Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

                      Η ΨΑΡΟΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ




Μια φορά κι έναν καιρό  ήταν  μια πολύ όμορφη  πριγκίπισσα  που μόλις  την  είδε  να  περνά   μια άσχημη  και κακιά μάγισσα  έστειλε αμέσως  προξενητάδες  στον πατέρα  της  να τη ζητήσουν  σε γάμο  άσχημο  γιο της.

 Όπως ήταν φυσικό ,  όταν  είδε  η πριγκίπισσα τον άσχημο  άντρα  που τη   ζητούσε  σε γάμο  αρνήθηκε  ευγενικά  λέγοντας  ότι  είναι  πολύ μικρή  ακόμα για να παντρευτεί. Η μάγισσα   όμως λύσσαξε  από το κακό της  κι  αμέσως έκανε μάγια    στην όμορφη  πριγκίπισσα και   την μεταμόρφωσε σε ένα  όμορφο  χρυσό ψαράκι  που   το πέταξε   μακριά στον ωκεανό  . Η  πριγκίπισσα  δυσκολεύτηκε  πολύ να καταλάβει  τι  είχε συμβεί  και να προσπαθήσει   να δεχτεί  τη νέα της  ζωή   σαν ψάρι . Κολυμπούσε   λοιπόν   πολύ λυπημένη  όταν συνάντησε  ένα δελφινάκι  .

-Τι έχεις  μικρό ψαράκι  κι  είσαι λυπημένο; Ρώτησε  το δελφινάκι.

- Δεν είμαι ψαράκι  αλλά μια πριγκίπισσα  , είπε το μικρό ψαράκι  και κλαίγοντας  είπε στο δελφινάκι  την ιστορία του .

- Τι μπορώ  να κάνω  εγώ  για να σε κάνω  να χαρείς ; Θέλει  να΄ρθεις  μαζί μου  να γυρίσουμε παρέα  σ’όλο το βυθό του ωκεανού  κι  ίσως σκεφτούμε  κάποια  λύση  στο πρόβλημά σου.

-Θέλω, είπε το ψαράκι.

 Κι έτσι ξεκίνησαν  μαζί για  τη μεγάλη βόλτα . Στη διαδρομή  γνώρισαν  πάρα πολλούς  από τους κατοίκους  του βυθού  ,ψάρια,  μικρά και μεγάλα, αστακούς , γαρίδες  , αχινιούς  , πεταλίδες,  καλαμάρια  και χταπόδια   κι όλη θαύμαζαν  την ομορφιά  που  είχε  το ψαράκι  -πριγκίπισσα  κι ήθελαν να το κάνουν φίλο τους.

  Ψάχνοντας  να βρει λύση  στο πρόβλημα της  φίλης του  το δελφινάκι  έλεγε σε όποιον συναντούσε  την ιστορία του διαφορετικού ψαριού . Κι έτσι σιγά σιγά  πες ο ένας πες ο άλλος  όλοι στο βυθό γνώρισαν την ιστορία της  ψαροπριγκίπισσας . Το  μικρό  ψάρι- πριγκίπισσα   όμως  παρόλο  που  ήταν τόσο όμορφο  , ου  είχε τόσους φίλους  και  γνώρισε  θαυμαστούς τόπους στο βυθό  ήταν πολύ δυστυχισμένο, για τι δεν μπορούσε να συνηθίσει αυτή τη ζωή  και να ξεχάσει πως ήταν  στην πραγματικότητα μια όμορφη πριγκίπισσα.

  Κάποια μέρα  εκεί που ταξίδευαν  ήρθε και  τους συνάντησε η ξανθομαλλούσα  γοργόνα , κόρη  του μεγάλου βασιλιά της θάλασσας  . Κάποιο ψαράκι τη μίλησε  για την ιστορία  της όμορφης πριγκίπισσας   που η κακιά μάγισσα   την έκανε ψάρι  κι ήταν  τώρα μαζί του  στο βυθό.

-Θέλεις να  γνωρίσεις  τον πατέρα μου   μικρό ψαράκι. Εκείνος  είναι σοφός  και ξέρει  ένα σωρό πράγματα . Ίσως μπορεί  να σε βοηθήσει  κι  εσένα .

- Και βέβαια  θέλω . Σ’ ευχαριστώ  καλή μου γοργόνα .

- Βρε , πώς δεν το είχα σκεφτεί  εγώ  αυτό ; Δίκιο  έχεις καλή μου φίλη . Ελάτε  γρήγορα  , μη χάνουμε χρόνο  , είπε το δελφινάκι.

 Κι οι τρεις  τους παρέα  κολύμπησαν  κι έφτασαν σε μια θαλασσοπολιτεία  που το μικρό  ψάρι  τα ‘χασε  από την  λάμψη της  και την ομορφιά της . Όμως ακόμα πιο θαυμαστό  ήταν το παλάτι  του πατέρα της  γοργόνας  , στολισμένο με κοχύλια,  κοραλλιά,  μαργαριτάρια  , ρουμπίνια  κι άλλες πολύτιμες  πέτρες . Το  ψάρι – πριγκίπισσα ούτε στα όνειρά του δεν  είχε  δει έναν τέτοιο  τόπο . Δεξιά και αριστερά  στην  είσοδό του ήταν  ακοίμητοι  φρουροί  δυο ιππόκαμποι  που σαν είδαν την Χρυσομαλλούσα  γοργόνα  έκαναν στην άκρη   για να περάσει  με την παρέα της .

Σε λίγο  οι 3 φίλοι  ήταν μπροστά  στον πατέρα της  γοργόνας  που  χάιδευε  τα μαλλιά  της μικρής του  κόρης  που την αγαπούσε πολύ . Του   είπαν για αυτό  το πρόβλημα που  είχε  το ψαράκι πριγκίπισσα  κι  εκείνος   έπεσε σε  βαθειά  συλλογή . Αφού σκέφτηκε πολύ  τους  είπε σοβαρά:

-Στην άλλη άκρη του ωκεανού  είναι ένα παλιό  βυθισμένο πλοίο  , από εκείνα  τα πολύ  παλιά  που δεν είχαν μηχανές  αλλά πανιά  και κουπιά.  Εκεί λοιπόν  είναι ένα  αγγείο  κλειστό  , που  όπως  μου είπε κάποιος  άνθρωπος  που τον  έσωσα  απ’ αυτό  το ναυάγιο  ,έχει ένα  φάρμακο  που γιατρεύει  όλες τις αρρώστιες  και λύνει τα μάγια. Μέχρι σήμερα  δεν το  χρειαστήκαμε  . Μα αν   είναι αλήθεια  τότε εσύ  αυτό χρειάζεσαι . Προσοχή  όμως , το βυθισμένο  πλοίο  μένει   ένα τεράστιο χταπόδι που δεν αφήνει  κανένα  να το πλησιάσει . Πρέπει  να βρείτε  τρόπο να το ξεχάσετε .

