνουμε σ΄ένα σχολείο χιονανθρώπων και τους  παραδίδουμε μαθήματα πώς να κάνουν σκι πάνω στο χιόνι.

-Κι εγώ δεν μπορώ είπε ένα κρεμαστό Αγιοβασιλάκι  γιατί συχνά , όταν δεν προλαβαίνει ο Αι Βασίλης με καλεί και τον βοηθάω να μοιράσει τα δώρα.

-Κι εμείς δεν μπορούμε γιατί τα βράδια πηγαίνουμε στα όνειρα των παιδιών και παίζουμε μαζί τους, είπαν όλες μαζί οι πολύχρωμες μπάλες.

-Κι εμείς δεν μπορούμε γιατί τα βράδια πηγαίνουμε στην χορωδία των αγγέλων και μαθαίνουμε ύμνους, είπε ένα από τα αγγελάκια

-Κι εμείς δεν μπορούμε , είπε μια καμπάνα, γιατί κι εμείς κάνουμε πρόβες για να χτυπήσουμε χαρμόσυνα τα Χριστούγεννα.

-Κι  εμείς δεν μπορούμε , είπε ένα μολυβένιο στρατιωτάκι, γιατί τα βράδια που όλοι κοιμούνται κάνουμε πρόβες τα βήματά μας για την παρέλαση.

-Κι εμείς δεν μπορούμε ,είπε η κάρτα με τις ευχές. Γιατί κάθε βράδυ συναντάμε την νεράιδα των ευχών και συζητάμε κι αποφασίζουμε μαζί ποιες ευχές θα πραγματοποιηθούν και ποιες όχι. Γιατί υπάρχουν και κάποιες ευχές που για πολλούς λόγους ( ξέρετε τώρα εσείς….) δεν πρέπει να πραγματοποιηθούν.

-Με λίγα λόγια κανείς δεν μπορεί να σταθεί στην κορυφή του δέντρου μέρα νύχτα και να το φυλάει σαν άγρυπνος φρουρός;.

-Εγώ μπορώ λέει το  χρυσό ρόδι-γούρι, άλλωστε ένα γούρι είναι πολύ σημαντικό για νάναι τυχερή η νέα χρονιά.

-Κι εγώ μπορώ λέει το στολίδι τύμπανο και μην ξεχνάτε πως τα παιδιά τρελαίνονται για μουσική.

-Κι εγώ, κι εγώ μπορώ λέει το ζαχαρομπισκοτένιο αρκουδάκι . σας υπενθυμίζω πως σε όλους αρέσει και να φτιάχνουν και να τρώνε χριστουγεννιάτικα γλυκάκια.

-Κι εγώ μπορώ λέει η μικρή μπαλαρινουλα. Άλλωστε ξέρω πως τα παιδιά τρελαίνονται να χορεύουν με ζωηρή χριστουγεννιάτικη μουσική.

-Ωραία και τώρα τι κάνουμε που είστε τέσσερις οι υποψήφιοι; Λέει η νεραιδούλα

-Να κάνουμε εκλογές! Να ψηφίσουν τα άλλα στολίδια  ποιον από εμάς θέλουν να βλέπουν στην κορυφή του δέντρου, είπε το ζαχαρομπισκοτένιο αρκουδάκι.

-Και πώς θα γίνει αυτό αφού δεν ξέρουμε τίποτα για σας , είπε πάλι η νεραιδούλα.

-Να σας πάμε ένα ταξίδι στις χώρες μας, είπε το στολίδι τύμπανο.

-Δηλαδή;

-Εγώ θα σας πάω να γνωρίσετε λίγο από τη χώρα της μουσικής.

-Κι εγώ  από την χώρα του πηλού, είπε το χρυσό ρόδι – γούρι.

-Κι εγώ από την ζαχαρομπισκοτένια χώρα μου, είπε το ζαχαρομπισκοτένιο αρκουδάκι.

-Κι εγώ από την χώρα του χορού, είπε η μικρή μπαλαρινουλα.

-Και πώς θα πάμε σε όλες αυτές τις χώρες σας;

Τα στολίδια κοίταξαν γύρω τους.

-Με το   μαγικό χαλάκι της μικρής μαγισσούλας, που είναι εκεί δίπλα στα δώρα!, είπε ο χιονάνθρωπος. Σ αυτό χωράμε όλοι και μ΄αυτό μπορούμε να ταξιδέψουμε! Ακόμα και τα παιδιά μπορούν να ταξιδέψουν μαζί μας, αλλά με ένα άλλο μαγικό χαλί, το χαλί της φαντασίας………..

-Εντάξει , είπε η μαγισσούλα. Ανεβείτε όλοι πάνω του και ξεκινάμε. Που θέλετε να πάμε πρώτα;

-Στη ζαχαρομπισκοτένια πολιτείαααα , φώναξε χαρούμενο το ζαχαρομπισκοτένιο αρκουδάκι, για να φτιάξουν τα παιδιά όμορφα χριστουγεννιάτικα μπισκοτάκια.