-Καλά  ,θα πάμε  πρώτα εκεί και μετά  θα δούμε  τι θα κάνουμε  , είπε το δελφινάκι.

-Σ’ ευχαριστώ πολύ  καλέ μου βασιλιά  ,  είπε το ψάρι  πριγκίπισσα  και ξεκίνησα οι δυο τους  να βρουν  το ναυαγισμένο  πλοίο.

 Κολυμπούσαν  και κολυμπούσαν   μέρες και νύχτες  ώσπου  ένα πρωινό  το είδαν  μπροστά τους  ακριβώς  όπως το  είχε  περιγράψει  ο βασιλιάς  της θάλασσας .

-Τώρα τι κάνουμε ; Ρώτησε   το δελφινάκι βλέποντας   το μεγάλο χταπόδι  να κοιτάζει  απειλητικά  γύρω του.

- Το  βρήκα  ,  είπε το ψαράκι  . Τόσο καιρό  μαζί σου  στο βυθό   δυνάμωσα  κι έμαθα  να κολυμπάω  πολύ γρήγορα  . Θα πάω λοιπόν  μπροστά  στο χταπόδι  να με κυνηγήσει  κι εγώ θα του ξεφύγω  ενώ εσύ θα το πάρεις  , το αγγείο  με το φίλτρο , που χρειάζομαι.

-Να  αυτό  είναι  πού  επικίνδυνο.

-Ναι  αλλά  δεν θα ήταν  δίκαιο  να κινδυνέψεις  εσύ  για κάτι  που χρειάζομαι εγώ  τόσο πολύ; Θα συναντηθούμε  σε αυτό το βράχο   εδώ. Έτσι κι  έγινε  . Το χταπόδι  μόλις  είδε  το ψάρι  πριγκίπισσα  όρμισε  να το πιάσει  αλλά εκείνο με έναν ελιγμό  , τον ξέφυγε   συνέχεια  μέχρι που το τεράστιο   χταπόδι  απομακρύνθηκε  πολύ από το βυθισμένο  πλοίο  κι έτσι  το δελφινάκι  κατάφερε  να πάρει  μακριά το αγγείο με το   φίλτρο.

Μετά οι δυο φίλοι  συναντηθήκαν  στο σημείο  που  είχαν πει  και το  ψάρι πριγκίπισσα  ήπιε το φίλτρο  κι αμέσως  ξαναέγινε  η όμορφη πριγκίπισσα  κι  ανέβηκε στον αφρό της θάλασσας παρέα με το δελφινάκι. Ανέβηκε  στην πλάτη   του μικρού δελφινιού  και εκείνο την πήγε στην ακτή .

-Θα έρχομαι να σε βλέπω συχνά να σε βλέπω  δελφινάκι μου.

- Φώναξέ με και εγώ θα  έρχομαι   με χαρά  να σε βλέπω  . Γεια σου πριγκίπισσά μου και αν  είσαι ευτυχισμένη .

-Γεια σου καλέ μου φίλε  και σε ευχαριστώ  πολύ για όλα . Θα σε θυμάμαι  πάντα με αγάπη.

 Κι έτσι η όμορφη πριγκίπισσα  γύρισε στο σπίτι της  κι όλοι ήταν  πολύ χαρούμενοι . Όλοι εκτός  από την άσχημη  κακιά μάγισσα  που έσκασε από το κακό της .Η πριγκίπισσα  ποτέ δεν ξέχασε  τους φίλους της  και κυρίως το μικρό δελφινάκι που  πήγαινε στη θάλασσα και το συναντούσε συχνά. Μια μέρα το δελφίνι που αγάπησε την πριγκίπισσα ,  της ζήτησε να το  παντρευτεί , αφού πρώτα  μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο με τη  βοήθεια του βασιλιά της θάλασσας . Η πριγκίπισσα  δέχτηκε αμέσως και  έζησαν για πάντα μαζί.

                            

                           ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΚΟΥΝΕΛΑΚΙ  ΧΑΘΗΚΕ



Μια φορά και ένα καιρό  ένα μικρό κουνελάκι που ζούσε σε ένα πανέμορφο μικρό αγρόκτημα  ,αποφάσισε  να πάει μια βόλτα  στο  δάσος για να δει  πως περνούν  εκεί   τα ζώα .

Ο σκύλος , ο καλός του φίλος ,το προειδοποίησε  να μην πάει εκεί γιατί είναι πολύ επικίνδυνα για μικρά ζωάκια όπως αυτό.

-Εγώ θα πάω , είπε αποφασισμένο  το μικρό κουνελάκι.

 Μια μέρα ,λοιπόν  έφυγε κρυφά  από τη μαμά του  και ξεχύθηκε όλο περιέργεια στο μεγάλο και παράξενο πυκνό δάσος.

Όλα του έκαναν  μεγάλη εντύπωση , τα  διάφορα λουλούδια ,τα τεράστια  δέντρα αλλά και τα παράξενα τραγούδια που τραγουδούσαν κάθε λογής παράξενα πουλιά. Ήταν κατενθουσιασμένο.

-Άραγε τι το κακό  έχει  εδώ , όλα  είναι πολύ ωραία και ήσυχα , ο σκύλος δεν είχε καθόλου δίκαιο ,έλεγε και ξαναέλεγε στον εαυτό του.

 Η ώρα  πέρασε χωρίς να το καταλάβει και σε  λίγο ήρθε το βράδυ . Το κουνελάκι δεν είχε επιστρέψει ακόμα στη μαμά του  και τ’ αδελφάκια του  μαζί με τα άλλα ζώα που ζούσαν στο αγρόκτημα  άρχισαν να ανησυχούν.

 Το πρωί ξεκίνησε  μια αρκούδα με  αρχηγό  τον αδελφό του τον Γκριζούλη και τους  φίλους του  τον σκύλο  , την γάτα,  την πάπια και τον κόκορα  . Όλοι μαζί  βγήκαν από το αγρόκτημα  κι άρχισαν να ψάχνουν εδώ και  κει.

  Πήγαν στους χωματένιους δρόμους αλλά δεν το βρήκαν.

 Πήγαν  στο κοντινό πάρκο  αλλά και εκεί  τίποτα.

Πήγαν  σε  ένα κοντινό αγρόκτημα ,αλλά και εκεί δεν υπήρχε τίποτα . Κανείς δεν το είχε δει.

 Πήγαν στο ποταμάκι αλλά και πάλι  δεν το βρήκαν.

 Όταν έφτασαν στο δάσος  κι άρχισαν να το φωνάζουν  , το κουνελάκι που κοιμόταν προφυλαγμένο  σε μια κουφάλα δέντρου  , τους άκουσε .  Αμέσως ξύπνησε   ,έτρεξε γρήγορα και έπεσε  στην αγκαλιά του αδελφού του.

 Αφού γύρισαν στο αγρόκτημα  οι φίλοι του ,  του έδωσαν φρέσκα καρώτα  να φάει και κάθισαν γύρω του   να του διηγηθεί την περιπέτειά του. Τους  είπε λοιπόν,  πως όταν έφτασε στο δάσος  του έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση και στην αρχή δεν του φάνηκε καθόλου επικίνδυνο.

Εκεί που χάζευε  τα τεράστια  ψηλά δέντρα  το πήρε είδηση μια αλεπού και  άρχισε να το κυνηγά με το στόμα ανοιχτό για να το φάει.  Καθώς έτρεχε τρομαγμένο για να της ξεφύγει  ,για καλή του τύχη πετιέται μπροστά του ένα κυνηγόσκυλο  που άρχισε να κυνηγά την αλεπού . Έτσι κατάφερε να  γλυτώσει από αυτήν . Ήταν πολύ τρομαγμένο και φοβισμένο ώσπου  κάθισε σε μια γωνιά  του δάσους.

 Σε λίγη ώρα  το πλησίασε ένα    μικρό ποντικάκι και έγιναν αμέσως φίλοι καλοί. Αυτό το γνώρισε σε πολλούς μικρούς ποντικούς  φίλους του  και πέρασαν πολύ ωραία.

  Το βράδυ  κοιμήθηκε  στην κουφάλα του δέντρου  ενώ από έξω  τον φύλαγε η κουκουβάγια που ήταν φίλη καλή με τον ποντικό. Έτσι κοιμήθηκε  ήσυχα ως το πρωί μέχρι να έρθουν οι  φίλοι του να το βρουν .

 Το κουνελάκι τους διαβεβαίωσε ότι ποτέ ξανά δεν θα έκανε κάτι τέτοιο , να ξαναπάει κρυφά στο δάσος , και όλοι μαζί  τα ζώα του αγροκτήματος αποφάσισαν αν κάνουν μια γιορτή για να  γιορτάσουν την επιστροφή του άτακτου κούνελου.

 

 

                                         ΕΝΑ ΜΠΑΛΟΝΙ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ




  Ένα  ανοιξιάτικο πρωινό  καθώς η Χρύσα  βγήκε από το σπίτι της  για να πάει στο νηπιαγωγείο ,  βρήκε στην αυγή του   σπιτιού της  ένα μπλε μπαλόνι. Χαρούμενη  το πήρε στο σχολείο  για να το δείξει στους φίλους της.

   Στο ίδιο νηπιαγωγείο πήγαινε και ο Χρήστος  που αναγνώρισε  το μπαλόνι  που του χάρισαν χτες.

 Χτές  λοιπόν  ο Χρήστος  πήγε  με τους γονείς  του και  τον  αδελφό του  σε μια  έκθεση  με είδη σπιτιού . Εκεί  κάποια κυρία  που  είχε μαγαζί  του χάρισε ένα διαφημιστικό  μπλε μπαλόνι  που έγραφε  τη φίρμα  του καταστήματος παιχνιδιών  που είχε  αυτή η κυρία .

 Χαρούμενος ο Χρήστος  άρχισε να παίζει  με το μπαλόνι του   αλλά είδε κάποια παιδιά που έτρωγαν παγωτό  κι ήθελε κι εκείνος . Οι γονείς του  , του αγόρασαν  παγωτό  κι όπως άρχισε να το τρώει  δεν πρόσεξε κι ένα αεράκι    φύσηξε και πήρε το μπαλόνι  μακριά.

  Το μπαλόνι άρχισε να ταξιδεύει  ψηλά στο ουρανό   όπου συνάντησε   ένα χαρταετό που είχε ξεφύγει  σπάζοντας τον σπάγκο   την Καθαρή Δευτέρα  κι από τότε ταξίδευε μόνος του  . Χάρηκε που  βρήκε κάποιον  να κάνει   παρέα κι έτσι έγιναν φίλοι  . Όμως φύσηξε δυνατός  αέρας  και πήρε το μπαλόνι   μακριά .

- Γεια σου  φίλε , είπε  ο  χαρταετός  . Εύχομαι να ξανασυναντηθούμε κάποτε.

 Το μπαλόνι συνέχισε το ταξίδι  ώσπου συνάντησε  ένα χελιδόνι  που ερχόταν από την Αφρική.

- Μπορώ να ξεκουραστώ λίγο πάνω σου ; ρώτησε   το χελιδόνι. Ξέρεις έχασα τους φίλους μου  κι έχω κουραστεί να τους ψάχνω .

- Ευχαρίστως  , ξεκουράσου  πάνω μου. Εγώ δεν έχω φτερά  να κουραστώ . Πάω όπου με φυσάει ο άνεμος ..

 Το χελιδόνι για να ευχαριστήσει το μπαλόνι, όση ώρα  ξεκουράζονταν πάνω του ,  του είπε ιστορίες  από τη ζούγκλα   για το λιοντάρι  που μάλωνε με τη τίγρη για τη τροφή  και άλλα ενδιαφέροντα πράγματα.