-Κι αφού τα παιδιά φτιάξουν τα ζαχαρομπισκοτένια τους έργα θα πάμε  στη χώρα του χορού για να χορέψουν και να ξεφαντώσουν, μετά στη χώρα του πηλού για να φτιάξουν τα δικά τους ρόδια-γούρια και τέλος στη χώρα της  μουσικής για να παίξουν  και να χαρούν. Και μετά θα γυρίσουμε για να ψηφίσουμε τι θέλουμε να μπει στην κορυφή του δέντρου.

Και πραγματικά μετά από αυτό το μαγικό ταξίδι , επέστρεψαν όλα τα στολίδια μαζί με τα παιδιά πίσω στο σαλόνι με το άδειο δέντρο.

Εκεί βρήκαν το αστέρι της κορυφής, να τους περιμένει ανήσυχο.

-Ει , πού είχατε πάει όλοι εσείς; Ρώτησε, ανησύχησα!

-Εσύ πού είχες πάει και σε ψάχναμε και δημιουργήθηκε τέτοιο πρόβλημα μεταξύ μας  για το ποιος θα πάρει τη θέση σου στη κορυφή του δέντρου; Του είπε η μικρή νεραϊδούλα.

-Συγγνώμη!, είπε σκύβοντας το κεφάλι. Είμαι ένα σκανταλιάρικο αστεράκι που έφευγα κρυφά τις νύχτες για να λάμπω ψηλά στον ουρανό και να παίζω με τους φίλους μου , τα άλλα αστεράκια. Εκτός αυτού όμως είχα και μια σημαντική αποστολή να εκτελέσω. Ξεχνάτε ότι τα παιδιά εδώ ευχήθηκαν να γυρίσω όλη τη γη και να δώσω αγάπη σε παιδιά που δεν είναι τόσο τυχερά όσο αυτά; Σε φτωχά παιδιά που δεν έχουν γονείς,  σε παιδιά με αναπηρίες, σε παιδιά  που είναι άρρωστα στα νοσοκομεία, σε παιδιά που ζουν τον πόλεμο. Αλλά τώρα που ολοκλήρωσα την σημαντική αυτή αποστολή μου, δεν θα ξαναφύγω. Να κοιτάξτε με, ανεβαίνω τώρα αμέσως στη θέση μου στην κορυφή και σας υπόσχομαι ότι  θα παραμείνω εκεί όσο είναι το δέντρο στολισμένο.

Σε λίγο τσουπ - τσουπ όλα τα στολίδια ξαναπήραν τη θέση τους στο δέντρο κι όλα έγιναν όπως πριν. Βέβαια κάποια στολίδια , είχαν πράγματα να κάνουν κι έφευγαν για λίγο τη νύχτα που όλοι κοιμόνταν, αλλά αυτό  θα είναι το μυστικό μας».


 

     Ο ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ- Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ!

 

 

-Ας πάμε ένα ταξίδι με την φαντασία μας στη Βόρεια Ελλάδα, που σήμερα χιονίζει και κάνει πολύ κρύο. Τι θα θέλατε να κάναμε , αν είμαστε εκεί;

- Να βγούμε στο πάρκο και  να παίξουμε με το χιόνι.

-Να παίξουμε χιονοπόλεμο.

-Να φτιάξουμε χιονάνθρωπο.

-Ωραία βάλτε λοιπόν χοντρά ρούχα ..

-Και σκουφιά!

-Και κασκόλ!

_Και γάντια!

-Και μπότες!

-Ναι , όλα αυτά και πάμε να παίξουμε στο πάρκο. Α… μου ήρθε μια ιδέα .Τι θα λέγατε να κάνουμε διαγωνισμό και να φτιάξει ο καθένας τον δικό του χιονάνθρωπο.

-Τέλεια ιδέα, μας αρέσει πολύ, είπαν τα παιδιά και ξεχύθηκαν με τα φτερά της φαντασίας τους στο κοντινό χιονισμένο πάρκο, όπου ο καθένας έφτιαξε το δικό του χιονάνθρωπο.

Άλλος έφτιαξε τον χιονάνθρωπό του με δυο χιονόμπαλες, άλλος με τρεις, άλλος με περισσότερες.

 

                                                                                                                           

          

                                                                                                                                                         

Άλλος έβαλε σκουφί, άλλος κασκόλ, ρούχα….