 Μετά έφυγε το χελιδόνι  κι όπως πετούσε  το μπαλόνι συνάντησε ένα   τεράστιο  μπαλόνι  που είχε  ένα καλάθι από κάτω . Ένα αερόστατο!  Μια κυρία με το παιδί της  ήταν μέσα στο αερόστατο, κι ο μικρός έδειξε  το μικρό μπλε μπαλόνι .

- Πιάστο μαμά , θέλω να παίξω μαζί του γιατί δεν έχω παιχνίδια  εδώ μέσα .

Η μαμά προσπάθησε να πιάσει το μπαλόνι αλλά ο αέρας το πήρε μακριά.

 Ξαφνικά το μπαλόνι  χτύπησε πάνω σ ένα σύννεφο! Ει Πρόσεχε λίγο,  Δεν είσαι μόνος σου εδώ  πάνω , του είπε το σύννεφο.

- Συγγνώμη  , είπε το μπλε μπαλόνι , αλλά και εσύ  τρέχεις πολύ γρήγορα . Στάσου να ξαποστάσεις λίγο , να μιλήσουμε να κάνουμε παρέα .

- Λυπάμαι  , κάποια άλλη στιγμή  ίσως, τώρα βιάζομαι . Με περιμένει η   γη να ποτίσω  για να βγουν  γρήγορα τα λουλούδια  να στολίσουν την άνοιξη.

- Έχεις σπουδαία αποστολή σε θαυμάζω ! Στο καλό ,καλή βροχή! .

 Το μπαλονάκι κοιτώντας το  σύννεφο που έφυγε βιαστικό  κόντεψε να πέσει  πάνω σ’ ένα αεροπλάνο  . Ο πιλότος του τα κατάφερε  και το απέφυγε αλλά ο  αέρας του  αεροπλάνου    το έκανε να χάσει  την ισορροπία του  και να πέσει  κάτω  στη γη.

Έπεσε  λοιπόν  σε μια παιδική χαρά  όπου έπαιζαν  κάποια παιδιά και χάρηκαν  πολύ που  το βρήκαν  κι άρχισαν να  παίζουν μαζί  του .

 Περνούσαν πολύ όμορφα  μέχρι που ήρθε η ώρα  να φύγουν . Εκεί άρχισαν να τσακώνονται  γιατί όλα  τα παιδιά ήθελαν  το μπαλόνι στο σπίτι τους . Άφησαν λοιπόν  το μπαλόνι κάτω και πιάστηκαν  στα χέρια  . Ευτυχώς φύσηξε ο αέρας   και πήρε το μπαλόνι  μακριά. Για κακή του τύχη  μπλέχτηκε στα κλαδιά μιας πορτοκαλιάς . Κι ακόμα χειρότερα  , ήρθε ο μεγάλος άσπρος γάτος της Χρύσας  κι άρχισε να τον γδέρνει με  τα νύχια του .

Ευτυχώς  δεν κατάφερε να τον γδάρει  παρά μόνο να τον πετάξει  στην αυλή της Χρύσας  ακριβώς την ώρα που έβγαινε   η Χρύσα για το σχολείο.

 

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ,

 ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΓΗ




Φωτιά! Καίγεται το δάσος! Τρέξτε να σωθείτε!!!!! Ακούστηκαν φωνές ξαφνικά, σπάζοντας την ηρεμία και την γαλήνη του δάσους.

΄Ολοι , ζώα, πουλιά και έντομα έτρεχαν να σωθούν από την μανία της φωτιάς. Μαζί με όλους, τρομαγμένος, πετούσε δεξιά κι αριστερά , προσπαθώντας να σωθεί κι ο κότσυφας.

Ίου, Ίου…., ακούστηκε κι εμφανίστηκαν τα αυτοκίνητα της πυροσβεστικής και πολλοί άνθρωποι ( άλλοι ήταν πυροσβέστες, άλλοι ήταν απλοί άνθρωποι σαν και μας) ξεχύθηκαν στο δάσος και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά..

Αφού πάλευαν πολλές ώρες, κατάφεραν να σβήσουν τη φωτιά, όμως το αποτέλεσμα ήταν τραγικό. Τα δέντρα ήταν καμένα ,χορταράκι δεν υπήρχε πουθενά, λουλουδάκι δεν υπήρχε ούτε για δείγμα.

 Εκεί που κάποτε ήταν ένα πανέμορφο δάσος που ζούσαν τόσα ζώα, που κελαηδούσαν τόσα πουλιά, που το στόλιζαν τόσα πολύχρωμα λουλούδια  τώρα έβλεπες παντού μαυρίλα και εικόνες καταστροφής.

Ο Κότσυφας δεν άντεχε να το βλέπει κι έφυγε μακριά. Πήγε στην πόλη, έφτιαξε πρόχειρα μια φωλιά σ΄ένα παλιό εγκατελειμένο σπίτι κι εκεί η κοτσυφίνα του γέννησε τα αυγά, απ΄όπου βγήκαν τα μικρά κοτσυφόπουλα τους.

Όμως ο κότσυφας δεν άντεχε τη ζωή στην πόλη και συχνά σκεπτόταν  τον καθαρό αέρα και το πόσο όμορφα περνούσε στο όμορφο δάσος του.

 Και μια μέρα που τον είχε πιάσει ένας δυνατός βήχας από τα καυσαέρια στην πόλη, αποφάσισε να επιστρέψει με την οικογένειά του πίσω στο δάσος.

Στο δρόμο , καθώς πετούσαν προς τα κει, είδε τον Χάρη τον βάτραχο να κλαίει στην όχθη του ποταμού.

-Πετάχτηκα να κάνω παρέα στην καημένη τη χελώνα που δεν είναι καθόλου καλά, γιατί όπως είπε ο γιατρός τα λαχανόφυλλα που έφαγε είχαν πάνω τους φυτοφάρμακα. Κι έμεινα εκεί λίγο καιρό μέχρι να νοιώσει καλύτερα. Καθώς επέστρεφα κόντεψε να με πατήσει ένα αυτοκίνητο. Και τώρα ψάχνω το ποταμάκι μου με το γάργαρο νεράκι και δεν το βρίσκω. Μόνο σκουπίδια έχει εδώ πέρα.

-Ακολούθησέ μας στο καμένο δάσος να δούμε τι μπορεί να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε, του είπε ο κότσυφας.

Πετώντας  είδε  πιο κάτω τον Μίμη τον λαγό να έχει πιαστεί σ΄ένα δόκανο  και να κλαίει γιατί πονούσε πολύ

-΄Ετρεχα πολύ βιαστικός να ειδοποιήσω κάποιον να έρθει να βοηθήσει τον καημένο τον αετό, που τον χτύπησε κάποιος κυνηγός κι έχει σπάσει τη φτερούγα του, δεν πρόσεξα και πιάστηκα στο δόκανο. Κάνε κάτι σε παρακαλώ να με βοηθήσεις.

-Θα πάω στο δάσος να συζητήσω με τους φίλους μου και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να σε βοηθήσουμε.

-Κάνε γρήγορα όμως γιατί πονάω.

Ο Κότσυφας συνέχισε να πετάει κι είδε πολλά μικρά και μεγαλύτερα ζωάκια κι έντομα, να ακολουθούν το μονοπάτι που οδηγούσε στο καμένο δάσος .

Φαίνεται πως κι άλλοι επιστρέφουν, σκέφτηκε.

Όμως, όταν πήγε πιο κοντά και κοίταξε πιο προσεκτικά είδε ότι δεν ήταν κανείς από τους φίλους του.

-Ει… που πάτε όλοι εσείς;

-Πάμε να βρούμε ένα δάσος για να μείνουμε γιατί στο δικό μας ήρθαν αρχικά οι ξυλοκόποι κι άρχισαν να κόβουν τα δέντρα μας για να φτιάξουν λέει χαρτί , έπιπλα κι άλλα ξύλινα είδη και μετά μπήκαν μπουλντόζες που μούγκριζαν  κι εμείς δεν είχαμε πια φωλιές για να μείνουμε κι έτσι φύγαμε, είπε μια αλεπουδίτσα.

-Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε το φίλο μας τον Μίμη τον λαγό να ελευθερωθεί από το δόκανο;

-Πάω εγώ λέει μια αρκουδίτσα, που ξέρω από αυτά. Κι επιστρέφω να ζήσουμε όλοι μαζί στο δάσος.

-Εδώ όμως το δάσος είναι καμένο. Δεν έχει καθόλου δέντρα και λουλούδια..

-Έχει εμένα ,είπε μια άσπρη παπαρούνα.

-Και τι λουλούδι είσαι εσύ;

-Παπαρούνα.

-Μα οι παπαρούνες είναι κόκκινες….

-Όταν είναι χαρούμενες. Όταν είναι λυπημένες είναι άσπρες.

- Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ξαναζωντανέψει το δάσος.

-Ναι αλλά ποιο τρόπο. Εμείς είμαστε ζωάκια τι μπορούμε να κάνουμε;

-Το βρήκα! Λέει ο κότσυφας . Θα μας βοηθήσουν τα παιδιά

Που ακούν την ιστορία μας. Τα παιδιά έχουν καθαρή καρδιά και σκέπτονται όμορφα πράγματα γιατί είναι πολύ έξυπνα.

Κι επίσης θα μας βρουν τρόπους να προστατέψουμε το δάσος, που  με τα δέντρα του χαρίζει σε όλους μας οξυγόνο και τρόπους για να γίνει όλων μας η ζωή καλύτερη πάνω στον όμορφο πλανήτη μας .

Τι λέτε λοιπόν , πώς μπορείτε να βοηθήσετε για να γίνει η γη μας ένας μικρός παράδεισος;  

1. ΖΩΓΡΑΦΙΣΤΕ ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΕΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ

2. ΝΑ ΛΥΣΟΥΜΕ ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΖΛ.

3.. ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΟΜΑΔΕΣ ( ΔΕΝΤΡΑ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ, ΠΟΥΛΙΑ, ΕΝΤΟΜΑ, ΖΩΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ ΚΑΙ Ν ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΜΕ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΟΜΑΔΑΣ ΜΑΣ.

                                 Ο ΜΠΑΝΤΑΜΠΟΥΜΠΑ


 Μια φορά και έναν καιρό  , την εποχή  που οι πειρατές ήταν φόβος και τρόμος  στη θάλασσα  , ζούσε  ένας πειρατής   που τον έλεγαν Μπανταμπούμπα.

 Ήταν όμορφος  και κομψός  με περιποιημένα γένια  και μουστάκια  , είχε ένα σκουλαρίκι  στο αυτί  και ένα μαύρο πετσί   στο ένα του μάτι  , γιατί είχε  χτυπήσει  σε μια μάχη  . Ένας   κακός πειρατής  είχε παλέψει μαζί του  και τον σημάδεψε με μια σπαθιά  στο πρόσωπο . Φορούσε  ένα μαύρο καπέλο  με το  πειρατικό σήμα   κει ένα  κόκκινο μαντήλι στο λαιμό.

 Είχε  ένα όμορφο ξύλινο  πλοίο με πανιά  και πολλά  κανόνια  . Ψηλά ανέμιζαν  δυο σημαίες  , μια μαύρη πειρατική  και μια άσπρη  με έναν κόκκινο δράκο  γιατί το πλοίο του λέγονταν « Κόκκινος  δράκος» κι είχε μπροστά του  στην πλώρη  ένα κόκκινο κεφάλι δράκου  και πίσω  στην πρύμνη μια κόκκινη  ουρά δράκου.

 Είχε  για πλήρωμα   αρκετούς άντρες  που όλοι άκουγαν  και σέβονταν  τον καπετάνιο τους αλλά και  τον φοβόταν  γιατί νευρίαζε  και γίνονταν  θεριό ανήμερο . Ο  πειρατής,ο καπετάν Μπανταμπούμπα  λήστευε  μόνο  τους  άλλους κακούς πειρατές  γι’ αυτό  ήθελε  πάντα το πλήρωμα του  να’ ναι   έτοιμο  για   περιπέτειες  και για  σκληρές μάχες   γιατί οι κακοί πειρατές  δεν ήταν  εύκολοι  αντίπαλοι .