Άλλος έβαλε κουμπιά πετρούλες , άλλος για μάτια καραμέλες, άλλος κουκουνάρια ,  άλλος έβαλε καροτένια μύτη, άλλο έβαλε ένα ξυλάκι. Κι όλοι, μα όλοι έβαλαν κλαδάκια για χέρια.. Χμ μάλλον όχι όλοι. Ένα παιδί που δεν έβλεπε πολύ καλά και   γι αυτό φορούσε χοντρά γυαλιά, ο Φώτης, δεν έβαλε χέρια στον δικό του χιονάνθρωπο γιατί δεν εύρισκε άλλα κλαδάκια.  Άσε που ο χιονάνθρωπό τους ήταν … πώς να το πω λίγο περίεργος, σαν λιωμένο παγωτό .  Ο Φώτης όμως τούδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, του είπε « σ΄αγαπώ πολύ» κι έφυγε για να ψάξει να βρει δυο ξυλάκια να του  βάλει για χεράκια.

 

Τα παιδιά καμάρωναν για τους χιονάνθρωπους τους και λίγο ακόμα να μάλωναν για το ποιος ήταν ο πιο όμορφος.

-Ει κοιτάξτε αυτόν τον χιονάνθρωπο, δεν είναι πολύ   …. Χάλια. Σαν στραβοχυμένος λουκουμάς! Είπε ένα παιδί και τα άλλα συμφώνησαν μαζί του κι έβαλαν τα γέλια. ΄

Όμως επειδή έκανε πάρα πολύ κρύο, έφυγαν κι ήρθαν πάλι μέσα στο ζεστό σχολείο τους και συζητούσαν για τους όμορφους χιονάνθρωπους τους. Ο Καθένας έλεγε τι όνομα θα  ήθελε να είχε ο χιονάνθρωπός τους και έφτιαχναν  φανταστικές ιστορίες με ήρωες τους χιονάνθρωπους τους.

Εν τω μεταξύ, όταν έφυγαν τα παιδιά οι χιονάνθρωποι έκαναν κύκλο κι άρχισαν να κοροϊδεύουν τον χιονάνθρωπο του Φώτη, γιατί δεν είχε χέρια.

-Κοιτάξτε τον πως είναι

Ένα μάτσο άσπρα χάλια…… ( τραγουδούσαν….)

Εκείνη τη στιγμή περνούσε από κει η μαγική χιονονιφάδα και τους άκουσε. Κατέβηκε λοιπόν , φίλησε τον χιονάνθρωπο  που δεν είχε χέρια, του έδωσε ένα πολύ ξεχωριστό δώρο ( να μπορεί να μιλά την γλώσσα των ανθρώπων , να διηγείται όμορφες ιστορίες  που διώχνουν το φόβο και του έμαθε  ένα γλυκό τραγουδάκι για να μη φοβάται κι ο ίδιος)κι εκείνος χαμογέλασε.

Σε λίγο επέστρεψε ο Φώτης , πολύ στεναχωρημένος που δεν βρήκε πουθενά δυο  κλαδάκια για να τα βάλει στο δικό του χιονάνθρωπο.

Μόλις είδε πως τα άλλα παιδιά είχαν φύγει κι ήταν μόνος του εκεί κι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει , φοβήθηκε πολύ  κι άρχισε να κλαίει.

-         Ει , έλα κοντά μου. Μη φοβάσαι  και μην κλαις, του είπε ο δικός του χιονάνθρωπος  με ανθρώπινη φωνή κι άρχισε να του λέει  όμορφες ιστορίες για να μη φοβάται. Του είπε κι ένα τραγουδάκι:

-          

-         Άνοιξ’ την καρδιά σου,
εγώ είμαι εδώ,
στα προβλήματά σου
για να σου σταθώ.

Στη νυχτιά, στο σκοτάδι,
θα ’μαι φως και σημάδι,
θά ’ρθω να σε βρω,
να σου πω μη φοβάσαι,
πια μονάχος δε θα ’σαι:

-        
Σ’ αγαπώ! 

Τότε οι άλλοι χιονάνθρωποι, κατάλαβαν πόσο ξεχωριστός ήταν αυτός ο….. στραβοχυμένος λουκουμάς χιονάνθρωπος κι ένιωσαν πολύ άσχημα για τον τρόπο που του είχαν φερθεί.

Πήγαν λοιπόν κοντά του και του ζήτησαν συγγνώμη. Του ζήτησαν να γίνει φίλος τους και να τους λέει αυτές τις όμορφες ιστορίες. Κι εκείνος δέχτηκε με πολλή χαρά.

Εν τω μεταξύ τα παιδιά , μόλις κατάλαβαν ότι έλειπε ο Φώτης, Βγήκαν να τον ψάξουν . Κι όταν πλησίασαν κοντά στο χιονάνθρωπό του , που του έλεγε όμορφες ιστορίες για να μην φοβάται, κάθισαν κι εκείνα κι άκουγαν και τους άρεσε πολύ.

‘Όταν επέστρεψαν αποφάσισαν ότι ο καλύτερος δημιουργός  χιονάνθρωπου ήταν ο Φώτης, γιατί έφτιαξε έναν χιονάνθρωπο μοναδικό. Τον χιονάνθρωπο της αγάπης!

 

 Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...