 Αυτό  μάλιστα απέδειξαν  με την επίθεση   που έκαναν  στο καράβι  του,  όπου εκείνος  τραυματίστηκε σοβαρά  κι οι πειρατές  έκλεψαν  τους θησαυρούς του .. Κι όταν έγινε αυτό,  έβγαλε αφρούς από το κακό του  . Αποφάσισε  λοιπόν να ψάξει  σε όλες  τις  θάλασσες  για να τους βρει  και  να πάρει πίσω τους θησαυρούς του.

΄Εμαθε ότι οι πειρατές που τον λήστεψαν ήταν οι άντρες του ξακουστού για την σκληράδα του , πειρατή Καρατζούλη.

 Περίμενε να φυσήξει  άνεμος για να φουσκώσει  τα πανιά  του πλοίου  και ν α ταξιδέψει κι όταν έγινε αυτό  σήκωσε  την  άγκυρα  και σάλπαρε.. Ταξίδευε 20  ημέρες  και 20  νύχτες  μα δε συνάντησε  κανένα πειρατικό  καράβι , όταν ξαφνικά τους έπιασε  μεγάλη φουρτούνα  κι αναγκάστηκε  να δέσει  το πλοίο του  σ’ ένα παράξενο νησί  , μέχρι να περάσει η μπόρα. Είδε  λοιπόν με τα κιάλια του   στην παραλία του νησιού να περπατούν  2 δράκοι  , ένας μαύρος και ένας πράσινος . ΄Ολοι  οι πειρατές ήξεραν  πως τους θησαυρούς του  ο κακός  βασιλιάς  των πειρατών  ο Καρατζούλης  , τους έκρυβε  σ’ ένα παράξενο  νησί  όπου τα δέντρα  είχαν κόκκινα φύλλα  και τους φύλαγαν  2 δράκοι.

 Ο Μπανταμπούμπα  σκέφτηκε να βρει ένα τρόπο  για ν’ αρπάξει  τους κρυμμένους   θησαυρούς  κι έβαλε υπνωτικό  βοτάνι  μέσα  σε φαγητό  και το πήγε στην βάρκα  και το άφησε στην παραλία . Όταν οι δράκοι   έφαγαν το  φαγητό  έπεσαν σε βαθύ  ύπνο  κι  έτσι  αυτός με τους άντρες του  βγήκαν στο νησί  , έψαξαν  και έσκαψαν   και βρήκαν  τους θησαυρούς  που ήταν στ’ αλήθεια  πολλοί . Τους πήραν στο καράβι  κι έφυγαν γρήγορα , γρήγορα  από το νησί.

 Όταν ξύπνησαν οι δράκοι  κι  είδαν τι  είχε συμβεί  άρχισαν να  βγάζουν  φωτιές  από τα ρουθούνια τους  και πήρε το νησί φωτιά. Δεν ήξεραν  τι να κάνουν . Πήραν  λοιπόν ο καθένας  από ένα μεγάλο βράχο  στα νύχια τους  και προσπάθησαν να  χτυπήσουν  το καράβι  , πετώντας από πάνω του  , αλλά ο Μπανταμπούμπας  που ήταν έμπειρος καπετάνιος  κατάφερε  κι απέφυγε τους βράχους  και συνέχισε το ταξίδι του.

 Την άλλη μέρα  που έριξαν  τα δίχτυα  για να  ψαρέψουν  κανένα ψάρι  για να φάνε  οι πειρατές  του «κόκκινου  δράκου « , έπλεξε μέσα στα δίχτυα του  η γοργόνα η  Νερένια .  Ο καπετάνιος της  είπε  πως  θα της χάριζε  τη ζωή  και θα την έριχνε  πίσω  στη θάλασσα  μόνο αν  του  έλεγε  που  ήταν οι πειρατές που του έκλεψαν τους θησαυρούς του, γιατί έπρεπε να τιμωρηθούν.

 Η γοργόνα  φώναξε το  φίλο της τον Φλάπυ  , το δελφίνι  και τον  ρώτησε  αν  ήξερε τίποτα  γι’ αυτό . Ο Φλάπυ  συγκέντρωσε  όλα τα δελφίνια  της περιοχής  μήπως κάτι ήξεραν   και πραγματικά  ένα δελφίνι είπε  πως  σ’ ένα νησί εκεί κοντά  , που δεν το ΄χε  ο χάρτης ,  είναι αραγμένο  ένα πειρατικό  και δεν φεύγει  γιατί όλοι οι πειρατές  εκεί είναι μαλωμένοι  . ΄Εχουν μια όμορφη γυναίκα  στο καράβι  , που όλοι  θέλουν να παντρευτούν  και γι αυτό  μαλώνουν. Εκείνη πάλι δεν θέλει κανένα και φωνάζει συνέχεια  βοήθεια .

 Ο Φλάπυ  πήγε γρήγορα  τα νέα στον καπετάν  Μπανταμπούμπα , κι αυτός  τους ευχαρίστησε  και τους είπε  πως πάντα , όταν τον χρειάζονται  θα  είναι  κοντά τους  κι’ έφυγε  για να  βρει τους κακούς πειρατές και να τους τιμωρήσει . Οδηγός μπροστά  ήταν το δελφίνι που γνώριζε που ήταν το νησί.

 Το πλήρωμα  του «κόκκινου δράκου» ετοιμάζονταν  για πολύ  μεγάλη μάχη  μα όταν  έφτασαν κι  είδαν  με τα κιάλια , ανακάλυψαν  ότι το πλοίο  του αρχηγού  των πειρατών  , ήταν πολύ μεγάλο  ( το πιο  μεγάλο καράβι που είχαν  δει ) και το πλήρωμα ήταν  πάρα πολλοί και  μεγαλόσωμοι  άντρες και  σκέφτηκαν    ότι δεν θα ήταν  εύκολο  να  τα βάλουν  μαζί τους . Τότε  ο καπετάν Μπανταμπούμπα    σκέφτηκε  να στείλει  μια ομάδα  με  αρχηγό  τον αξιωματικό  του και να προσφέρει ένα ακριβό  δώρο  από  τους θησαυρούς   που  είχε μαζέψει  μαζί μ’ ένα μπουκάλι  ρούμι  (  που θα’ χε  μέσα  υπνωτικό  βότανο ) και να ζητήσει  να τον δεχτεί  ο αρχηγός των πειρατών( λέγοντας πως του  είναι  ένας  μεγάλος  και τρανός  άρχοντας που ήθελε  να τον γνωρίσει ).

Πραγματικά  μια βάρκα  με την ομάδα από τον «κόκκινο δράκο»  πλησίασε  το πλοίο   του  Καρατζούλη  και δέχτηκε να πάρει  τα δώρα  και την άλλη μέρα    να γνωρίσει  αυτό  τον τρανό  άρχοντα  που του  έκανε τέτοια τιμή . Μετά  κέρασε  όλο το πλήρωμα ένα ποτήρι από το εκλεκτό   ρούμι του άρχοντα  και βέβαια όλοι σε λίγο  κοιμόταν πάνω στο πλοίο.

  Τότε όρμισε  ο καπετάν Μπανταμπούμπα    κι ελευθέρωσε  τη γυναίκα που ήταν μια πανέμορφη πριγκίπισσα ( και μόλις την είδε την ερωτεύτηκε τρελά) , έβγαλε τους κομισμένους  πειρατές στο νησί και έκλεψε  το πλοίο τους .

Μετά έκαναν μια μεγάλη γιορτή  πάνω  στο πλοίο  και  είπε στο πλήρωμά του  ότι μετά  απ’ αυτήν  την περιπέτεια  , αποφάσισε  να εγκαταλείψει   τη  θάλασσα, να παντρευτεί την πριγκίπισσα , αν τον ήθελε βέβαια κι αυτή και να ζήσει  με την οικογένεια του  στη στεριά  γιατί δεν ήθελε να κινδυνέψουν  άλλο  από κακούς  πειρατές .

 Μοίρασαν  τους θησαυρούς  που ήταν  πάρα πολλοί και  έζησε ευτυχισμένος  στη στεριά  με τη γυναίκα του ( γιατί η όμορφη πριγκίπισσα τον αγάπησε κι εκείνη από την πρώτη στιγμή που την έσωσε) και τα παιδιά που απέκτησε, χωρίς τον φόβο των πειρατών.

 

 


                               Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΟΥ 




 Η πριγκίπισσα ΟΥ από τον πλανήτη ΟΥΑ-ΟΥΑ, κόρη του ξακουστού βασιλιά ΟΥΒ και της βασίλισσας ΟΥΓ, αδερφή του μικρού πρίγκιπα ΟΥΔ, καταφθάνει μια μέρα με το διαστημόλποιό της στον πλανήτη μας και μάλιστα στην πλαγιά ενός βουνού , όπου φύτρωνε ένα πυκνό δάσος.

Μόλις βγήκε από το διαστημόπλοιό της, είδε έναν λαμπρό ήλιο να λάμπει ψηλά στον ουρανό κι άκουσε γύρω της πουλιά να γλυκοτραγουδούν μέσα στα δέντρα και χιλιάδες λουλούδια να φυτρώνουν στο χώμα γύρω της και να ευωδιάζει ο τόπος. Όμως εκείνη αντί να χαρεί, έβαλε τα κλάματα.

-Τι έχεις;  γιατί κλαις; Άκουσε δίπλα της μια φωνή.

-ποιος…ποιος μίλησε; Ρώτησε φοβισμένη η πριγκίπισσα Ου.

-Εγώ, εδώ πάνω, είπε το περιστεράκι.

-Ποιος είσαι εσύ;

-Είμαι ο Πέρης, ο περιστέρης.

-Κι εγώ είμαι η πριγκίπισσα Ου.

-Και γιατί κλαίς;

-Γιατί αν και εδώ είναι πολύ όμορφα, εγώ θέλω να γυρίσω πίσω στους δικούς μου στον πλανήτη Ουα-Ουα, αλλά δεν μπορώ.

-Και γιατί δεν μπορείς; Σου χάλασε το αεροπλάνο σου;

-Δεν είναι αεροπλάνο, διαστημόπλοιο είναι.

-Ε… ναι , καλά… τέλος πάντων, αυτό το πράγμα χάλασε;

-Όχι, αλλά που να στα λέω τώρα… είναι μια μεγάλη ιστορία.

-Και γιατί δεν μου τη λες; Έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;

-Εντάξει λοιπόν… Εγώ όπως σου είπα είμαι η πριγκίπισσα Ου, κόρη του βασιλιά Ουβ και της βασίλισσας Ουγ κι αδερφή του μικρού πρίγκιπα Ουδ και τόπος μου είναι ο πλανήτης Ούα-Ούα.

Εκεί λοιπόν οι υπήκοοι του πατέρα μου( που τα ονόματά τους άρχιζαν από Ου και κάποιο άλλο γράμμα ή σύμπλεγμα πχ.Ουθ, Ουμπ , κλπ) ζούσαν ευτυχισμένοι κι όλοι μέρα παίζουν έπαιζαν, τραγουδούσαν και χόρευαν.  Μια μέρα όμως προσγειώθηκε στον πλανήτη μας, ένα μαύρο πειρατικό διαστημόπλοιο μ΄έναν κακό μάγο πειρατή τον Γρουσούζ από τον πειρατικό πλανήτη Στριμένο ( από τις πολλές στριφογυρισιές που έκανε συνέχεια). Αυτός λοιπόν δεν ήθελε να βλέπει γύρω του χαρούμενα πλάσματα και θυμωμένος( όπως άλλωστε είναι πάντα) έκανε μάγια κι εξαφάνισε τη χαρά από τον πλανήτη μας.

Από τότε οι Ουάδες είναι λυπημένοι και δεν έχουν διάθεση να παίξουν, να τραγουδήσουν και να χορέψουν.

Όταν ο πατέρας μου ρώτησε τον μεγάλο σοφό  μας μάγο τι έπρεπε να κάνει , εκείνος είπε πως μόνο αν κάποια παιδιά δυνατά κι έξυπνα πολύ, περνούσαν με επιτυχία τρεις δοκιμασίες, θα λυνόταν τα μάγια και θα ξαναρχόταν η χαρά στον πλανήτη μας.

Αυτή την αποστολή , την ανέλαβα εγώ γιατί ο πατέρας μου είναι πολύ μεγάλος , κι ο αδερφός μου πολύ μικρός κι η μητέρα έχει ένα σωρό πράγματα να φροντίσει. Όμως όπου κι αν πήγα δεν βρήκα τόσο δυνατά κι έξυπνα παιδιά, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν να λυθούν τα μάγια.

-Νομίζω πως εδώ στη γη μας, θα βρεις τέτοια παιδιά και μάλιστα πρόθυμα να σε βοηθήσουν…Νομίζω πως μου ήρθε μια ιδέα: ΄ Αν θέλεις γράψε τους ένα γράμμα με ό, τι θέλεις να κάνουν κι εγώ με χαρά θα τους το πάω. Κι αν τα καταφέρουν θα γυρίσω πίσω να σου φέρω νέα τους.

-Σ΄ευχαριστώ πολύ που με βοηθάς πάω να γράψω το γράμμα!

 

Γεια σας παιδιά,

Είμαι η πριγκίπισσα  Ου από τον πλανήτη Ούα-Ούα και χρειάζομαι τη βοήθειά σας για να λύσω τα μάγια του κακού πειρατή μάγου Γρουσούζ για να ξανάρθει το γέλιο, το τραγούδι το παιχνίδι κι η χαρά στον πλανήτη μου.

Ο φίλος μου ο Πέρης ( που σας έφερε αυτό το γράμμα , μου μίλησε για σας κι ήταν σίγουρος ότι θα τα καταφέρετε). Όμως πριν σας πω τις τρεις δοκιμασίες που θα λύσουν τα μάγια πρέπει να περάσετε με επιτυχία ένα τεστ για να είμαστε σίγουροι ότι είστε ικανοί για τόσο δύσκολα πράγματα.

Τεστ.

Μόλις ξεκινήσει η μουσική θα βρείτε και θα πάρετε ένα χρωματιστό χαρτάκι. Μετά όλα τα παιδιά που θα κρατάτε το ίδιο χρώμα χαρτάκι θα συνεργαστείτε και θα φτιάξετε σωστό ένα παζλ ( θα φτιαχτούν παζλς ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών- συνεργάζονται ανά 4). Είστε έτοιμοι; Πάμε….

( όταν τα παιδιά τελειώσουν παίρνουν βεβαίωση ικανότητας).


 

Βεβαίωση Ικανότητας

Μπράβο σου………………………………………………………………

Τα κατάφερες!!!

Κρίνεσαι ικανός/ή να με βοηθήσεις να λύσουμε  τα μάγια.

 

Πριγκίπισσα Ου


 

 


Μπράβο παιδιά, τα καταφέρατε, είμαι πολύ χαρούμενη που σας γνώρισα.

Πάμε τώρα στις 3 δοκιμασίες.

1η. Πρέπει ο καθένας από σας να βρεί μια λέξη που να έχει τη συλλαβούλα Ου είτε στην αρχή της , είτε στο τέλος της, είστε κάπου στη μέση. ( Για όσους δεν τα καταφέρνουν και πολύ καλά θα βοηθήσει λίγο η κυρία σας).

 Εγώ είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρετε όλοι.

Ουρά

Ουρανός

Ουράνιο τόξο

Φουφούχτρα

Χούφτα

Βουτιά

Φούσκα

Γουρούνι

Ζουζούνι

Κουκουβάγια

Πουλί

Βούλα

Κουλούρι

Τούνελ

Ζουμί

Κουτάλι

Σκούπα

Παπούτσι

Μπουφάν

Ντουλάπι

Κουβέρτα

Πιρούνι

Κουρτίνα

Παγουρίνο

Κουζίνα

Σαπούνι

Πούπουλο

Αλεπού

Τουφέκι

Τούλι

Τσουλούφι

Λούνα παρκ

Λούσιμο

Φουφού

Φρουφρού

Μπουκάλι

Τέλεια, τα καταφέρατε μπράβο σας παιδιά!!!

Πάμε στη δεύτερη δοκιμασία τώρα.

2η. Ο φίλος μου ο Φαταούλας που πάντα με συνοδεύει στα ταξίδια μου, πεινάει πολύ. Για να τον ταΐσετε σωστά όμως πρέπει να παίρνετε μια κάρτα με αριθμό και να του δίνετε τόσες μπάλες να φάει, όσες λέει ο αριθμός της καρτέλας. Μπορείτε να τα καταφέρετε;

………………………………………………………………………….

Τέλεια!

Κι η Τρίτη και τελευταία σας δοκιμασία είναι να περπατήσετε πάνω στα πλαστικά τουβλάκια της αυλής με ένα κουταλάκι στο στόμα σας, που θα έχει μέσα μια καραμέλα. Αλλά προσέξτε , δεν πρέπει να σας πέσει η καραμέλα. Κι όταν ολοκληρώσετε σωστά, μπορείτε να φάτε και την καραμέλα.

Μπράβο σας και πάλι παιδιά! Είστε καταπληκτικοί!.

Τώρα θα παίξετε όμορφα παιχνίδια με τις κυρίες σας (ομαδική σε στεφάνια με σερπαντίνες – τέσσερις ομάδες, κάθε ομάδα έχει συγκεκριμένο χρώμα στεφάνι μέσα στο οποίο καλείτε να βάλουν το ίδιο μόνο χρώμα σερπαντίνες, απ΄αυτές που είναι ανακατεμένες στο κεντρικό στεφάνι, στο τέλος μετράμε ποια ομάδα έχει μαζέψει τα πιο πολλά) και( μουσικά καπέλα).

Για να σας ευχαριστήσω που τόσο με βοηθήσατε θα σας κάνω ένα μικρό δωράκι. Ένα καπελάκι σαν αυτά που φοράμε στην πατρίδα μου. ΄Ομως θέλω κι από σας να πάρω μαζί μου τη φωτογραφία σας, ‘όλους μαζί και έναν-έναν χωριστά για δείξω στους δικούς μου τα παιδιά που με βοήθησαν.

Και πάλι σας ευχαριστώ πολύ.

   ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ   ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ                                                                                       ΑΦΗΓΗΤΗΣ: ήταν μια ‘όμ...